Η δημιουργία θεραπευτικού σπιτιού για παιδιά υπό κρατική φροντίδα που αντιμετωπίζουν σοβαρότερες ανάγκες ψυχικής υγείας, με δυνατότητα παροχής εντατικής θεραπείας σε 24ωρη βάση για περιορισμένο χρονικό διάστημα, βρίσκεται ήδη υπό συζήτηση, όπως δήλωσε τη Δευτέρα η Υφυπουργός Κοινωνικής Πρόνοιας Τίνα Παύλου. Ανέφερε ότι έχει ήδη συζητήσει το θέμα με τον Υπουργό Υγείας και ότι την ερχόμενη εβδομάδα θα συναντηθεί και με την Υπουργό Παιδείας.
Μιλώντας σε δημοσιογράφους μετά τη συνεδρία της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η κ. Παύλου ανέφερε ότισήμερα περίπου 400 παιδιά βρίσκονται υπό κρατική φροντίδα, από τα οποία 97 βρίσκονται σε ιδρύματα, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία βρίσκεται σε ανάδοχες οικογένειες, όπως είναι ο στόχος του συστήματος.
Όπως είπε, εντοπίστηκε «ένα μεγάλο κενό» για μια υποομάδα παιδιών που χρειάζεται σοβαρότερες υπηρεσίες ψυχικής υγείας, σημειώνοντας ότι συζητήθηκε ακόμη και το ενδεχόμενο δημιουργίας χώρου μικρής χρονικής παραμονής, ενός «θεραπευτικού σπιτιού», όπου τα παιδιά θα μπορούν να λαμβάνουν εντατική θεραπεία ψυχικής υγείας επί 24ώρου βάσεως.
Η Υφυπουργός τόνισε ότι το ζήτημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί από ένα Υπουργείο ή μία υπηρεσία, καθώς οι ανάγκες των παιδιών υπό κρατική φροντίδα έχουν καταστεί πιο σύνθετες και η ευαλωτότητα έχει αυξηθεί.
«Κανένα Υφυπουργείο, κανένα Υπουργείο, καμιά υπηρεσία δεν μπορεί από μόνη της να εξυπηρετήσει αυτά τα παιδιά», είπε, τονίζοντας την ανάγκη «της στενότατης συνεργασίας και σύμπραξης» με άλλες υπηρεσίες.
Το τραύμα και το κενό στην ψυχική υγεία
Η κ. Παύλου έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην ανάγκη πρόληψης και συστηματικής ψυχικής υποστήριξης των παιδιών που φιλοξενούνται στις παιδικές στέγες.
Όπως ανέφερε, τα παιδιά αυτά έχουν ήδη βιώσει τραυματικές εμπειρίες μέσα στις οικογένειές τους, ενώ τραυματική εμπειρία αποτελεί και η ίδια η απομάκρυνσή τους από την οικογένεια. «Οπότε η πορεία, αν δεν ενισχυθεί, τότε τα προβλήματα που θα αντιμετωπίζουν θα είναι μόνο χειρότερα», είπε.
Σημείωσε ότι η ψυχική υγεία παρέχεται σήμερα, αλλά όχι «σε συστηματική βάση που θα θέλαμε», προσθέτοντας ότι η επίσκεψη ενός παιδιού σε ψυχολόγο δεν μπορεί από μόνη της να αντιμετωπίσει τις ανάγκες παιδιών με σύνθετα και σοβαρά προβλήματα.
Η Υφυπουργός είπε ότι στόχος είναι η ενίσχυση των μικρών παιδιών από μικρή ηλικία, αλλά και η αντιμετώπιση των δυσκολιών των εφήβων υπό φροντίδα, ακόμη και όταν αυτές είναι ακραίες, ώστε να διασφαλίζονται τα δικαιώματά τους.
«Υπεύθυνοι για αυτά τα παιδιά είμαστε όλοι εμείς οι ενήλικες του συστήματος. Είναι ευθύνη μας, δεν είναι μόνο ευθύνη των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας. Είναι ευθύνη όλων μας», τόνισε.
Οι φυγές είναι έκφραση βαθύτερων προβλημάτων
Ερωτηθείσα για τις περιπτώσεις παιδιών που εγκαταλείπουν τις στέγες, η κ. Παύλου είπε ότι εξετάζονται κάθε φορά οι συνθήκες γύρω από το παιδί και υπογράμμισε ότι η φυγή δεν συνδέεται κατ’ ανάγκη με τη συμπεριφορά του προσωπικού ή του συστήματος.
Ανέφερε μάλιστα ότι από την προσωπική της εμπειρία έχει δει περιπτώσεις φυγής παιδιών και από κέντρα απεξάρτησης, σημειώνοντας ότι «οι λόγοι είναι βαθύτεροι».
Τόνισε, ωστόσο, ότι κάθε αναφορά διερευνάται σε βάθος και ότι για τα περιστατικά αυτά απαιτείται η θεραπεία που χρειάζονται τα παιδιά.
Κατά τη διάρκεια της συνεδρίας, η Διευθύντρια των Υπηρεσιών Κοινωνικής Ευημερίας Μαρία Κυράτζη ανέφερε ότι περισσότερο από το 65% των παιδιών υπό κρατική φροντίδα βρίσκεται σε ανάδοχες οικογένειες, το 11% σε προγράμματα ανεξάρτητης διαβίωσης και το 24% σε ιδρύματα.
Οι δομές αυτές περιλαμβάνουν παιδικές στέγες για παιδιά ηλικίας 5 έως 13 ετών και στέγες εφήβων.
Η κ. Κυράτζη ανέφερε επίσης ότι το 2021 υπήρχαν 38 παιδιά σε καθεστώς φυγής, αριθμός που μειώθηκε σε πέντε στο τέλος του 2025, αποδίδοντας τη μείωση σε μεγάλο βαθμό στον καλύτερο συντονισμό των υπηρεσιών, ιδιαίτερα στις στέγες εφήβων.
Οι περιπτώσεις που έθεσε η Επιτροπή
Η συζήτηση στην Επιτροπή πραγματοποιήθηκε στη σκιά συγκεκριμένων περιστατικών που προκάλεσαν ανησυχία για την προστασία παιδιών υπό κρατική φροντίδα.
Ο Πρόεδρος της Επιτροπής, βουλευτής ΑΚΕΛ, Χρίστος Χριστοφίδης αναφέρθηκε σε οπτικοακουστικό υλικό του Δεκεμβρίου 2025, στο οποίο παιδί εμφανιζόταν έξω από δομή φιλοξενίας να κλαίει, να ζητά τη μητέρα του και να παρακαλεί να του ανοίξουν. Πολίτης ενημέρωσε την Αστυνομία, ενώ οι Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας είχαν αρχικά αναφέρει ότι δεν γνώριζαν για το περιστατικό.
Ο κ. Χριστοφίδης αναφέρθηκε επίσης στην περίπτωση που αφορά τρεις αδελφές, ηλικίας 14, 15 και 17 ετών, οι οποίες έφυγαν από παιδική στέγη στις 30 Ιουνίου 2026. Οι τρεις ήταν μάρτυρες κατηγορίας σε σοβαρή υπόθεση μακροχρόνιας κακοποίησης που αφορούσε το οικογενειακό τους περιβάλλον.
Ο κ. Χριστοφίδης τόνισε ότι οι παιδικές στέγες δεν μπορούν να μετατραπούν σε φυλακές, χρειάζονται όμως αποτελεσματικά πρωτόκολλα πρόληψης, έγκαιρης παρέμβασης και προστασίας, ιδιαίτερα για παιδιά υψηλού κινδύνου.
Ανησυχία για παιδιά εκτός εκπαίδευσης και χρήση ουσιών
Στη συνεδρία αναδείχθηκε επίσης η ανάγκη αποτροπής του αποκλεισμού παιδιών από την εκπαίδευση.
Η κ. Παύλου ανέφερε ότι ο αριθμός των παιδιών που βρίσκονται σε κατ’ οίκον εκπαίδευση έχει μειωθεί σημαντικά τα τελευταία τρία χρόνια, κυρίως λόγω της λειτουργίας κέντρου ημέρας και της αγοράς σχετικών υπηρεσιών.
Τόνισε, ωστόσο, ότι τα παιδιά με παραβατική συμπεριφορά, είτε βρίσκονται υπό κρατική φροντίδα είτε όχι, πρέπει να στηρίζονται ώστε να μη βρεθούν εκτός του εκπαιδευτικού συστήματος.
«Ο απώτερος όμως στόχος κάθε φορά που έχουμε ένα εναλλακτικό σύστημα είναι η επανένταξή τους πίσω στο κανονικό σχολείο», είπε, σημειώνοντας ότι, από την εμπειρία της, η επανένταξη γίνεται «πολύ κανονικά και πολύ αποτελεσματικά».
Στο θέμα της χρήσης ουσιών, η κ. Παύλου ανέφερε ότι το 2025, από τους 17 εφήβους που έλαβαν υπηρεσίες στην Αγία Σκέπη, οι έξι ήταν παιδιά υπό κρατική φροντίδα λόγω χρήσης ουσιών. Σχεδόν όλα τα παιδιά αυτά βρίσκονταν εκτός σχολείου και εντάχθηκαν σε κατ’ οίκον εκπαίδευση.
Πρόσθεσε ότι κανένα από αυτά δεν αρνήθηκε την εκπαίδευση και ότι προσπαθούσαν με τη μελέτη τους. Η Υφυπουργός είπε ότι το σύστημα έχει αποτύχει και έχει θέσει τα παιδιά αυτά εκτός σχολείου.
Ανάγκη πρόληψης και συντονισμού
Η κ. Κυράτζη ανέφερε ότι για να γίνει δεκτό ένα παιδί στην Αγία Σκέπη πρέπει να είναι «καθαρό», δημιουργώντας κενό για παιδιά που χρειάζονται πρώτα αποτοξίνωση και στη συνέχεια θεραπεία και ότι για αυτά τα παιδιά δεν υπάρχει συγκεκριμένη δομή στην οποία μπορούν να ενταχθούν.
Η Επίτροπος για τα Δικαιώματα του Παιδιού Έλενα Περικλέους κάλεσε το κράτος να περάσει από τη διαχείριση κρίσεων στην πρόληψη, τονίζοντας ότι τα παιδιά υπό κρατική προστασία πρέπει να έχουν οργανωμένο σχέδιο στήριξης και ενιαίο πρωτόκολλο μεταξύ των αρμόδιων Υπουργείων.
Όπως είπε, το κράτος απομακρύνει τα παιδιά από τις οικογένειές τους για να τα προστατεύσει και δεν μπορεί στη συνέχεια να αποτυγχάνει να τα προστατεύσει μέσα στις δομές του.
Από πλευράς Υπουργείου Παιδείας, αναφέρθηκε ότι υπάρχουν σχέδια στήριξης, κατ’ οίκον και ειδική εκπαίδευση, εναλλακτική εκπαίδευση μέσω του SEFE, καθώς και αγορά υπηρεσιών ειδικών ψυχικής υγείας μέσω του προγράμματος ΔΡΑΣΕ. Από φέτος, όπως αναφέρθηκε, λειτουργεί επίσης πρόγραμμα με σχολικούς κοινωνικούς λειτουργούς.
Χρονοδιάγραμμα για λύσεις
Η κ. Παύλου ανέφερε ότι δεν πρέπει να υπάρξουν καθυστερήσεις στην αντιμετώπιση των προβλημάτων.
Σε ερώτηση για το χρονοδιάγραμμα υλοποίησης των προτάσεων που συζητήθηκαν, είπε ότι, εφόσον δεν απαιτηθεί νομοθετική ρύθμιση, «το επόμενο εξάμηνο θα μπορούσαμε να τρέχαμε πολλά από αυτά τα οποία θέλουμε να φέρουμε λύση».
Αν απαιτηθεί νομοθετική ρύθμιση, πρόσθεσε, στόχος είναι «το επόμενο ένα με ενάμιση χρόνο να έχουμε αποτελέσματα».
«Κάθε μέρα που περνά, κάθε χρόνος που περνά, είναι εις βάρος αυτών των παιδιών», ανέφερε.
Τοποθετήσεις Βουλευτών
Η βουλευτής του ΑΚΕΛ, Αναστασία Χάσικου, χαρακτήρισε πολύ σοβαρό και ευαίσθητο το ζήτημα, σημειώνοντας ότι από τη στιγμή που ένα παιδί απομακρύνεται από την οικογένειά του, το κράτος αναλαμβάνει αυξημένη ευθύνη απέναντί του. Όπως είπε, δεν αρκεί να παρέχεται στα παιδιά στέγη και τροφή, αλλά πρέπει να διασφαλίζεται ένα ασφαλές περιβάλλον, με ουσιαστική και ανεξάρτητη εποπτεία και επαρκείς μηχανισμούς ελέγχου. Υπενθύμισε, παράλληλα, ότι σημαντικές ελλείψεις είχαν καταγραφεί ήδη από το 2022 και διερωτήθηκε τι έχει αλλάξει από τότε, με αφορμή και πρόσφατες καταγγελίες και μαρτυρίες ενηλίκων που είχαν ζήσει σε δομές παιδικής προστασίας.
Η κ. Χάσικου ανέφερε ότι κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή διαπιστώθηκε από την πλευρά του Υφυπουργείου Πρόνοιας γνώση και αναγνώριση αρκετών κενών, ενώ δόθηκαν διαβεβαιώσεις για βελτιώσεις στον τομέα της ψυχικής υγείας. Εξέφρασε, ωστόσο, προβληματισμό για το κατά πόσο η αγορά υπηρεσιών μπορεί να δυσχεραίνει τον συντονισμό μεταξύ των αρμόδιων φορέων, ενώ σημείωσε και τη σημασία της τοποθέτησης του Επιτρόπου για τα Δικαιώματα του Παιδιού ότι θα επανεξετάσει το ζήτημα. «Δεν αρκεί να λέμε ότι υπάρχει ένα σύστημα, πρέπει να μπορούμε να πούμε ότι αυτό το σύστημα λειτουργεί, ελέγχεται και προστατεύει πραγματικά το παιδί», τόνισε.
Η βουλευτής του ΑΛΜΑ-Πολίτες για την Κύπρο, Λίτσα Δρουσιώτου, ανέφερε ότι από τη συζήτηση στην Επιτροπή προέκυψαν «μεγάλα κενά» τόσο στον συντονισμό των κρατικών Υπηρεσιών όσο και στην ύπαρξη ενδιάμεσων δομών για παιδιά που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα. Όπως είπε, όταν ένα παιδί εντοπίζεται να κάνει χρήση ουσιών, δεν υπάρχει σήμερα η κατάλληλη ενδιάμεση δομή για να το αναλάβει, με αποτέλεσμα είτε να μεταφέρεται σε Παιδική Στέγη, προκαλώντας προβλήματα και στα υπόλοιπα παιδιά, είτε στην Αγία Σκέπη, όπου η κατάστασή του λόγω της χρήσης ουσιών μπορεί να δημιουργήσει αντίστοιχες δυσκολίες.
Η κ. Δρουσιώτου τόνισε την ανάγκη δημιουργίας από το κράτος των απαραίτητων δομών, αλλά και ανάληψης από τα Υπουργεία Υγείας και Παιδείας του μέρους της ευθύνης που τους αναλογεί. Παράλληλα, υπογράμμισε την ανάγκη καλύτερου συντονισμού των κρατικών Υπηρεσιών, ώστε να διασφαλίζονται η ευημερία και η εκπαίδευση των παιδιών, καθώς και η επανένταξή τους στην κοινωνία με ενίσχυση της αυτοπεποίθησής τους.
Πηγή: ΚΥΠΕ






