Έντονες αντιδράσεις, διαφωνίες και ευθείες καταγγελίες για αποκλεισμό από τον διάλογο προκάλεσε το νομοσχέδιο που επιχειρεί να ρυθμίσει την απασχόληση εργοδοτουμένων ορισμένου χρόνου στα υποστηρικτικά προγράμματα του Υπουργείου Παιδείας, κατά τη συζήτησή του στην Επιτροπή Παιδείας της Βουλής.
Στο επίκεντρο βρέθηκε η καταγγελία των εκπαιδευτικών οργανώσεων ΟΕΛΜΕΚ και ΟΛΤΕΚ ότι δεν συμμετείχαν στη διαβούλευση που προηγήθηκε, παρά το γεγονός ότι το αντικείμενο αφορά αποκλειστικά ζητήματα εκπαίδευσης. Ο πρόεδρος της ΟΕΛΜΕΚ, Δημήτρης Ταλιαδώρος, κάλεσε τη Βουλή «να αποκαταστήσει την τάξη», μιλώντας για έλλειψη σεβασμού από πλευράς Υπουργείου Παιδείας. Όπως ανέφερε, η ΟΕΛΜΕΚ έθεσε το ζήτημα των υποστηρικτικών προγραμμάτων ήδη από τον Δεκέμβριο του 2023 στην υπουργό Παιδείας, ωστόσο δεν κλήθηκε στον διάλογο που έγινε με τις συντεχνίες ΣΕΚ και ΠΕΟ, κάτι που –όπως είπε– ισχύει και για την ΟΛΤΕΚ.
Ο κ. Ταλιαδώρος έκανε λόγο για «εμπαιγμό», σημειώνοντας ότι ενώ σε συνάντηση με τον γενικό διευθυντή του Υπουργείου στις 8 Ιανουαρίου, παρουσία και της υπουργού, δόθηκε η εντύπωση ότι το θέμα θα συζητηθεί σε επόμενη συνάντηση, το νομοσχέδιο είχε ήδη ενταχθεί στην ατζέντα της Επιτροπής Παιδείας. Παράλληλα, έθεσε ζήτημα εκπροσώπησης, διερωτώμενος γιατί εργαζόμενοι που απασχολούνται αποκλειστικά σε εκπαιδευτικά προγράμματα εκπροσωπούνται από γενικές συντεχνίες και όχι από εκπαιδευτικές οργανώσεις, ξεκαθαρίζοντας ότι τα παράπονά του στρέφονται προς το Υπουργείο και όχι προς τις συντεχνίες.
Από την πλευρά της ΟΛΤΕΚ, ο γενικός ταμίας Ιάκωβος Κούμης στήριξε τη θέση περί έλλειψης διαλόγου και υπογράμμισε ότι η στελέχωση των προγραμμάτων θα πρέπει να γίνεται από τους καταλόγους της Επιτροπής Εκπαιδευτικής Υπηρεσίας, δεδομένου ότι τα προγράμματα υλοποιούνται σε δημόσια σχολεία και εργαστήρια.
ΣΕΚ και ΠΕΟ τάχθηκαν υπέρ της άμεσης προώθησης του νομοσχεδίου, ζητώντας ωστόσο τροποποιήσεις σε κρίσιμα σημεία. Όπως ανέφεραν, το νομοσχέδιο δεν διασφαλίζει τη μετατροπή συμβάσεων σε αορίστου χρόνου για όσους συμπληρώνουν 30 μήνες υπηρεσίας, δεν κατοχυρώνει την ύπαρξη συλλογικής σύμβασης εργασίας, ενώ εντοπίζονται κενά στη μοριοδότηση, την αξιολόγηση και την πειθαρχική διαδικασία. Οι συντεχνίες επανέφεραν, τέλος, το ιστορικό της περιόδου 2013–2023, όταν χιλιάδες εργαζόμενοι μετατράπηκαν από μισθωτοί σε αυτοτελώς εργαζόμενοι, σημειώνοντας ότι μόνο μετά από πολυετείς αγώνες η Πολιτεία υποχρεώθηκε να επαναφέρει το καθεστώς μισθωτής απασχόλησης.






