Ασθενείς που δεν μπορούν να μετακινηθούν, ηλικιωμένοι με χρόνια νοσήματα, άτομα που επιστρέφουν στο σπίτι μετά από χειρουργείο ή χρειάζονται τακτική νοσηλευτική φροντίδα συνεχίζουν σήμερα να ταλαιπωρούνται, είτε αναγκασμένοι να μεταβαίνουν στα νοσοκομεία είτε πληρώνοντας από την τσέπη τους για υπηρεσίες κατ’ οίκον νοσηλείας. Παρά το γεγονός ότι εδώ και χρόνια δραστηριοποιούνται δεκάδες ιδιωτικοί πάροχοι κοινοτικής και κατ’ οίκον νοσηλευτικής, το πεδίο παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτο, χωρίς ενιαίες προδιαγραφές και ουσιαστική εποπτεία. Το κενό αυτό επιχειρείται τώρα να καλυφθεί μέσα από κανονισμούς που τέθηκαν πρόσφατα σε δημόσια διαβούλευση και αφορούν τον έλεγχο και την εποπτεία της παροχής υπηρεσιών κοινοτικής νοσηλευτικής και κοινοτικής μαιευτικής. Πρόκειται για το πρακτικό εργαλείο εφαρμογής του νομοθετικού πλαισίου, το οποίο, αν και έχει ψηφιστεί, δεν έχει ακόμη μεταφραστεί σε ουσιαστική αλλαγή για τους ασθενείς.
Τι είναι η κοινοτική νοσηλευτική
Η κοινοτική νοσηλευτική αφορά την παροχή νοσηλευτικών υπηρεσιών εκτός νοσοκομείου, κυρίως στο σπίτι του ασθενούς ή σε δομές της κοινότητας, όπως οίκους ευγηρίας, σχολεία ή άλλους χώρους. Περιλαμβάνει πράξεις όπως αλλαγές τραυμάτων, χορήγηση ενέσιμων φαρμάκων, καθετηριασμούς, παρακολούθηση ζωτικών σημείων, αιμοληψίες και γενικότερη φροντίδα ασθενών που δεν χρειάζονται νοσηλεία, αλλά δεν μπορούν να αυτοεξυπηρετηθούν. Η κοινοτική μαιευτική, αντίστοιχα, αφορά την εξωνοσοκομειακή φροντίδα εγκύων, λεχωίδων και νεογνών, με επισκέψεις στο σπίτι, καθοδήγηση και υποστήριξη κατά την περίοδο μετά τον τοκετό. Πρόκειται για υπηρεσίες που σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες θεωρούνται βασικό κομμάτι του συστήματος υγείας, καθώς αποσυμφορούν τα νοσηλευτήρια και βελτιώνουν την ποιότητα ζωής των ασθενών.
Ασθενείς που επωφελούνται
Οι ομάδες που επωφελούνται άμεσα από την κοινοτική και κατ’ οίκον νοσηλευτική είναι πολλές και αυξανόμενες. Στην πρώτη γραμμή βρίσκονται οι ηλικιωμένοι, ιδιαίτερα όσοι ζουν μόνοι ή αντιμετωπίζουν κινητικά προβλήματα. Σημαντικό όφελος έχουν επίσης άτομα με χρόνιες παθήσεις, ασθενείς μετά από χειρουργικές επεμβάσεις, καρκινοπαθείς που χρειάζονται υποστηρικτική φροντίδα, άτομα με αναπηρίες, αλλά και ασθενείς με προβλήματα ψυχικής υγείας που παρακολουθούνται στην κοινότητα. Για τις γυναίκες μετά τον τοκετό και τα νεογνά, η κοινοτική μαιευτική μπορεί να προσφέρει συνεχή στήριξη, μειώνοντας την ανάγκη για επανειλημμένες επισκέψεις σε νοσοκομεία ή κλινικές.
Παρά τη σημασία των υπηρεσιών αυτών, η σημερινή εικόνα χαρακτηρίζεται από αποσπασματικότητα. Η μη εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου στην πράξη εξακολουθεί να εμποδίζει την πλήρη παροχή κοινοτικής νοσηλευτικής στο πλαίσιο του Γενικού Συστήματος Υγείας, ενώ ταυτόχρονα επιτρέπει τη λειτουργία δεκάδων ιδιωτικών εταιρειών χωρίς ουσιαστική εποπτεία από τις αρμόδιες αρχές Υγείας. Οι πάροχοι δραστηριοποιούνται με άδεια εγγραφής ως εταιρείες, χωρίς ειδικές υγειονομικές προδιαγραφές, χωρίς ενιαίο έλεγχο προσόντων, εξοπλισμού ή ποιότητας υπηρεσιών. Το βάρος της επιλογής και του κόστους μεταφέρεται συχνά στον ίδιο τον ασθενή και την οικογένειά του, χωρίς εγγυήσεις για το επίπεδο φροντίδας που λαμβάνει.
Τι προβλέπουν οι κανονισμοί
Οι Κανονισμοί που τέθηκαν σε διαβούλευση επιχειρούν να βάλουν τάξη σε αυτό το ανεξέλεγκτο πεδίο. Προβλέπουν τη δημιουργία Μητρώου Παρόχων Υπηρεσιών Κοινοτικής Νοσηλευτικής και Κοινοτικής Μαιευτικής, στο οποίο θα εγγράφονται τόσο φυσικά όσο και νομικά πρόσωπα που πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια. Καθορίζονται με λεπτομέρεια τα απαιτούμενα προσόντα για τους επαγγελματίες, οι ελάχιστες προδιαγραφές εξοπλισμού και υποδομών, καθώς και οι όροι λειτουργίας των κέντρων παροχής υπηρεσιών. Παράλληλα, εισάγεται μηχανισμός ελέγχου και εποπτείας, με δυνατότητα καταγραφής παραβάσεων και επιβολής κυρώσεων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται και στη διαχείριση βιολογικών αποβλήτων, στην τήρηση αρχείων και στην προστασία των προσωπικών δεδομένων των ληπτών υπηρεσιών, στοιχεία που μέχρι σήμερα δεν ρυθμίζονταν ενιαία.
Για τους ασθενείς, οι κανονισμοί φιλοδοξούν να διασφαλίσουν ότι οι υπηρεσίες κατ’ οίκον και κοινοτικής νοσηλευτικής θα παρέχονται από πιστοποιημένους επαγγελματίες, με ελάχιστα εγγυημένα standards ποιότητας και υπό κρατική εποπτεία. Παράλληλα, ανοίγει ο δρόμος για πιο οργανωμένη ένταξη των υπηρεσιών αυτών στο σύστημα υγείας, μειώνοντας την ανάγκη για άσκοπες μετακινήσεις και ιδιωτικές πληρωμές.






