Σοβαρές αδυναμίες στη διαχείριση του ορυκτού πλούτου της χώρας, καθυστερήσεις ετών στις αδειοδοτήσεις και κρίσιμα περιβαλλοντικά ζητήματα αναδεικνύει η Ειδική Έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας (ΕΕ-ΕΥ 11/2026), η οποία δόθηκε σήμερα στη δημοσιότητα. Η έκθεση, που αποτελεί συνέχεια ελέγχου του 2019, καταγράφει μια εικόνα στασιμότητας σε κομβικούς τομείς, παρά τις μεμονωμένες βελτιώσεις στις διαδικασίες επιθεώρησης και την αύξηση των διοικητικών προστίμων.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της Ελεγκτικής, το σύστημα αδειοδότησης παρουσιάζει σημαντικές αρρυθμίες, καθώς κατά την περίοδο 2020-2023 ολοκληρώθηκαν μόλις 14 από τις 29 αιτήσεις για πολεοδομική άδεια λατομείου, με τον χρόνο αναμονής να ξεπερνά συχνά τα δύο έτη. Την ίδια ώρα, ο τομέας εξακολουθεί να στερείται εγκεκριμένου στρατηγικού πλαισίου, καθώς η Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων παραμένει σε επίπεδο υπηρεσιακής πρότασης, λόγω διαφωνιών μεταξύ των αρμόδιων Τμημάτων.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην περιοχή του Ανδρολίκου, όπου η λατομική δραστηριότητα φαίνεται να έχει επηρεάσει αρνητικά τη βιοποικιλότητα. Η έκθεση καταγράφει ότι η επέκταση λατομείου οδήγησε στην εγκατάλειψη αποικίας προστατευόμενων αιγυπτιακών φρουτονυχτερίδων, ενώ προειδοποιεί για τη δημιουργία νέας Λατομικής Ζώνης, η οποία ενδέχεται να περιορίσει τον εμπλουτισμό του υπόγειου υδροφορέα έως και κατά 160.000 κυβικά μέτρα νερού. Παράλληλα, τεκμηριώνονται «πλασματικές ελλείψεις» στην αγορά, καθώς εταιρεία που κατέχει τα μεγαλύτερα αποθέματα στην περιοχή παρουσιάζει διαχρονικά χαμηλή παραγωγή, την ώρα που προβάλλονται αυξημένες ανάγκες για έργα στην Πάφο, ορισμένα εκ των οποίων δεν αναμένεται να υλοποιηθούν.
Στο οικονομικό σκέλος, η έκθεση αναδεικνύει αδυναμίες στην εποπτεία και την είσπραξη οφειλών. Εκκρεμεί από το 2019 υπόθεση μη καταβληθέντων λατομικών δικαιωμάτων ύψους περίπου €270.000, ενώ καθυστερήσεις στην οριοθέτηση εκσκαφών από το Τμήμα Κτηματολογίου περιορίζουν τη δυνατότητα άμεσης επιβολής κυρώσεων σε περιπτώσεις παράνομων λατομεύσεων. Επιπλέον, σημειώνεται ότι η Κύπρος δεν έχει ακόμη θεσπίσει το απαιτούμενο πλαίσιο κυρώσεων για παραβάσεις του Ευρωπαϊκού Κανονισμού για τις Κρίσιμες Πρώτες Ύλες.
Παρά τις διαπιστωθείσες αδυναμίες, η Ελεγκτική Υπηρεσία καταγράφει και ορισμένα θετικά βήματα, όπως την αύξηση των διοικητικών προστίμων από €1.000 σε €10.000 και τη βελτίωση της τεκμηρίωσης των επιθεωρήσεων μέσω φωτογραφικού υλικού. Ωστόσο, το γενικό συμπέρασμα παραμένει ότι απαιτείται ταχύτερος συντονισμός μεταξύ των αρμόδιων υπηρεσιών, ενίσχυση των ελέγχων και αυστηρότερη εφαρμογή της περιβαλλοντικής νομοθεσίας, ώστε να διασφαλιστεί η ορθολογική και βιώσιμη διαχείριση του ορυκτού πλούτου της χώρας.
Διαβάστε την έκθεση της Ελεγκτικής Υπηρεσίας:






