Των Γιώτας Χατζηκώστα, Γιάννη Πάζουρου
Ο χρόνος κύλησε για κάποιους πολύ αργά και για κάποιους σαν αστραπή, όμως σε πολλά σημεία της ορεινής Λάρνακας και της ημιορεινής Λεμεσού μοιάζει σαν να σταμάτησε στις μέρες των φονικών πυρκαγιών. Στις πλαγιές στέκουν ακόμη μαυρισμένοι κορμοί, στα χωριά βλέπεις τα σπίτια που κάηκαν και στα χωράφια η γη παλεύει να ξαναγεννηθεί. Οι άνθρωποι επέστρεψαν, όσοι μπόρεσαν, στις καθημερινές τους συνήθειες. Άλλοι ξανάχτισαν, άλλοι περιμένουν ακόμη, άλλοι έφυγαν και δεν γύρισαν ποτέ. Όλοι κουβαλούν την ίδια εικόνα όμως, έναν ουρανό σκοτεινό, δρόμους γεμάτους καπνό και τη βεβαιότητα ότι όλα μπορούσαν να χαθούν.
Τον Ιούλιο του 2021, η πυρκαγιά στην ορεινή Λάρνακα άφησε πίσω της τέσσερις νεκρούς εργάτες από την Αίγυπτο, περίπου 40 τετραγωνικά χιλιόμετρα καμένης γης και ζημιές σε 58 κατοικίες. Τέσσερα χρόνια αργότερα, τον Ιούλιο του 2025, η φωτιά χτύπησε ξανά, αυτή τη φορά με σφοδρότητα στην ημιορεινή Λεμεσό. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι έχασε τη ζωή του, 211 σπίτια καταστράφηκαν ολοσχερώς, 440 κατοικίες επηρεάστηκαν και 125 τετραγωνικά χιλιόμετρα γης έγιναν στάχτη.
Οι δύο πυρκαγιές χωρίζονται από τέσσερα χρόνια αλλά ενώνονται από τις ίδιες ανθρώπινες ιστορίες. Από τον φόβο, την απώλεια, την αλληλεγγύη, αλλά και από τα ερωτήματα για τις εκκενώσεις, την έγκαιρη προειδοποίηση και την ετοιμότητα του κρατικού μηχανισμού. Πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν σπίτια γεμάτα αναμνήσεις και οικογένειες που έμαθαν μέσα σε μία νύχτα πώς η ζωή μπορεί να χωρέσει σε μια τσάντα.
Το παράπονο του Τζέισον
Ο Τζέισον έζησε τη φονική πυρκαγιά του 2025 μαζί με την οικογένειά του. Το σπίτι τους κάηκε και για ένα διάστημα φιλοξενήθηκαν από φίλους στην Ερήμη. Έναν χρόνο μετά, μιλά με την ήρεμη πικρία ενός ανθρώπου που αναρωτιέται τι θα μπορούσε να είχε γίνει διαφορετικά. «Ήταν συγκινητικό το πώς ανταποκρίθηκε ο κόσμος. Άνθρωποι που δεν μας γνώριζαν ήταν πολύ γενναιόδωροι με όλους τους κατοίκους των περιοχών εδώ», λέει στον «Π».
Εκείνο που εξακολουθεί να τον ενοχλεί είναι ότι δεν υπήρξε ένας μηχανισμός έγκαιρης ειδοποίησης, όπως συμβαίνει σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. «Δεν αισθάνομαι θυμό ούτε θέλω να κατηγορήσω. Ήταν μια καταστροφή που δεν είχαμε ξαναδεί στη χώρα. Μας ενόχλησε, όμως, πολύ ότι δεν λάβαμε κανένα μήνυμα που να λέει ότι πρέπει να φύγουμε από το χωριό. Την απόφαση να φύγουμε την πήραμε μόνοι μας».
Από εκείνη τη νύχτα θυμάται την ταχύτητα με την οποία άλλαξαν όλα. Δεν υπήρχε χρόνος. Πήραν μια τσάντα, τον σκύλο τους και τα διαβατήρια. «Δεν προλάβαμε να πάρουμε τίποτα. Ευτυχώς, για καλή μας τύχη, μας φιλοξένησαν φίλοι στην Ερήμη μέχρι να περάσει το κακό. Εκεί νιώσαμε την αγάπη των συνανθρώπων μας και αυτό κρατούμε». Στην αφήγησή του επιστρέφει συνεχώς η αλληλεγγύη. Τους πρόσφεραν ρούχα, φαγητό, στέγη και χρήματα.
«Δεν προλάβαμε να πάρουμε τίποτα. Φύγαμε με μια τσάντα, τον σκύλο και τα διαβατήρια στο χέρι.»
