Ο αποξηραμένος καφές που άφησαν στον τζισβέ - Αναμνήσεις του Harper Orhon από τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων το 2003

SEVGUL ULUDAG

Header Image

Η διάνοιξη του οδοφράγματος στο Λήδρα Πάλας τον Απρίλιο του 2003.

«Κάθισαν στις πολυθρόνες που είχαν αφήσει πίσω τους. Ένιωσαν τη δική τους ζεστασιά σε αυτές τις πολυθρόνες. Κοίταξαν τον καθρέφτη. Είδαν τους εαυτούς τους σε εκείνο τον καθρέφτη μετά από 29 χρόνια. Ή ίσως ήθελαν να δουν πώς έμοιαζαν σε εκείνον τον καθρέφτη. Αυτό δεν ήταν δυνατόν, αφού οι αντικατοπτρισμοί μας είχαν αναμειχθεί πάνω από τους δικούς τους αντικατοπτρισμούς».

caramel_cy@yahoo.com / Τηλ: 99966518

Ο Harper Orhon, του οποίου ο πατέρας ήταν ο πρώτος που σκοτώθηκε στη Λευκωσία στις 20 Ιουλίου 1974, στην αρχή του πολέμου, γράφει για τις αναμνήσεις του από το άνοιγμα των σημείων ελέγχου το 2003. Ο Edjvet Orhon, πατέρας του Harper Orhon βρισκόταν στη Λευκωσία. Ήταν καθηγητής του συζύγου μου, Zeki Erkut, στο γυμνάσιο και ήταν πολύ σεβαστός και αγαπητός από την κοινότητα. Ήταν παντρεμένος με την κ. Ozgul και είχαν δύο παιδιά: Τη Nilgun Orhon και τον Harper Orhon. Η Nilgun ήταν περίπου 12 χρονών όταν σκοτώθηκε ο πατέρας της και ο Harper, πολύ μικρότερος. 

Ο Harper Orhon μεγάλωσε ορφανός, με τον πατέρα του να έχει σκοτωθεί στον πόλεμο, αλλά τόσο ο ίδιος όσο και η αδελφή του, Nilgun Orhon, επέλεξαν τον δρόμο της ειρήνης και της συμφιλίωσης αντί του μίσους και της εχθρότητας προς τους Ε/Κ. Τα κείμενα γραμμένα με ειλικρίνεια είναι υποδειγματικά, πάντα σε αναζήτηση της αλήθειας. Σήμερα θέλω να μοιραστώ μαζί σας κάτι που έγραψε πρόσφατα με την ευκαιρία της 23ης επετείου από τη διάνοιξη των οδοφραγμάτων στις 23 Απριλίου 2003.

Έγραψε: «Ξαφνικά είπαν ότι τα σημεία ελέγχου είναι ανοιχτά και άρχισαν οι αμοιβαίες διαβάσεις. Δεν καταλάβαμε τι είχε συμβεί ώστε να ανοίξουν οι 'πόρτες'. Παρακολουθούσαμε στην τηλεόραση την κυκλοφοριακή συμφόρηση στο σημείο ελέγχου. Ζούσαμε σε ένα ελληνοκυπριακό σπίτι, δεν το χτίσαμε, δεν βάλαμε τα τούβλα του, ούτε το βάψαμε. Το μόνο που κάναμε ήταν να αντικαταστήσουμε τα φθαρμένα ξύλινα πατώματα με μαρμάρινες πλάκες, αυτό είναι όλο. Δεν φυτέψαμε τις τριανταφυλλιές στον κήπο, ούτε τις μανταρινιές ή τη λεμονιά που παράγει λεμόνια όλες τις εποχές. Δεν φυτέψαμε τα σταφύλια βέρικο στην κληματαριά, τα σταφύλια που καλύπτουν ολόκληρη την κληματαριά, σκληρά σαν δαμάσκηνα. Όλα αυτά ήταν έτοιμα. Εγώ φύτεψα μόνο τη μηλιά. Σε ένα άδειο σημείο στον κήπο. Είχα ξεριζώσει από το 'εστιατόριο Anayasa' εκείνη τη μηλιά που ξηραινόταν αφού είχε καεί κατά τη διάρκεια του πολέμου».

