Έρευνα: Τα αποχαρακτηρισμένα αρχεία ΗΠΑ και ΟΗΕ φωτίζουν το παρασκήνιο της κυπριακής τραγωδίας - Όλοι ήξεραν αλλά δεν απέτρεψαν

ΠΟΛΙΤΗΣ NEWS

Header Image

Τα αποχαρακτηρισμένα πρακτικά αποκαλύπτουν μια Ουάσιγκτον που, ενώ γνωρίζει ότι η εισβολή επίκειται, επικεντρώνει το ενδιαφέρον της σχεδόν αποκλειστικά στην απεμπλοκή των δικών της πολιτών και στη διπλωματική ισορροπία ανάμεσα σε Αθήνα, Άγκυρα και Λονδίνο.

Πενήντα δύο χρόνια μετά την τουρκική εισβολή δημόσια αρχεία των Ηνωμένων Πολιτειών, της Βουλής των Κοινοτήτων και των Ηνωμένων Εθνών φωτίζουν με μεγαλύτερη σαφήνεια τις δραματικές ώρες που προηγήθηκαν της μεγαλύτερης τραγωδίας της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας.

Το Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων παρουσιάζει δημοσιογραφική έρευνα βασισμένη σε πρωτογενείς πηγές: αμερικανικά και βρετανικά διπλωματικά τηλεγραφήματα, πρακτικά του Συμβουλίου Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών, πρακτικά της Βουλής των Κοινοτήτων του Ηνωμένου Βασιλείου, έγγραφα της σειράς «Εξωτερικές Σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών» (Foreign Relations of the United States – FRUS), πρακτικά της Ομάδας Ειδικών Ενεργειών της Ουάσιγκτον (Washington Special Actions Group – WSAG), αρχεία της Ειρηνευτικής Δύναμης των Ηνωμένων Εθνών στην Κύπρο (ΟΥΝΦΙΚΥΠ) και αποχαρακτηρισμένες συνομιλίες της αμερικανικής ηγεσίας.

Οι τελευταίες ώρες πριν από την απόβαση

Το απόγευμα της 19ης Ιουλίου 1974, τέσσερις ημέρες μετά το πραξικόπημα κατά του Προέδρου Μακαρίου, η κρίση είχε πλέον αποκτήσει διεθνείς διαστάσεις. Στη Λευκωσία, η «κυβέρνηση» του Νίκου Σαμψών επιχειρούσε να εδραιωθεί, ενώ η χούντα του Δημήτριου Ιωαννίδη στην Αθήνα επέμενε ότι επρόκειτο για «εσωτερική κυπριακή υπόθεση». Την ίδια ώρα, ο Τούρκος Πρωθυπουργός Μπουλέντ Ετζεβίτ είχε ουσιαστικά αποφασίσει ότι, αν δεν αποκαθίστατο η προ του πραξικοπήματος κατάσταση, η Τουρκία θα επενέβαινε στρατιωτικά. Για την Ουάσιγκτον και το Λονδίνο, η μεγαλύτερη ανησυχία ήταν πλέον η αποτροπή πολέμου μεταξύ δύο συμμάχων του ΝΑΤΟ, της Τουρκίας και της Ελλάδας.

Στις 3.30 μ.μ. (ώρα Νέας Υόρκης), το Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ συνεδρίασε εκτάκτως για δεύτερη φορά μέσα σε λίγες ημέρες. Πριν καν αρχίσει η συζήτηση, απέρριψε το αίτημα της κυβέρνησης Σαμψών να αντικατασταθεί ο μόνιμος αντιπρόσωπος της Κυπριακής Δημοκρατίας, Ζήνων Ρωσσίδης και να αναβληθεί η συνεδρίαση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της 1780ής συνεδρίασης (S/PV.1780). Η διατήρηση του Ρωσσίδη στη θέση του αποτελούσε σαφή ένδειξη ότι ο ΟΗΕ δεν αναγνώριζε το καθεστώς Σαμψών.

Στην ομιλία του, ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος ανέφερε ότι το πραξικόπημα οργανώθηκε από τη στρατιωτική κυβέρνηση της Αθήνας και εκτελέστηκε από Έλληνες αξιωματικούς που διοικούσαν την Εθνική Φρουρά. Κατηγόρησε επίσης την ελληνική χούντα ότι χρηματοδοτούσε και καθοδηγούσε την ΕΟΚΑ Β, ενώ αποκάλυψε πως λίγες εβδομάδες πριν είχε ζητήσει με επιστολή προς τον Πρόεδρο της Ελληνικής Δημοκρατίας, Φαίδωνα Γκιζίκη, την αποχώρηση των Ελλήνων αξιωματικών από την Κύπρο. Όπως είπε, η απάντηση ήταν ότι κάτι τέτοιο θα αποδυνάμωνε την άμυνα του νησιού απέναντι στην Τουρκία.