Οικονομική στήριξη
Στο Βουνί, ο Σωκράτης Μενελάου έχασε το εξοχικό του σπίτι. Είχε ζήσει μόνιμα στο χωριό και εργαζόταν ως καφετζής, όμως το 2015 αναγκάστηκε να φύγει. Δεν εγκατέλειψε ποτέ, ωστόσο, τη γη που αγάπησε. Συνέχισε να επιστρέφει και να φροντίζει το σπίτι του, μέχρι που η φωτιά το κατέστρεψε ολοσχερώς.
Για τον ίδιο, η απώλεια μετριέται κυρίως σε αναμνήσεις και σε μια σχέση ζωής με το χωριό. Αναγνωρίζει, πάντως, ότι παρά τη γραφειοκρατία υπήρξε οικονομική στήριξη. Όπως αναφέρει, στους μόνιμους κατοίκους δόθηκε ποσό 10 χιλιάδων ευρώ και επιπλέον δύο χιλιάδες ευρώ για κάθε εξαρτώμενο μέλος, ενώ η εταιρεία XM πρόσφερε 10 χιλιάδες ευρώ σε κάθε οικογένεια. «Ήταν μια σημαντική στήριξη μέσα σε όλη την καταστροφή που ζήσαμε», λέει. Καμία αποζημίωση, όμως, δεν μπορεί να επαναφέρει ένα σπίτι όπως ήταν πριν, ούτε να αντικαταστήσει τα πράγματα που είχαν αξία μόνο για εκείνον που τα έχασε.
Το πράσινο που χάθηκε
Στην ορεινή Λάρνακα έχουν περάσει πέντε χρόνια από τη φωτιά του 2021. Για όσους την έζησαν, όμως, η απόσταση δεν μετριέται με ημερολόγια. Μετριέται με τα δέντρα που δεν ξαναμεγάλωσαν, με τις πλαγιές που έμειναν γυμνές και με τις στιγμές που επιστρέφουν κάθε φορά που μυρίζει καπνός ή δυναμώνει ο άνεμος. Το αποκορύφωμα της τραγωδίας ήταν οι τέσσερις Αιγύπτιοι εργάτες που εγκλωβίστηκαν ενώ προσπαθούσαν να διαφύγουν και εντοπίστηκαν νεκροί σε μια πλαγιά. Ο θάνατός τους σημάδεψε για πάντα την τραγωδία του 2021 και παραμένει η πιο οδυνηρή μνήμη για τις κοινότητες της περιοχής.
Η κ. Αντρούλα θυμάται τη στιγμή που η φωτιά πλησίασε το σπίτι τους. «Κατεβήκαμε τον κατήφορο του σπιτιού και είδαμε την Πυροσβεστική που πήγαινε προς τον Αρακαπά. Τους φώναξε ο άντρας μου. Ήρθαν και κατάφεραν να γυτώσουν και το γειτονικό σπίτι και το δικό μας». Εκείνες τις ώρες έχασαν κάθε αίσθηση χρόνου. «Ούτε ξέρω τι ώρα ήταν. Κάηκε το υποστατικό μας στον κύριο δρόμο αλλά γλυτώσαμε εμείς και το σπίτι μας», αναφέρει. Όταν μιλά για το τοπίο πριν από τη φωτιά, η φωνή της αλλάζει. «Εδώ απέναντι ήταν ένα υπέροχο δάσος. Υπέροχο. Άνοιγες την πόρτα και έβλεπες παντού πράσινο. Εμείς εν θα ξαναδούμε αυτό το πράσινο. Αλλά το μεγάλο κακό, κόρη μου, ήταν λίγο πιο μετά, στη Μελίνη και την Ορά, που επεθάναν τζαι τα παιδιά που την Αίγυπτο».
Η αποκατάσταση μετά από μια πυρκαγιά δεν τελειώνει όταν καθαριστούν τα καμένα ή όταν καταβληθούν οι πρώτες αποζημιώσεις. Υπάρχουν ζημιές που δεν χωρούν σε πίνακες και εκθέσεις. Είναι ο φόβος κάθε φορά που ανεβαίνει η θερμοκρασία. Η αγωνία όταν ακούγεται σειρήνα. Η ανασφάλεια των ηλικιωμένων που αναρωτιούνται αν θα προλάβουν να φύγουν σε μια νέα εκκένωση.
Ευχαριστώ, παιδί μου
Ο κ. Τάσος από την Επταγώνια κουβαλά μια διαφορετική ιστορία, μια μικρή πράξη μέσα στο χάος που ίσως έσωσε ολόκληρη την περιουσία του. Στην αυλή του υπήρχαν έξι φιάλες υγραερίου. Πάνω στον πανικό προσπάθησε να τις απομακρύνει από την πλαγιά και τις άφησε στο κέντρο του περιβολιού. «Δεν ξέρω ποιος το σκέφτηκε ακόμη. Μου είπαν ότι ήταν ένα παιδί από την Πολιτική Άμυνα. Ένας γείτονας μού είπε ότι ένας νεαρός, που χτυπούσε πόρτες για να δει αν υπήρχε κόσμος, είδε τις μπουκάλες και τις πέταξε στην πισίνα. Αν εκρήγνυνταν, θα είχαμε πολύ περισσότερες ζημιές».
Δεν έμαθε ποτέ το όνομα του νεαρού. «Όποιος και να είναι, έσωσε την περιουσία μας και τον ευχαριστούμε», λέει συγκινημένος. Τέτοιες ιστορίες υπάρχουν σε κάθε χωριό. Πυροσβέστες, μέλη της Πολιτικής Άμυνας, εθελοντές και γείτονες χτύπησαν πόρτες, απομάκρυναν ηλικιωμένους, έσωσαν ζώα και προσπάθησαν να προστατεύσουν σπίτια.
Πληγές που δεν καταγράφονται
Η αποκατάσταση μετά από μια πυρκαγιά δεν τελειώνει όταν καθαριστούν τα καμένα ή όταν καταβληθούν οι πρώτες αποζημιώσεις. Υπάρχουν ζημιές που δεν χωρούν σε πίνακες και εκθέσεις. Είναι ο φόβος κάθε φορά που ανεβαίνει η θερμοκρασία. Είναι η αγωνία όταν ακούγεται σειρήνα. Είναι η ανασφάλεια των ηλικιωμένων που αναρωτιούνται αν θα προλάβουν να φύγουν σε μια νέα εκκένωση.
Στη Λεμεσό, οι κάτοικοι ζητούν ακόμη απαντήσεις για την απουσία έγκαιρης προειδοποίησης. Στην ορεινή Λάρνακα, η εμπειρία του 2021 παραμένει σημείο αναφοράς για όσα πρέπει να αλλάξουν. Και στις δύο περιοχές, οι ανάγκες είναι κοινές: καθαρισμοί, αντιπυρικές ζώνες, γρηγορότερη κινητοποίηση, συντονισμός των υπηρεσιών και ένα σύστημα προειδοποίησης που να φτάνει έγκαιρα σε κάθε κινητό τηλέφωνο.
Οι άνθρωποι δεν ζητούν θαύματα. Ζητούν να μην αφεθούν ξανά μόνοι μπροστά στη φωτιά. Ζητούν να γνωρίζουν πότε πρέπει να φύγουν, ποιον δρόμο να ακολουθήσουν και πού να κατευθυνθούν. Ζητούν το κράτος να είναι «παρών» πριν να είναι αργά.
Η ζωή επιστρέφει, η μνήμη μένει
Στις καμένες πλαγιές εμφανίζονται μικροί πράσινοι βλαστοί. Τα χωράφια καθαρίζονται, οι αυλές ξαναφτιάχνονται και σε κάποια σπίτια που επισκευάστηκαν ανάβουν ξανά τα φώτα. Η φύση προσπαθεί να επιστρέψει, όπως προσπαθούν και οι άνθρωποι. Άλλοι κατάφεραν να ξαναχτίσουν γρήγορα. Άλλοι παραμένουν αντιμέτωποι με τη γραφειοκρατία, το κόστος και την κούραση. Κάποιοι δεν θέλουν να φύγουν από τον τόπο τους, ακόμη και αν φοβούνται κάθε νέο καλοκαίρι. Άλλοι δεν αισθάνονται πια ασφαλείς εκεί όπου κάποτε ένιωθαν προστατευμένοι.
Από την ορεινή Λάρνακα του 2021 μέχρι την ημιορεινή Λεμεσό του 2025, οι φωτιές άφησαν πίσω τους έξι νεκρούς, εκατοντάδες κατεστραμμένα σπίτια και χιλιάδες στρέμματα καμένης γης. Άφησαν, όμως, και κάτι που δεν μετριέται εύκολα, μια βαθιά πληγή και μπόλικη ανθρωπιά. Οι κάτοικοι θυμούνται όσους δεν κατάφεραν να σωθούν. Θυμούνται τη στιγμή που ο ουρανός σκοτείνιασε και τη φυγή με ελάχιστα πράγματα στο χέρι.
Θυμούνται, όμως, και τους αγνώστους που άνοιξαν τα σπίτια τους, τους εθελοντές που έτρεξαν προς τις φλόγες και τους ανθρώπους που έσωσαν περιουσίες χωρίς να μάθει ποτέ κανείς τα ονόματά τους. Πέντε χρόνια μετά τη φωτιά της ορεινής Λάρνακας και έναν χρόνο μετά την καταστροφή στη Λεμεσό, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να θυμόμαστε. Η έναρξη εφαρμογής ειδοποίησης cy-alert είναι ένα πρώτο βήμα, εντούτοις, σε ένα νησί που είναι επιρρεπές σε φωτιές, αυτά που πρέπει να γίνουν είναι σαφώς περισσότερα.