 

Ο καφές στο μπρίκι

Και συνεχίζει την αφήγησή του: «Έτσι, όταν άνοιξαν τα σημεία ελέγχου, περιμέναμε στο σπίτι να δούμε αν θα έρχονταν οι ιδιοκτήτες. Ποιοι ήταν, τι είδους άνθρωποι ήταν; Ο ιδιοκτήτης του σπιτιού ήταν στρατιώτης, όπως και ο πατέρας μου, μήπως είχε σκοτωθεί κι αυτός σε αυτόν τον παράλογο πόλεμο; Είχαν φύγει, αφήνοντας πίσω τις φωτογραφίες τους, όπως είχαν αφήσει και την γκαζιέρα τους, το ψυγείο τους, τα ρούχα τους, ακόμα και τις αναμνήσεις τους. Όταν μπήκαμε σε αυτό το σπίτι, ο καφές ήταν ακόμα μέσα στο 'μπρίκι' (τζισβέ/καφετιέρα). Είχε ξεραθεί και είχε 'σπάσει' αυτός ο καφές στο μπρίκι. Γνωρίσαμε τους Ε/Κ που άφησαν πίσω τους τις αναμνήσεις τους σε αυτό το σπίτι από τις φωτογραφίες τους. Ακριβώς όπως η μητέρα μου είχε αφήσει πίσω το σπίτι μας στην Ομορφίτα (Καϊμακλί) 10 χρόνια πριν, το 1963. Κι εμείς πηγαίναμε να δούμε το σπίτι μας στην Ομορφίτα, ποιος ξέρει τι άκουγε η μητέρα μου από την ηχώ των αναμνήσεων, των φωνών, που έβγαιναν από τους τοίχους. Για παράδειγμα, δεν είχα γεννηθεί σε εκείνο το σπίτι, δεν είχα αναμνήσεις από το σπίτι μας στο Καϊμακλί (Ομορφίτα). Οι μόνες αναμνήσεις που είχα ήταν το να τρώω τα πράσινα αμύγδαλα που μαζεύαμε από την αμυγδαλιά εκείνου του κήπου.

Με τη διάνοιξη των σημείων ελέγχου, εμφανίστηκαν μερικοί άνθρωποι, περπατώντας στον δρόμο με δειλά βλέμματα, σαν να ήταν ένοχοι. Εμείς τους κοιτούσαμε και εκείνοι μας κοιτούσαν. Η μητέρα μου είπε: «Μάλλον είναι Ελληνοκύπριοι». Τα βλέμματά μας συναντήθηκαν και βρήκαν το θάρρος να ρωτήσουν για το σπίτι τους, λέγοντας ότι βρίσκεται στη στρατιωτική ζώνη: «Πώς μπορούμε να το δούμε;». Η μητέρα μου είπε: «Ούτε εμείς μπορούμε να μπούμε εκεί». Έσκυψαν τα κεφάλια τους νιώθοντας αβοήθητοι». 

 

 

Φωτογραφίες

«Την επόμενη μέρα», συνεχίζει ο Harper Orhon, «ήρθε η ιδιοκτήτρια του διπλανού σπιτιού. Το σπίτι της είχε κατεδαφιστεί και στη θέση του είχε χτιστεί μια πολυκατοικία. Μας ρώτησε για το σπίτι της. Τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα. Η μητέρα μου την προσκάλεσε μέσα, την έβαλε να καθίσει και η γιαγιά μου της έφτιαξε καφέ. Μετά από λίγη κουβέντα, η μητέρα μου έφερε ένα χαρτοκιβώτιο από κάτω. Ήταν πραγματικά ένα βαρύ χαρτοκιβώτιο. Είχαμε έρθει πρώτοι σε αυτή τη γειτονιά. Η μητέρα μου είχε μαζέψει όλες τις φωτογραφίες από το σπίτι στο πίσω μέρος, το σπίτι στο πλάι, από όπου μπορούσε να βρει φωτογραφίες, τις μάζευε και τις φύλαγε σε αυτό το χαρτοκιβώτιο.