«Τους απάντησα ότι θεωρούσα τον κίνδυνο από την Αθήνα μεγαλύτερο από τον κίνδυνο από την Τουρκία», δήλωσε ενώπιον του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Ο Μακάριος υποστήριξε ακόμη ότι το πραξικόπημα απειλούσε ολόκληρη την Κυπριακή Δημοκρατία, Ελληνοκυπρίους και Τουρκοκυπρίους, και κάλεσε τον ΟΗΕ να απαιτήσει την αποχώρηση των Ελλήνων αξιωματικών από την Εθνική Φρουρά και την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης.

«Τα γεγονότα εις την Κύπρον δεν αποτελούν εσωτερική υπόθεση των Ελλήνων της Κύπρου. Και οι Τούρκοι της Κύπρου επηρεάζονται επίσης. Το πραξικόπημα της ελληνικής χούντας είναι μια εισβολή και εκ των συνεπειών του θα υποφέρει όλος ο λαός της Κύπρου- Έλληνες  και Τούρκοι», ανέφερε στην πιο πολυσυζητημένη φράση της ομιλίας του. 

Η ελληνική απάντηση

Ο Έλληνας αντιπρόσωπος Ιωάννης Παναγιωτάκος απέρριψε κάθε εμπλοκή της Αθήνας, επιμένοντας ότι τα γεγονότα αποτελούσαν αποκλειστικά εσωτερική υπόθεση των Ελληνοκυπρίων. Υποστήριξε ότι τόσο ο διοικητής της ΕΛΔΥΚ όσο και ο αρχηγός της Εθνικής Φρουράς βρίσκονταν στην Αθήνα πριν από το πραξικόπημα και ότι οι επικοινωνίες με τη Λευκωσία είχαν διακοπεί.

Στη συνέχεια επιτέθηκε προσωπικά στον Μακάριο, κατηγορώντας τον για «προσωπολατρία» και «δημαγωγία», ενώ τον κατηγόρησε ακόμη ότι διατηρούσε παραστρατιωτικό μηχανισμό και ευθυνόταν για διώξεις και πολιτικές δολοφονίες αντιπάλων του.

Η Άγκυρα προειδοποιεί

Τα αποχαρακτηρισμένα αμερικανικά έγγραφα δείχνουν ότι η Άγκυρα είχε προειδοποιήσει εγκαίρως για τις προθέσεις της. Στις 17 Ιουλίου, ο Αμερικανός πρέσβης στην Τουρκία, Ουίλιαμ Μακόμπερ έστειλε τηλεγράφημα για τη συνάντησή του με τον Πρωθυπουργό Μπουλέντ Ετζεβίτ, ο οποίος χαρακτήρισε το πραξικόπημα παραβίαση της Συνθήκης Εγγυήσεως του 1960 και απέδωσε την οργάνωσή του στη στρατιωτική κυβέρνηση (χούντα) της Αθήνας.

Ο Ετζεβίτ προειδοποίησε ότι, αν δεν αποκαθίστατο μια «αποδεκτή κατάσταση», η Τουρκία θα επενέβαινε στρατιωτικά, προσθέτοντας ότι, αν η επέμβαση ήταν αναπόφευκτη, έπρεπε να πραγματοποιηθεί μέσα σε «λίγες ημέρες», διαφορετικά θα ήταν «πιο αιματηρή».

Αποκάλυψε επίσης ότι μετέβαινε στο Λονδίνο επιδιώκοντας κοινή δράση με το Ηνωμένο Βασίλειο, ως δεύτερη εγγυήτρια δύναμη.

«Έχουν βάσεις εκεί. Αν δεν τις χρησιμοποιήσουν τώρα, τότε για ποιο λόγο υπάρχουν; Θα εξετάσουμε όλες τις ειρηνικές λύσεις πριν εξετάσουμε άλλες επιλογές, » είχε αναφέρει ο Ετζεβίτ.

Σύμφωνα με το αμερικανικό τηλεγράφημα, οι βασικοί στόχοι που πρόβαλλε η τουρκική κυβέρνηση ήταν η αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης, η αποχώρηση των Ελλήνων αξιωματικών από την Εθνική Φρουρά και η εξασφάλιση ασφαλούς πρόσβασης των Τουρκοκυπρίων στη θάλασσα.

Το αμερικανικό δίλημμα

Το βράδυ της 19ης Ιουλίου, ενώ η διεθνής προσοχή ήταν στραμμένη στο Συμβούλιο Ασφαλείας, οι κρίσιμες αποφάσεις λαμβάνονταν στην Ουάσιγκτον, το Λονδίνο και την Άγκυρα. Τα έγγραφα της σειράς «Εξωτερικές Σχέσεις των Ηνωμένων Πολιτειών» δείχνουν ότι η αμερικανική κυβέρνηση είχε πλέον αντιληφθεί πως η τουρκική επέμβαση ήταν εξαιρετικά πιθανή και επικέντρωνε τις προσπάθειές της κυρίως στην αποτροπή ενός ελληνοτουρκικού πολέμου που θα απειλούσε τη συνοχή του ΝΑΤΟ εν μέσω Ψυχρού Πολέμου.

Από τις πρώτες ώρες μετά το πραξικόπημα της 15ης Ιουλίου, η Ουάσιγκτον προσπαθούσε να ισορροπήσει ανάμεσα στην αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης και στην αποτροπή μιας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης.

Σε τηλεγράφημα που περιλαμβάνεται στα έγγραφα των Foreign Relations of the United States (FRUS), ο Υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρι Κίσινγκερ επανέλαβε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αναγνώριζαν την Κύπρο ως «ενιαίο, κυρίαρχο και ανεξάρτητο κράτος» και ξεκαθάριζε πως «δεν μπορούν να αποδεχθούν οποιαδήποτε ενέργεια που μεταβάλλει την πολιτική και συνταγματική δομή του νησιού». Παράλληλα καλούσε την ελληνική κυβέρνηση να επιδείξει «τη μέγιστη δυνατή αυτοσυγκράτηση», προειδοποιώντας ότι νέα αποσταθεροποίηση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ελληνοτουρκικό πόλεμο και να ενισχύσει τη σοβιετική επιρροή στην Ανατολική Μεσόγειο.

Τρεις ημέρες αργότερα, νέο τηλεγράφημα του Στέιτ Ντιπάρτμεντ προς τις αμερικανικές διπλωματικές αποστολές αποτύπωνε ακόμη καθαρότερα τη στρατηγική της Ουάσιγκτον. Οι δύο βασικές προτεραιότητες ήταν να αποτραπεί τουρκική στρατιωτική επέμβαση και να αποφευχθεί εμφύλια σύγκρουση στην Κύπρο που θα μπορούσε να αξιοποιηθεί από τη Μόσχα.

Το ίδιο έγγραφο αποκαλύπτει και το βασικό αμερικανικό δίλημμα. Παρότι ο Μακάριος εξακολουθούσε να θεωρείται ο νόμιμος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι Αμερικανοί εκτιμούσαν ότι η επιστροφή του χωρίς εξωτερική στρατιωτική υποστήριξη ήταν εξαιρετικά δύσκολη. Παράλληλα, απέρριπταν και το καθεστώς Σαμψών.

«Δεν αποδεχόμαστε το καθεστώς Σαμψών», αναφερόταν χαρακτηριστικά. Ωστόσο, το ίδιο τηλεγράφημα σημείωνε: «Το καθεστώς βρίσκεται ήδη στην εξουσία και θα ήταν απερίσκεπτο να επιδιώξουμε την απομάκρυνσή του πριν διαφανεί μια εναλλακτική λύση.»

Πιέσεις στο Λονδίνο για κοινή δράση

Την ίδια περίοδο, η βρετανική κυβέρνηση βρισκόταν στο επίκεντρο έντονων πιέσεων να αναλάβει πρωτοβουλία ως εγγυήτρια δύναμη. Στη Βουλή των Κοινοτήτων διατυπώθηκαν στις 19 Ιουλίου προτάσεις για αξιοποίηση των δικαιωμάτων που παρείχε η Συνθήκη Εγγυήσεως του 1960, ακόμη και για προσωρινή ανάθεση της διοίκησης της Εθνικής Φρουράς στα Ηνωμένα Έθνη.

Ο υφυπουργός Εξωτερικών για θέματα Κοινοπολιτείας Ρόι Χάτερσλι επιβεβαίωσε ότι βρίσκονταν σε εξέλιξη συνεχείς επαφές με την Αθήνα και την Άγκυρα, αποφεύγοντας όμως οποιαδήποτε δέσμευση για στρατιωτική δράση.

Στο μεταξύ, ο Μπουλέντ Ετζεβίτ είχε μεταβεί στο Λονδίνο στις 17 Ιουλίου επιδιώκοντας κοινή βρετανοτουρκική επέμβαση βάσει της Συνθήκης Εγγυήσεως. Οι συνομιλίες δεν απέδωσαν αποτέλεσμα, καθώς η κυβέρνηση του Χάρολντ Ουίλσον δεν ήταν διατεθειμένη να συμμετάσχει σε στρατιωτική επιχείρηση. Η αποτυχία αυτή άφησε την Άγκυρα ουσιαστικά ελεύθερη να προχωρήσει μονομερώς.

Συντονισμός στην Ουάσιγκτον, ενώ το ρολόι μετρούσα αντίστροφα

Το μεσημέρι της 19ης Ιουλίου 1974 (14:43 – 15:29 ώρα Ουάσιγκτον), η Ειδική Ομάδα της Ουάσιγκτον ( WSAG) συνεδριάζει εσπευσμένα στην Αίθουσα Επιχειρήσεων του Λευκού Οίκου. Υπό την προεδρία του Αναπληρωτή Υπουργού Εξωτερικών Ρόμπερτ  Ίνγκερσολ και με τη συμμετοχή των επικεφαλής του Πενταγώνου, του Γενικού Επιτελείου (JCS) και της CIA, το αμερικανικό επιτελείο συντονίζει τις κινήσεις του καθώς το ρολόι μετρά αντίστροφα για την τουρκική εισβολή.

Τα αποχαρακτηρισμένα πρακτικά αποκαλύπτουν μια Ουάσιγκτον που, ενώ γνωρίζει ότι η εισβολή επίκειται, επικεντρώνει το ενδιαφέρον της σχεδόν αποκλειστικά στην απεμπλοκή των δικών της πολιτών και στη διπλωματική ισορροπία ανάμεσα σε Αθήνα, Άγκυρα και Λονδίνο.

 Ο Υφυπουργός Άμυνας, Γουίλιαμ Κλέμεντς, ενημερώνει ότι —μετά από έγκριση— η αμερικανική αμφίβια δύναμη (5 πλοία, ανάμεσά τους ένα ελικοπτεροφόρο LPH, δύο αποβατικά LPD, 1.800 πεζοναύτες και 14 ελικόπτερα) έχει διαταχθεί να πλησιάσει στα 100 έως 50 μίλια από την Κύπρο. Η απόσταση από την ακτή υπολογίζεται σε περίπου 10 ώρες. Ο Κλέμεντς ξεκαθαρίζει: «Οι εντολές προς τον στόλο είναι ότι μετακινείται αποκλειστικά για σκοπούς εκκένωσης αμάχων, όχι για στρατιωτική παρέμβαση».

Το «θολό» τοπίο με τον Ιωαννίδη

Κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, μεταφέρεται μήνυμα από τον Χένρι Κίσινγκερ (ο οποίος βρίσκεται στο Σαν Κλεμέντε και δίνει οδηγίες τηλεφωνικά) σχετικά με την επίσκεψη του Τζόζεφ Σίσκο στην Αθήνα. Εκείνη την ώρα, το αμερικανικό επιτελείο δεν έχει ακόμη καθαρή εικόνα για το αν ο Σίσκο κατάφερε να δει τον «αόρατο δικτάτορα» Δημήτριο Ιωαννίδη, θεωρώντας το μάλλον απίθανο.

Στο τέλος της συνεδρίασης φτάνει το τηλεγράφημα από την Αθήνα. Το γεγονός ότι η ελληνική πλευρά δέχθηκε να στείλει αντιπρόσωπο στο Λονδίνο τη Δευτέρα (22 Ιουλίου) για διαβουλεύσεις αντιμετωπίζεται με συγκρατημένη ανακούφιση.

«Τουλάχιστον έχει κάτι για να συζητήσει [ο Σίσκο στην Άγκυρα]», αναφέρεται.

 Ωστόσο, ο Διευθυντής της CIA, Μπιλ Κόλμπι, θέτει το πραγματικό πρόβλημα: «Το αληθινό ζήτημα είναι να πείσουμε τους Τούρκους να καθυστερήσουν την εισβολή μέχρι τη Δευτέρα».

Το παρασκήνιο με το αεροπλάνο του Μακαρίου και η απειλή δολοφονίας

 Ο Μακάριος αναμένεται στη Νέα Υόρκη και ο Κίσινγκερ έχει προγραμματίσει να τον δει τη Δευτέρα. Το State Department αποκαλύπτει ότι η κυπριακή πλευρά ζήτησε αμερικανικό αεροσκάφος για τη μεταφορά του Μακαρίου από τη Νέα Υόρκη στην Ουάσιγκτον, επικαλούμενη απειλές για τη ζωή του.  

Ο τότε πρέσβης των ΗΠΑ στην Κύπρο Ρόμπερτ Τζέιμς ΜακΚλόσκι εισηγείται να απορριφθεί το αίτημα, για να μην δοθεί η διπλωματική εντύπωση ότι οι ΗΠΑ «κλίνουν» υπέρ του Μακαρίου.

Ο εκπρόσωπος της CIA, Τζορτζ Λόντερ, παρεμβαίνει και αποκαλύπτει: «Η αναφορά προέρχεται από καλή πηγή... η οποία λέει ότι έχουν δοθεί εντολές να δολοφονηθεί ο Μακάριος οποτεδήποτε και οπουδήποτε στον κόσμο».

Τελικά, ο Κλέμεντς προτείνει τη μέση λύση: να του παραχωρηθεί ένα μικρό, ανώνυμο στρατιωτικό τζετ χωρίς διακριτικά (unmarked), ώστε να διασφαλιστεί η ζωή του χωρίς να φανεί επίσημη πολιτική στήριξη.

Το τηλεγράφημα που προανήγγειλε την εισβολή

Το απόγευμα της 19ης Ιουλίου, ο ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ Τζόζεφ Σίσκο ενημέρωσε τον Χένρι Κίσινγκερ για τις επαφές του στην Αθήνα με τον Δημήτριο Ιωαννίδη και τον αρχηγό των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων, στρατηγό Γρηγόριο Μπονάνο.

Όπως ενημέρωσε τον Υπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, αναχωρούσε για την Άγκυρα έχοντας εξασφαλίσει περιορισμένες παραχωρήσεις από την ελληνική πλευρά, τις οποίες όμως ο ίδιος θεωρούσε ανεπαρκείς για να αποτρέψουν τουρκική στρατιωτική επέμβαση. Η Αθήνα συμφώνησε να συμμετάσχει σε συνομιλίες στο Λονδίνο με τη Βρετανία και να υποστηρίξει ενισχυμένο ρόλο του ΟΗΕ στον έλεγχο λιμανιών και αεροδρομίων της Κύπρου, απέρριψε όμως κατηγορηματικά την τουρκική απαίτηση για πρόσβαση των Τουρκοκυπρίων στη θάλασσα, θεωρώντας την συγκαλυμμένη μορφή διχοτόμησης.

Ο Σίσκο αποκάλυψε επίσης ότι απέφυγε σκόπιμα να μεταφέρει στην Αθήνα την πρόταση του Τούρκου Πρωθυπουργού Μπουλέντ Ετζεβίτ για πλήρη διχοτόμηση, εκτιμώντας ότι κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε κατάρρευση κάθε διπλωματικής προσπάθειας, ενώ εισηγήθηκε ως τελευταία πιθανότητα αποκλιμάκωσης την ανάληψη της Προεδρίας της Κυπριακής Δημοκρατίας από τον Πρόεδρο της Βουλής Γλαύκο Κληρίδη, στο πλαίσιο της συνταγματικής διαδοχής.

Στην τελευταία και πιο προφητική παράγραφο του τηλεγραφήματος, ο Σίσκο καταγράφει την ξεκάθαρη πεποίθησή του ότι η διπλωματία είναι καταδικασμένη:

«Έχω τη σαφή εντύπωση πως, ό,τι και να γίνει σε αυτή την κατάσταση, οι Τούρκοι θεωρούν ότι αυτή είναι η ιδανική στιγμή για να επιτύχουν μέσω στρατιωτικής επέμβασης έναν μακροχρόνιο στόχο τους».

Στον Λευκό Οίκο η εισβολή θεωρείται πλέον επικείμενη

Το ίδιο βράδυ συνεδρίασε εκτάκτως η WSAG, με τη συμμετοχή του Κίσινγκερ και ανώτατων αξιωματούχων του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, του Πενταγώνου, της CIA και του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας.

Τα πρακτικά δείχνουν ότι το ερώτημα δεν ήταν αν η Τουρκία θα επενέβαινε, αλλά πότε.

Αποχαρακτηρισμένη τηλεφωνική συνομιλία της 19ης Ιουλίου 1974 μεταξύ του Υπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Χένρι Κίσινγκερ και του Διευθυντή της CIA Μπιλ Κόλμπι αποκαλύπτει ότι η Ουάσιγκτον είχε σαφή εικόνα για την επικείμενη τουρκική εισβολή και τους στρατιωτικούς της στόχους. Η CIA εκτιμούσε ότι οι τουρκικές δυνάμεις ήταν πλήρως προετοιμασμένες για απόβαση στην Κερύνεια, με στόχο την κατάληψη της Κερύνειας, της Αμμοχώστου και μιας ζώνης που θα συνέδεε τις δύο περιοχές, ώστε να εξασφαλίσουν ισχυρή διαπραγματευτική θέση.

Παράλληλα, προέβλεπε αντίσταση από την Εθνική Φρουρά, αλλά θεωρούσε ότι η Ελλάδα δεν διέθετε τη δυνατότητα αποτελεσματικής στρατιωτικής επέμβασης λόγω της απόστασης και της αριθμητικής υπεροχής της Τουρκίας. 

Η αμερικανική συζήτηση επικεντρώθηκε κυρίως στην αποτροπή ελληνοτουρκικού πολέμου και στην ασφαλή απομάκρυνση Αμερικανών πολιτών από την Κύπρο. Στο πλαίσιο αυτό εξετάστηκε και η αποστολή πολεμικών πλοίων στην Ανατολική Μεσόγειο αποκλειστικά για επιχειρήσεις εκκένωσης.

Καθώς πλησίαζαν τα μεσάνυχτα της 19ης Ιουλίου, τα αμερικανικά και βρετανικά έγγραφα κατέγραφαν ότι ο τουρκικός αποβατικός στόλος είχε ήδη αποπλεύσει από τα νότια παράλια της Μικράς Ασίας με προορισμό τις βόρειες ακτές της Κύπρου. Η επιχείρηση «Αττίλας» είχε ουσιαστικά τεθεί σε εφαρμογή.

Στη Λευκωσία, αντίθετα, το πραξικόπημα είχε προκαλέσει σοβαρή αποδιοργάνωση στην αλυσίδα διοίκησης της Εθνικής Φρουράς και η προσοχή παρέμενε στραμμένη κυρίως στην εσωτερική κατάσταση, παρά στις ενδείξεις για επικείμενη εξωτερική επίθεση.

«Αποβιβάζονται»

Ένα από τα πιο αποκαλυπτικά ντοκουμέντα των αμερικανικών αρχείων είναι η τηλεφωνική συνομιλία του Χένρι Κίσινγκερ με τον Υπουργό Άμυνας Τζέιμς Σλέσινγκερ, το βράδυ της 19ης Ιουλίου προς τα ξημερώματα της 20ης Ιουλίου. Ο Κίσινγκερ ενημέρωσε ότι οι τουρκικές δυνάμεις είχαν ήδη αρχίσει την απόβαση.

«Αποβιβάζονται», είπε χαρακτηριστικά.

Σύμφωνα με την ενημέρωση που είχε λάβει, οι τουρκικές μονάδες είχαν διαταγή να μην ανοίξουν πυρ εναντίον ελληνικών δυνάμεων, εκτός αν δέχονταν επίθεση. Παράλληλα, η Ουάσιγκτον προωθούσε τη λεγόμενη «λύση Κληρίδη», δηλαδή την αποχώρηση του Νίκου Σαμψών και την ανάληψη της Προεδρίας από τον Πρόεδρο της Βουλής, Γλαύκο Κληρίδη, στο πλαίσιο της συνταγματικής διαδοχής, αν και ο ίδιος ο Κίσινγκερ αναγνώριζε ότι οι πιθανότητες επιτυχίας ήταν περιορισμένες.

Κατά τη συζήτηση για τους πραγματικούς στόχους της Άγκυρας, ο Σλέσινγκερ εκτίμησε ότι η Τουρκία «δεν θα συμβιβαζόταν με τίποτε λιγότερο από ένα τμήμα του νησιού». Ο Κίσινγκερ απάντησε ότι, αν αυτός ήταν ο στόχος της, τότε «θα πρέπει να εργαστούμε για μια διπλή ένωση και να δοθεί το υπόλοιπο τμήμα του νησιού στην Ελλάδα».

Η αυγή της εισβολής

Λίγο πριν από τις 5 τα ξημερώματα της 20ής Ιουλίου, οι τελευταίες ελπίδες για διπλωματική αποκλιμάκωση εξανεμίστηκαν. Ο τουρκικός αποβατικός στόλος έφθασε στις βόρειες ακτές της Κύπρου και η επιχείρηση «Αττίλας» άρχισε με αεροπορικούς βομβαρδισμούς, αποβάσεις στην περιοχή Πέντε Μίλι, δυτικά της Κερύνειας, και ρίψεις αλεξιπτωτιστών βόρεια της Λευκωσίας, με στόχο τη σύνδεση του προγεφυρώματος με τον τουρκοκυπριακό θύλακα της πρωτεύουσας.

Η τουρκική κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι ενεργούσε βάσει του άρθρου 4 της Συνθήκης Εγγυήσεως του 1960, υποστηρίζοντας ότι η επέμβαση αποσκοπούσε στην αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης που είχε ανατραπεί με το πραξικόπημα.

Νίξον - Κίσινγκερ: «Αν χρειαστεί, θα διακόψουμε τη στρατιωτική βοήθεια»

Λίγες ώρες μετά την έναρξη της εισβολής, ο Πρόεδρος Ρίτσαρντ Νίξον ενημερώθηκε τηλεφωνικά από τον Χένρι Κίσινγκερ.

Ο υπουργός Εξωτερικών ανέφερε ότι η Αθήνα είχε αποδεχθεί την αμερικανική πρόταση για κατάπαυση του πυρός, ενώ η Άγκυρα καθυστερούσε να απαντήσει, επιδιώκοντας, όπως εκτίμησε, να δημιουργήσει στρατιωτικά τετελεσμένα.

«Προσπαθούν να κερδίσουν όσο περισσότερο έδαφος μπορούν», είπε, προσθέτοντας ότι «οι Τούρκοι έχουν αποκτήσει ισχυρή διαπραγματευτική θέση» και η Εθνική Φρουρά έχει ουσιαστικά ηττηθεί.

Ο Νίξον ρώτησε αν υπήρχε κίνδυνος άμεσης εμπλοκής της Ελλάδας. Ο Κίσινγκερ απάντησε: «Αν οι Έλληνες δεν πάνε σε πόλεμο το πρωί, πιστεύω ότι θα είμαστε εντάξει».

Η συζήτηση κατέληξε στο βασικό μέσο πίεσης που θεωρούσε ότι διέθετε η Ουάσιγκτον. Ο Κίσινγκερ εισηγήθηκε ότι, σε περίπτωση ελληνοτουρκικού πολέμου, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα διέκοπταν κάθε στρατιωτική βοήθεια προς τις δύο χώρες.

«Αυτό θα σταματούσε τον πόλεμο», σχολίασε ο Νίξον.

Λίγο μετά, νέα συνεδρίαση, υπό την προεδρία του Ρόμπερτ Ίνγκερσολ  και με τη συμμετοχή του Διευθυντή της CIA Γουίλιαμ Κόλμπι, αποκαλύπτει το παρασκήνιο των αμερικανικών κινήσεων στο στρατιωτικό και διπλωματικό πεδίο.

Συγκεκριμένα καταγράφεται η εντολή του Χένρι Κίσινγκερ προς τον μεσολαβητή Τζόζεφ Σίσκο να εμφανιστεί εξαιρετικά σκληρός και «βάναυσος» απέναντι στην τουρκική ηγεσία, απειλώντας την με πλήρη διακοπή της στρατιωτικής βοήθειας.

 Ωστόσο, πίσω από τις επίσημες διακηρύξεις για κατάπαυση του πυρός και αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης, ο Ίνγκερσολ διατύπωνε ήδη τον κυνικό γεωπολιτικό συμβιβασμό της «διπλής ένωσης» (δηλαδή της de facto διχοτόμησης) ως τη μόνη ρεαλιστική διέξοδο σε περίπτωση αποτυχίας των διαπραγματεύσεων.

Την ίδια στιγμή, η ένταση μεταξύ των ΗΠΑ και της ελληνικής χούντας είχε χτυπήσει «κόκκινο» μετά την είδηση ότι οι ελληνικές αρχές είχαν επιτάξει με το ζόρι τρεις αμερικανικές φορτηγίδες φορτωμένες με πυρομαχικά που προορίζονταν για την Τουρκία. Η ενέργεια αυτή προκάλεσε την έντονη αγανάκτηση των Αμερικανών αξιωματούχων, οι οποίοι χαρακτήρισαν την Ελλάδα «εριστική» και πρότειναν να ξεκινήσει η σταδιακή αποστασιοποίηση της Ουάσιγκτον από την Αθήνα. Φοβούμενοι τόσο τις αντιδράσεις στο Κογκρέσο όσο και την πιθανότητα οι παραδόσεις όπλων να εκληφθούν ως μεροληψία, οι ΗΠΑ αποφάσισαν να προχωρήσουν σε αυστηρό διάβημα διαμαρτυρίας μέσω του πρέσβη στην Αθήνα, επιβάλλοντας παράλληλα ένα καθολικό αλλά προσωρινό «πάγωμα» σε όλες τις στρατιωτικές αποστολές και προς τις δύο πλευρές.

Το διπλό παιχνίδι του Κίσινγκερ με το εμπάργκο όπλων 

Μια άκρως απόρρητη τηλεφωνική συνομιλία μεταξύ του Υπουργού Εξωτερικών Χένρι Κίσινγκερ και του Αναπληρωτή του, Ρόμπερτ Ίνγκερσολ, αποκαλύπτει ότι η Ουάσιγκτον εφάρμοσε μια τακτική «διπλού παιχνιδιού» σχετικά με το πάγωμα της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ελλάδα και την Τουρκία, την ώρα που ο Κίσινγκερ εμφανίζεται εξοργισμένος με την απειθαρχία των υφισταμένων του.

Ενώ το Υπουργείο Άμυνας (υπό τον Τζέιμς Σλέσινγκερ) είχε ανακοινώσει εσωτερικά τη διακοπή των αποστολών όπλων προς τις δύο χώρες, ο Κίσινγκερ παρεμβαίνει δυναμικά για να ακυρώσει την απόφαση. Ο Υπουργός Εξωτερικών δίνει ρητή, κυνική εντολή: δεν πρέπει να υπάρξει καμία επίσημη ανακοίνωση για διακοπή της βοήθειας, καθώς φοβάται ότι αν αυτή διακοπεί επίσημα, «δεν θα καταφέρουμε να την ξεκινήσουμε ποτέ ξανά».

Αντ' αυτού, ορίζει μια παρελκυστική πολιτική: οι παραδόσεις δεν πρέπει να γίνουν, αλλά αυτό πρέπει να παρουσιαστεί ως «τεχνικές καθυστερήσεις» των επόμενων ημερών.

Το δεύτερο και πιο εκρηκτικό σημείο της συνομιλίας αφορά τη στάση των ΗΠΑ απέναντι στην Τουρκία. Ο Κίσινγκερ εξοργίζεται όταν μαθαίνει ότι ο Υφυπουργός Εξωτερικών, Άρθουρ Χάρτμαν, δεν μετέφερε στον Τούρκο Πρέσβη την αυστηρή προειδοποίηση ότι η Ουάσιγκτον θα διέκοπτε τη στρατιωτική βοήθεια αν η Άγκυρα απέρριπτε την κατάπαυση του πυρός.

«Θα είναι ένα πολύ μοναχικό υπουργείο όταν επιστρέψω», δηλώνει ο Κίσινγκερ, ξεσπώντας σε βρισιές και προσθέτοντας: «Πες στον Χάρτμαν ότι την επόμενη φορά που δεν θα εκτελέσει οδηγίες, θέλω την παραίτησή του. Δεν δέχομαι την αρχή ότι οι Βοηθοί Υπουργοί έχουν δικαίωμα κρίσης όταν τους δίνεται μια εντολή».

Ο Κίσινγκερ διατάζει τον Ίνγκερσολ να αναγκάσει τον Χάρτμαν να καλέσει αμέσως πίσω τον Τούρκο Πρέσβη και να του ξεκαθαρίσει, «ως φίλος προς φίλο», ότι αν η Τουρκία δεν δεχθεί την πρόταση κατάπαυσης του πυρός που μεταφέρει ο μεσολαβητής Τζόζεφ Σίσκο, αυτό θα οδηγήσει σε νομοτελειακή διακοπή της αμερικανικής βοήθειας προς την Άγκυρα.

Παρασκήνιο για το Ψήφισμα 353

Ενώ η τουρκική εισβολή είχε ήδη αρχίσει, η Ουάσιγκτον συνέχιζε τις προσπάθειες για την επίτευξη εκεχειρίας μέσω του Συμβουλίου Ασφαλείας.

Αποχαρακτηρισμένη τηλεφωνική συνομιλία του Χένρι Κίσινγκερ με τον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών Ρόμπερτ Ίνγκερσολ και τον μόνιμο αντιπρόσωπο των ΗΠΑ στον ΟΗΕ Τζον Σκάλι αποκαλύπτει ότι η αμερικανική αντιπροσωπεία παρακολουθούσε λεπτό προς λεπτό τις διαπραγματεύσεις για το ψήφισμα που θα εξελισσόταν στο Ψήφισμα 353.

Ο πρέσβης των ΗΠΑ στον ΟΗΕ Ντόναλντ Μπάφαμ ενημέρωνε ότι η συνεδρίαση καθυστερούσε, καθώς συνεχίζονταν οι διαβουλεύσεις στους διαδρόμους του ΟΗΕ. Όπως ανέφερε, η Σοβιετική Ένωση επιχειρούσε να τροποποιήσει το αμερικανικό σχέδιο ψηφίσματος, ενώ η αμερικανική αντιπροσωπεία «κρατούσε σκληρή γραμμή».

Κεντρικό σημείο της διαπραγμάτευσης ήταν η γαλλική πρόταση να ζητηθεί η αποχώρηση όλων των ξένων στρατευμάτων που υπερέβαιναν όσα προέβλεπαν οι διεθνείς συμφωνίες, διατύπωση που πλέον αφορούσε και τις τουρκικές δυνάμεις που είχαν ήδη αποβιβαστεί στην Κύπρο.

Ο Κίσινγκερ σχολίασε: «Αυτό ίσως να μην είναι κακή ιδέα... εκτός από το ότι δεν θα αρέσει στους Τούρκους». Τελικά συναίνεσε στη συμβιβαστική διατύπωση, ζητώντας όμως: «Βεβαιωθείτε ότι οι Βρετανοί και οι Γάλλοι θα είναι μαζί μας όταν γίνει αυτό.»

Στο ίδιο πρακτικό αποτυπώνεται και η προσπάθεια ελέγχου της δημόσιας εικόνας της κρίσης. Ερωτηθείς για την ενημέρωση των δημοσιογράφων, ο Κίσινγκερ απάντησε: «Την κράτησα σε πολύ χαμηλούς τόνους και η βασική μου μέριμνα ήταν να δώσω την εντύπωση ότι ξέραμε τι κάναμε». Παράλληλα, υπογράμμισε ότι έπρεπε να καταστεί σαφές πως «δεν βρισκόμαστε σε κατάσταση αντιπαράθεσης με τη Σοβιετική Ένωση».

Η αντίδραση της ΟΥΝΦΙΚΥΠ

Από τις πρώτες ώρες της εισβολής, η ΟΥΝΦΙΚΥΠ τέθηκε σε πλήρη συναγερμό, ενίσχυσε τα παρατηρητήριά της, πραγματοποίησε συνεχείς περιπολίες και επιχείρησε να επιτύχει τοπικές συμφωνίες κατάπαυσης του πυρός και να διευκολύνει ανθρωπιστικές επιχειρήσεις, χωρίς όμως να μπορεί να επηρεάσει την εξέλιξη των συγκρούσεων.

Την ίδια ημέρα, το Συμβούλιο Ασφαλείας ενέκρινε το Ψήφισμα 353 (1974), με το οποίο ζητούσε άμεση κατάπαυση του πυρός, τερματισμό κάθε ξένης στρατιωτικής επέμβασης, αποχώρηση του ξένου στρατιωτικού προσωπικού που δεν προβλεπόταν από τις διεθνείς συμφωνίες και έναρξη διαπραγματεύσεων μεταξύ Ελλάδας, Τουρκίας και Ηνωμένου Βασιλείου ως εγγυητριών δυνάμεων.

Ωστόσο, όταν εγκρίθηκε το ψήφισμα, οι τουρκικές δυνάμεις είχαν ήδη δημιουργήσει προγεφύρωμα στην περιοχή της Κερύνειας και επιχειρούσαν να εδραιώσουν τις θέσεις τους.

Τα ντοκουμέντα δείχνουν ότι οι μεγάλες δυνάμεις είχαν αντιληφθεί εγκαίρως πως η κρίση οδηγούνταν στην τουρκική εισβολή στην Κύπρο, χωρίς όμως να προσπαθήσουν ιδιαίτερα να την αποτρέψουν. Οι τελευταίες διπλωματικές πρωτοβουλίες εξαντλήθηκαν ενώ οι στρατιωτικές επιχειρήσεις είχαν ήδη δρομολογηθεί.

Όταν ξημέρωσε η 20η Ιουλίου 1974, η διπλωματία είχε παραχωρήσει τη θέση της στα όπλα. Μέσα στις ώρες που ακολούθησαν, η τουρκική εισβολή διαμόρφωσε μια νέα πραγματικότητα, οι παράνομες συνέπειες της οποίας εξακολουθούν να καθορίζουν την Κύπρο περισσότερο από μισό αιώνα αργότερα.

Πηγή: ΚΥΠΕ

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα