Πώς αντιμετωπίζονται η ποινική έρευνα εναντίον του δημοσιογράφου Μακάριου Δρουσιώτη για τις αποκαλύψεις στην υπόθεση Σάντη και, επίσης, η νέα ποινική έρευνα ύστερα από καταγγελία ιδιώτη για παραβίαση προσωπικών δεδομένων σε σχέση με το βιβλίο Κράτος Μαφία; Έρευνα εναντίον του Δρουσιώτη ξεκίνησε και το ΥΠΕΣ σε σχέση με τον έρανο που διεξάγει για κάλυψη της νομικής του υπεράσπισης. Από την άλλη, δεν είναι λίγοι εκείνοι που μιλούν για φίμωση του δημοσιογράφου, ενώ δεν λείπουν και όσοι θεωρούν ότι οι δημοσιογράφοι δεν είναι υπεράνω κριτικής και ακόμα ποινικών διώξεων. Η υπόθεση, σύμφωνα με αρκετούς νομικούς τους οποίους συμβουλευτήκαμε, είναι ιδιαίτερα περίπλοκη.
Στην υπόθεση «Σάντη» η πλειονότητα των νομικών θεωρεί ότι υπήρχε επαρκής λόγος για σοβαρή ποινική διερεύνηση, αντίθετα, στη δεύτερη υπόθεση, αυτή των προσωπικών δεδομένων, οι περισσότεροι κατατείνουν στο ότι η ποινική διαδικασία ενέχει μεγάλο κίνδυνο ώστε να δημιουργήσει δυσανάλογη πίεση πάνω στην ερευνητική δημοσιογραφία. Σε ό,τι αφορά την ποινική δίωξη του Δρουσιώτη ότι διεξάγει παράνομους εράνους, υπάρχει διάχυτη η εντύπωση ότι αυτοί που θα την κάνουν ίσως εκτεθούν πολιτικά. Ουδείς αμφισβητεί ότι ο νόμος περί εράνων απαιτεί την άδεια του Υπουργείου Εσωτερικών. Από την άλλη, στην ερμηνευτική διάταξη του νόμου ξεκαθαρίζεται επακριβώς τι συνιστά έρανο. Νομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι αυτό που κάνει ο Δρουσιώτης δεν εμπίπτει στην ερμηνεία περί εράνων.
Η «Σάντη»
Στην υπόθεση αυτή φαίνεται να υπάρχει πραγματικό ζήτημα για τον δημοσιογράφο. Η συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι μια απλή υπόθεση που ένας δημοσιογράφος πήρε ένα αυθεντικό απόρρητο έγγραφο από μια πηγή και το δημοσίευσε. Αυτό θα ήταν μια διαφορετική περίπτωση, με πολύ ισχυρότερη προστασία από το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ. Σύμφωνα με το άρθρο αυτό, ιδιαίτερη σημασία έχει ότι η ελευθερία έκφρασης δεν προστατεύει μόνο πληροφορίες ή απόψεις που γίνονται ευχάριστα δεκτές. Η νομολογία του ΕΔΔΑ καλύπτει και ιδέες ή πληροφορίες που μπορεί να προσβάλλουν, να σοκάρουν ή να ενοχλήσουν το κράτος ή μέρος της κοινωνίας, επειδή ο πλουραλισμός και η ανοχή θεωρούνται θεμελιώδη στοιχεία μιας δημοκρατικής κοινωνίας.
Από την άλλη, ο Δρουσιώτης δημοσίευσε εξαιρετικά βαριές καταγγελίες: σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκου, βιασμό, διαφθορά δικαστών και πολιτικών, παρακολουθήσεις, χρηματισμό και ύπαρξη οργανωμένου δικτύου μέσα στους θεσμούς. Στο αρχικό του κείμενο αναφέρει ότι είχε στην κατοχή του μεγάλο αριθμό μηνυμάτων, ότι είχε συναντήσει τη «Σάντη», ότι εκείνη του επιβεβαίωσε την αυθεντικότητά τους και ότι του υποσχέθηκε να του παραδώσει τον φορητό υπολογιστή στον οποίο βρισκόταν ολόκληρο το αρχείο. Ο υπολογιστής εξ όσων γνωρίζουμε τελικά δεν του παραδόθηκε.
Αργότερα, στην κατάθεσή του, που ο ίδιος δημοσιοποίησε, υποστήριξε ότι η έρευνά του διήρκεσε σχεδόν τρία χρόνια, ότι διασταύρωσε στοιχεία των μηνυμάτων με άλλες πηγές και αρχεία και ότι δεν εντόπισε ενδείξεις αλλοίωσης.
Αναφέρει επίσης ότι τα περισσότερα τεκμήρια ήταν screenshots και περιγράφει σειρά στοιχείων που, κατά την εκτίμησή του, λειτουργούσαν ως επιβεβαίωση. Αυτό έχει σημασία για τη δημοσιογραφική δεοντολογία. Όσο βαρύτερη είναι μια κατηγορία τόσο μεγαλύτερη είναι η υποχρέωση επαλήθευσης. Ένας δημοσιογράφος δεν μπορεί να πει απλώς «μου το είπε η πηγή μου» όταν καταγγέλλει κάποιον για βιασμό ανηλίκου ή συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Τουλάχιστον οφείλει να συνομιλήσει με τον καταγγελλόμενο. Από την άλλη, η επαλήθευση δεν σημαίνει ότι πρέπει ο δημοσιογράφος να διαθέτει την αποδεικτική δυνατότητα της Αστυνομίας ή να μπορεί να αποδείξει την υπόθεση πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
Το κρίσιμο σημείο
Εδώ βρίσκεται το κρίσιμο νομικό σημείο. Ο Δρουσιώτης κατηγορείται, μεταξύ άλλων, για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Το άρθρο 339 του Ποινικού Κώδικα δεν λέει απλώς «όποιος κυκλοφορεί πλαστό έγγραφο». Λέει: «Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο». Άρα υπάρχει τεράστια απόσταση μεταξύ των δύο παρακάτω προτάσεων:
Α. «Τα μηνύματα αποδείχθηκαν πλαστά»,
και
Β. «Ο Δρουσιώτης γνώριζε ότι ήταν πλαστά και τα δημοσίευσε δολίως».
Το πρώτο δεν αποδεικνύει από μόνο του το δεύτερο. Αυτό, είναι η καρδιά της υπόθεσης. Εάν η Κατηγορούσα Αρχή διαθέτει μηνύματα, καταθέσεις ή άλλο υλικό που δείχνει ότι, πριν από τη δημοσίευση, ο Δρουσιώτης είχε ενημερωθεί αξιόπιστα ότι τα screenshots ήταν κατασκευασμένα, ότι γνώριζε τον τρόπο κατασκευής τους ή ότι συμμετείχε με κάποιον τρόπο στην παρουσίασή τους ως αυθεντικών, τότε η δίωξη αλλάζει εντελώς χαρακτήρα. Εκεί δεν μιλάμε πλέον για δημοσιογραφικό λάθος αλλά για ενδεχόμενη εν γνώσει χρήση πλαστού υλικού.
Αν όμως το αποδεικτικό υλικό είναι απλώς ότι η «Σάντη» κατασκεύασε τα μηνύματα και ότι ο Δρουσιώτης τα πίστεψε, ακόμα και αν αποδειχθεί ότι έκανε ανεπαρκή δημοσιογραφική επαλήθευση, τότε είναι δυσκολότερο να δικαιολογηθεί η μετατροπή ενός δημοσιογραφικού σφάλματος σε κακούργημα. Κάπου εδώ θα κριθεί η υπόθεση στο δικαστήριο.
Η Αστυνομία υποστηρίζει πάντως ότι έχει σοβαρά στοιχεία. Ανακοίνωσε ότι η έρευνά της κατέληξε πως τα επίμαχα μηνύματα δεν ήταν αυθεντικά και ότι τα ευρήματά της επιβεβαιώθηκαν μέσω της συνδρομής της Europol. Με βάση αυτά και το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό, ο Γενικός Εισαγγελέας καταχώρισε στις 24 Ιουλίου υπόθεση με συνολικά 101 κατηγορίες για κατάρτιση και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, ψευδείς ειδήσεις και παρενόχληση, η οποία προορίζεται για το Κακουργιοδικείο.
Υπάρχει όμως μια ουσιαστική επιφύλαξη: σύμφωνα με μεταγενέστερο ρεπορτάζ, οι ίδιες οι ηλεκτρονικές συσκευές δεν εστάλησαν στα εργαστήρια της Europol. Φέρεται να εστάλησαν αρχεία και ευρήματα που είχαν εξαχθεί από τις κυπριακές εξετάσεις, τα οποία η Europol επιβεβαίωσε. Αν αυτό αληθεύει, τότε ίσως προκύψει θέμα.
Και οι «ψευδείς ειδήσεις»
Το άρθρο 50 του Ποινικού Κώδικα είναι ιδιαίτερα βαρύ εργαλείο όταν εφαρμόζεται σε ερευνητική δημοσιογραφία. Ποινικοποιεί τη δημοσίευση ψευδών πληροφοριών που μπορούν, μεταξύ άλλων, να κλονίσουν την εμπιστοσύνη του κοινού προς το κράτος ή τα όργανά του. Προβλέπει όμως ρητά υπεράσπιση όταν ο κατηγορούμενος αποδείξει ότι δημοσίευσε με καλή πίστη και στηρίχθηκε σε γεγονότα που δικαιολογούσαν τη δημοσίευση. Αυτό σημαίνει ότι στην περίπτωση Δρουσιώτη το δικαστήριο θα πρέπει ουσιαστικά να εξετάσει και τη δημοσιογραφική διαδικασία: Τι είχε στα χέρια του; Τι διασταύρωσε; Ποιους ρώτησε; Ποιες ενδείξεις είχε για γνησιότητα; Υπήρχαν προειδοποιητικά σημάδια που αγνόησε; Τι γνώριζε όταν πάτησε «δημοσίευση»;
Η δεύτερη υπόθεση
Στη δεύτερη υπό διερεύνηση υπόθεση για τα προσωπικά δεδομένα μάλλον εγείρονται μεγαλύτερες επιφυλάξεις για την κρατική αντίδραση. Η καταγγελία, σύμφωνα με τις μέχρι τώρα πληροφορίες, προέρχεται από κρατικό λειτουργό που εργάζεται στην ΚΥΠ, ο οποίος ισχυρίζεται ότι μέσα από το «Κράτος Μαφία» μπορούσε να ταυτοποιηθεί ο ίδιος και να αποκαλυφθεί η πραγματική φύση της εργασίας του σε σημαντική υπηρεσία και ότι στη συνέχεια χρειάστηκε να μετακινηθεί. Αυτά, εφόσον αποδειχθούν, δεν είναι αμελητέα στοιχεία, ωστόσο υπάρχει ένα τεράστιο νομικό... «αλλά».
Ο κυπριακός νόμος για τα προσωπικά δεδομένα προβλέπει ρητά στο άρθρο 29 ότι ακόμα και η επεξεργασία προσωπικών δεδομένων, ειδικών κατηγοριών δεδομένων ή δεδομένων που αφορούν ποινικά αδικήματα είναι νόμιμη για δημοσιογραφικούς σκοπούς όταν είναι αναλογική προς τον επιδιωκόμενο στόχο και σέβεται τα θεμελιώδη δικαιώματα. Άρα, όταν κάποιος δημοσιογράφος δημοσιεύει προσωπικά δεδομένα δεν σημαίνει ότι διαπράττει ταυτόχρονα ποινικό αδίκημα.
Πρέπει να εξεταστεί γιατί τα δημοσίευσε και αν ήταν αναγκαία για την αποκάλυψη θέματος δημοσίου συμφέροντος. Και εδώ υπάρχει ένα πολύ σημαντικό πραγματικό δεδομένο: το «Κράτος Μαφία» δεν αποδείχθηκε συνολικά ως ένα αβάσιμο κατασκεύασμα. Μετά από πολυετή ανεξάρτητη έρευνα, η Αρχή κατά της Διαφθοράς ανακοίνωσε στις 16 Ιουνίου 2026 ότι από ορισμένους από τους ισχυρισμούς που ερεύνησε προκύπτουν ενδείξεις για ενδεχόμενα ποινικά αδικήματα σε βάρος σειράς φυσικών και νομικών προσώπων και παρέπεμψε το υλικό για ποινική διερεύνηση. Η ίδια η αρχή διευκρίνισε ότι άλλοι ισχυρισμοί δεν αποδείχθηκαν στο απαιτούμενο επίπεδο.
Επομένως, όταν τέσσερα χρόνια μετά την έκδοση του βιβλίου ενεργοποιείται ποινική έρευνα για στοιχεία που περιέχονται σε ένα έργο το οποίο αποτέλεσε τη βάση μιας τέτοιας θεσμικής έρευνας, η αρχή της αναλογικότητας πρέπει να εφαρμοστεί εξαιρετικά αυστηρά. Δεν σημαίνει ότι ο ιδιώτης ή ο κρατικός λειτουργός χάνει το δικαίωμά του στην ιδιωτική ζωή. Σημαίνει ότι προτού χρησιμοποιηθεί το ποινικό δίκαιο εναντίον του δημοσιογράφου πρέπει να απαντηθεί: ήταν πράγματι απαραίτητη η δημοσίευση των στοιχείων για να τεκμηριωθεί η υπόθεση και γιατί απαιτείται ποινική διαδικασία και δεν αρκούν τα ηπιότερα μέσα που παρέχει το δίκαιο προσωπικών δεδομένων ή το αστικό δίκαιο;

Το ερώτημα
Εν κατακλείδι, ασκείται «υπέρμετρη πίεση» στον Δρουσιώτη; Σωρευτικά, ναι, αφού υπάρχουν πλέον αρκετά στοιχεία ώστε το ζήτημα να τίθεται σοβαρά. Θα μπορούσε κάποιος να χρησιμοποιήσει τη λέξη «δίωξη», με την έννοια της αποδεδειγμένης πολιτικής ή θεσμικής καταδίωξης; Δύσκολο. Ειδικά στο «Κράτος Μαφία» γύρω στα 15 άτομα που βρίσκονται υπό έρευνα μάλλον αισθάνονται μεγαλύτερη πίεση αυτήν τη στιγμή από τον ίδιο τον συγγραφέα.
Αν υπάρχει κάτι εδώ είναι το ζήτημα της εμφάνισης αμεροληψίας. Ο Γιώργος Σαββίδης και ο Σάββας Αγγελίδης αυτοεξαιρέθηκαν από τον χειρισμό του «Κράτους Μαφία» για λόγους αντικειμενικής αμεροληψίας. Την ίδια ώρα, αναφορές και στους δύο περιλαμβάνονταν στο υλικό που δημοσιοποίησε ο Δρουσιώτης για τη «Σάντη». Το γεγονός ότι ο Γενικός Εισαγγελέας ενέκρινε κατόπιν τη δίωξη στη «Σάντη» δεν την καθιστά αυτομάτως άκυρη, αλλά θεσμικά θα ήταν πολύ καθαρότερο η απόφαση για δίωξη να είχε ληφθεί από πρόσωπο χωρίς οποιαδήποτε προσωπική σύνδεση με το περιεχόμενο των επίμαχων δημοσιευμάτων.
Μια τελική εκτίμηση
Στην υπόθεση των προσωπικών δεδομένων, το κράτος έχει πολύ μεγαλύτερο βάρος δικαιολόγησης. Εφόσον πρόκειται για στοιχεία που δημοσιεύθηκαν στο πλαίσιο ερευνητικού βιβλίου για πιθανή κρατική διαφθορά, το ίδιο το κυπριακό δίκαιο παρέχει ειδική προστασία στη δημοσιογραφική επεξεργασία δεδομένων, οπότε η επιλογή της ποινικής οδού δημιουργεί σοβαρό ζήτημα αναλογικότητας και ελευθερίας του Τύπου.
Η έρευνα στην υπόθεση Σάντη ήταν δικαιολογημένη και θα ήταν λάθος να υποστηριχθεί ότι η δημοσιογραφική ιδιότητα απέκλειε την ποινική διερεύνηση. Οι καταγγελίες ήταν εξαιρετικά σοβαρές και η αυθεντικότητα των βασικών τεκμηρίων ήταν κεντρικής σημασίας. Η πραγματική δοκιμασία βέβαια για τη «Σάντη» δεν είναι αν τα screenshots ήταν πλαστά. Είναι αν η Κατηγορούσα Αρχή μπορεί να αποδείξει ότι ο δημοσιογράφος το ήξερε. Αν δεν μπορεί, τότε η υπόθεση μετατοπίζεται επικίνδυνα από την τιμωρία ενδεχόμενης απάτης προς την ποινικοποίηση ενός δημοσιογραφικού λάθους. Κάπου εκεί το άρθρο 10 της ΕΣΔΑ αποκτά καθοριστικό βάρος.