Η μητέρα μου άνοιξε το χαρτοκιβώτιο και, κατά σύμπτωση, το πρώτο πράγμα που βρισκόταν στην κορυφή ήταν το άλμπουμ φωτογραφιών της Ε/Κ γυναίκας που είχαμε καλέσει στο σπίτι μας. Άρχισε να κλαίει. Η μητέρα μου έκλαιγε, η γιαγιά μου έκλαιγε, οι Ε/Κ έκλαιγαν. Οι αναμνήσεις ζωντάνεψαν με τις κάποτε χαμένες φωτογραφίες στη συνείδηση εκείνων που είχαν αναγκαστεί να φύγουν.

Η μητέρα μου τους ρωτούσε: 'Μπορείτε να δώσετε αυτές τις φωτογραφίες στους ιδιοκτήτες τους;'. Πήραν τις φωτογραφίες με χαρά, αργότερα μάθαμε ότι βρήκαν τους ιδιοκτήτες των φωτογραφιών. Ο σύζυγος της μητέρας μου είχε σκοτωθεί από Ελληνοκύπριους».

 

Αντικατοπτρισμοί

«Παίρνοντας θάρρος από αυτούς ήρθαν και οι ιδιοκτήτες του σπιτιού μας. Ο άντρας είχε αποστρατευτεί από τον ελληνοκυπριακό στρατό με τον βαθμό του ταγματάρχη. Τους προσκαλέσαμε στο σπίτι που είχαν αποκτήσει με αγάπη και θαυμασμό, μπήκαν στο σπίτι σαν να ήταν ξένοι. Κάθισαν στις πολυθρόνες που είχαν αφήσει πίσω τους, ίσως μετά από 29 χρόνια, ένιωσαν τη δική τους ζεστασιά σε αυτές τις πολυθρόνες. Κοίταξαν τον καθρέφτη που είχαν αφήσει πίσω τους. Είδαν τους εαυτούς τους σε εκείνο τον καθρέφτη μετά από 29 χρόνια. Ίσως είχαν κοιτάξει για μια τελευταία φορά εκείνο τον καθρέφτη με το βλέμμα που είχαν εκείνες τις μέρες. Ίσως είχαν λαμπερό δέρμα χωρίς ρυτίδες. Τώρα ακόμα και τα σημάδια στο πρόσωπό τους έχουν αλλάξει, το βλέμμα τους έχει αλλάξει, ίσως ακόμα και ο καθρέφτης να μην αναγνώρισε αυτά τα πρόσωπα που τον κοίταζαν. Ή ίσως ήθελαν να δουν πώς έμοιαζαν σε εκείνο τον καθρέφτη. Αυτό δεν ήταν δυνατό, αφού οι αντικατοπτρισμοί μας είχαν αναμειχθεί σε αυτόν τον καθρέφτη, πάνω από τους δικούς τους αντικατοπτρισμούς.

Κοίταξαν τη φωτογραφία του πατέρα μου ως αξιωματικού ανάμεσα σε δύο μπρούντζινα κηροπήγια και τριαντάφυλλα, πίσω από τον καθρέφτη. Ποιος ξέρει τι σκεφτόταν ο άντρας. Ίσως η ίδια μαμμού (μαία) που είχε βοηθήσει για να έρθει στον κόσμο, είχε βοηθήσει και τον πατέρα μου να έρθει στον κόσμο. Ίσως περίμεναν στο ίδιο φανάρι, περιμένοντας το πράσινο φως για να περάσουν. Ίσως πυροβολισμοί από τη μονάδα του είχαν σκοτώσει τον πατέρα μου». 

 

Δίσκος από τη Βηρυτό

«Πρώτα, ευχαρίστησαν για τις φωτογραφίες. Ήταν πολύ ευγνώμονες, πολλές αναμνήσεις ζωντάνεψαν με το άλμπουμ που περιείχε ασπρόμαυρες φωτογραφίες. Πάνω στο τραπέζι στη μέση του δωματίου, υπήρχε ένα χάλκινος δίσκος. Η ηλικιωμένη γυναίκα τον κοίταζε συνεχώς. Η γιαγιά μου τη ρώτησε αν είχε αναμνήσεις από αυτό τον δίσκο. 'Ναι', είπε, τον είχαν πάρει από τη Βηρυτό με τον άντρα της. Ακριβώς όπως η γιαγιά μου και οι κόρες της είχαν πάρει κάποια δώρα με τον παππού μου. Πραγματικά, τι παράλληλες ζωές ζούσαν! Χωρίς να γνωρίζουν η μία την άλλη. Όχι με φιλία, αλλά με εχθρότητα. Καθώς έφευγαν, η γιαγιά μου έδωσε αυτό τον δίσκο στη γυναίκα. Δεν ξέρω τι σκέφτηκαν για εμάς».

 

Μας εξάλειψαν

«Τώρα και εκείνο το σπίτι έχει κατεδαφιστεί και στη θέση του χτίστηκε μια πολυκατοικία. Οι φωνές μέσα στους τοίχους έχουν χαθεί, τα αόρατα βήματα στα μάρμαρα έχουν εξαλειφθεί. Το χαρούμενο γέλιο των παιδιών έχει χαθεί. Πέρασαν 23 χρόνια από εκείνη τη μέρα.

Κοιτάζω πίσω. Ούτε εμείς υπάρχουμε στη δική μας χώρα. Δεν έχουμε κοινές αναμνήσεις στα μάτια όσων περνούν από τον δρόμο, η μυρωδιά μας έχει επίσης εξαφανιστεί από τους δρόμους. Στη χώρα μου τώρα μιλιούνται γλώσσες που δεν γνωρίζω, πρόσωπα και ενδυμασίες που δεν γνωρίζω περπατούν πάνω από τις αναμνήσεις μας. Ένα 'γεια' δεν προέρχεται από μια οικεία φωνή. Δεν υπάρχουν πια πράσινα παραθυρόφυλλα στα παράθυρα ούτε γνωστά μάτια που κοιτάζουν από πίσω από αυτά. Τα μάτια γεμάτα αγάπη εξαφανίστηκαν ξαφνικά από τις γειτονιές όπου γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε. Όλα έχουν εξαλειφτεί.

Οι Ε/Κ έκλεψαν τις αναμνήσεις μας και εμείς κλέψαμε τις δικές τους και μετά άλλοι τις έκλεψαν ξανά. Όχι, όχι, δεν τις έκλεψαν, αλλά σβήσανε τις αναμνήσεις μας με τις γλώσσες και τις κουλτούρες τους, εμείς εξαλειφτήκαμε. Την είπαν 'πολυπολιτισμικότητα', αλλά χαθήκαμε μέσα σε αυτή. Όμως, πριν από 23 χρόνια ήμασταν τόσο γεμάτοι ελπίδα. Τα σημεία ελέγχου άνοιξαν σε μια νύχτα, οπότε είπαμε ότι η ειρήνη θα έρθει σε μια νύχτα. Δεν συνέβη τα τελευταία 23 χρόνια. Τα 23 χρόνια πριν παρέμειναν σαν μια ξεθωριασμένη γραφή σε ένα ξεθωριασμένο κομμάτι χαρτί. Και αυτά εξαφανίστηκαν μαζί με τη νοσταλγία και την ελπίδα». 

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα