Την απόρριψη έφεσης κατά ακύρωσης διαγωνισμού που είχε προκηρυχθεί από το Πανεπιστήμιο Κύπρου αποφάσισε το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο στις 16 Ιανουαρίου.
Σύμφωνα με το κείμενο της απόφασης, το Πανεπιστήμιο Κύπρου προκήρυξε στις 29.8.2019 διαγωνισμό με θέμα «Μηχανολογικές εργασίες της ανέγερσης των κτιριακών εγκαταστάσεων του Τμήματος Βιολογικών Επιστημών & Κοινόχρηστων χώρων διδασκαλίας 03».
Όπως αναφέρεται, η προϋπολογισθείσα δαπάνη του έργου καθορίστηκε στο ποσό των €4.400.000 χωρίς ΦΠΑ και κριτήριο ανάθεσης η πλέον συμφέρουσα από οικονομικής άποψης προσφορά βάσει τιμής. Υποβλήθηκαν συνολικά πέντε προσφορές, μεταξύ αυτών και η προσφορά της εφεσείουσας, η οποία θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή από τεχνικής πλευράς και ήταν η χαμηλότερη, υπερέβαινε όμως κατά 35% την προϋπολογισθείσα δαπάνη του έργου, εφόσον ανήρχετο στο ποσό των €5.937.956, μη περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Ακόμα υψηλότερη ήταν η δεύτερη προσφορά που θα μπορούσε επίσης να γίνει από τεχνικής πλευράς αποδεκτή.
Προστίθεται ότι παρά ταύτα η Επιτροπή Αξιολόγησης υπέβαλε εισήγηση στις 14.1.2020 για κατακύρωση του διαγωνισμού στην εφεσείουσα, θεωρώντας ότι η μειωμένη εκτίμηση κόστους, οφειλόμενη σε λάθος, δεν θα είχε αρνητική επίδραση στον ανταγωνισμό, καθότι όλοι οι εν δυνάμει ενδιαφερόμενοι οικονομικοί φορείς είχαν συμμετάσχει και ως εκ τούτου τυχόν επαναπροκήρυξή του δεν θα επέφερε χαμηλότερες τιμές ούτε περισσότερους συμμετέχοντες.
Παράλληλα ο Πρύτανης του Πανεπιστημίου Κύπρου, εκτός πλαισίου αρμοδιοτήτων, είχε απευθυνθεί στην Ελεγκτική Υπηρεσία, η οποία διατύπωσε την άποψη ότι το Συμβούλιο Προσφορών πριν τη λήψη τελικής απόφασης θα έπρεπε να ζητήσει να υποβληθεί συμπληρωματική έκθεση αξιολόγησης με τα σχόλια/απόψεις/θέσεις της Επιτροπής Αξιολόγησης και σε αντίθετη περίπτωση θα έπρεπε να εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο ακύρωσης του Διαγωνισμού και επαναπροκήρυξης του με την ορθή εκτίμηση δαπάνης, διασφαλίζοντας την αρχή της ίσης μεταχείρισης των προσφοροδοτών.
Σημειώνεται ότι στις 20.1.2020 το αρμόδιο Συμβούλιο Προσφορών και Οικονομικών (Θέματα Προσφορών) της Αναθέτουσας Αρχής αποφάσισε όπως απορρίψει την προσφορά της εφεσείουσας «επειδή η προσφερόμενη τιμή (€5.937.956) μη συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ κρίθηκε εξωπραγματική αφού υπερβαίνει κατά πολύ την εκτιμώμενη αξία της σύμβασης (€4.400.000), που αντιστοιχεί σε ποσοστιαία υπέρβαση 35%», ενώ για τον ίδιο λόγο απορρίφθηκε και η προσφορά της δεύτερης εν λόγω εταιρείας που πληρούσε τους τεχνικούς όρους. Οι υπόλοιπες τρεις προσφορές απορρίφθηκαν για άλλους λόγους, με τελικό αποτέλεσμα την ακύρωση του διαγωνισμού.
Εν συνεχεία, αναφέρεται ότι η εφεσείουσα προσέβαλε με ιεραρχική προσφυγή την απόφαση αυτή της Αναθέτουσας Αρχής ενώπιον της Αναθεωρητικής Αρχής Προσφορών, η οποία την απέρριψε κρίνοντας ότι η απόφαση ήταν αποτέλεσμα δέουσας έρευνας, αιτιολογημένη και εύλογη.
Ακολούθησε προσφυγή ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου στην οποία εν πολλοίς επαναλήφθηκαν οι εγερθέντες ενώπιον της εφεσίβλητης ισχυρισμοί. Καταρχάς προβλήθηκε ο ισχυρισμός πως η προσβαλλόμενη απόφαση της εφεσίβλητης ήταν αναιτιολόγητη και προϊόν έκδηλης κατάχρησης εξουσίας διότι ήταν αντίθετη με την εισήγηση της Επιτροπής Αξιολόγησης. Περαιτέρω, προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι επρόκειτο για πρόδηλη κατάχρηση εξουσίας η οποία καταμαρτυρείται από το μεταγενέστερο γεγονός ότι η Αναθέτουσα Αρχή προχώρησε σε επαναπροκήρυξη του Διαγωνισμού με σχεδόν το ίδιο ποσό με την υποβληθείσα οικονομική προσφορά της εφεσείουσας.
Επίσης, ότι η εφεσίβλητη αποφάσισε αντιφατικά σε σχέση με όσα είχε αποφασίσει επί παρομοίων γεγονότων σε άλλη ιεραρχική προσφυγή και ότι δεν έλαβε υπόψη τις δικές της θέσεις ως προς τους λόγους που δεν απέστειλε η ίδια διευκρινιστική ερώτηση ως προς την εκτιμώμενη αξία, ενώ περαιτέρω, χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία έκρινε ότι η εισήγηση της Επιτροπής Αξιολόγησης δεν τεκμηριώνεται. Τέλος, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι η εφεσίβλητη παρέλειψε να λάβει υπόψη ότι η τιμή της προσφοράς της εφεσείουσας κατέστη πλέον γνωστή σε όλους τους ενδιαφερόμενους φορείς με αποτέλεσμα να θίγονται τα έννομα συμφέροντα της. Με επιπρόσθετους λόγους ακύρωσης εισηγήθηκε πως η απόφαση της εφεσίβλητης ήταν προϊόν πλάνης περί τα πράγματα και ανεπαρκούς έρευνας εφόσον δεν υπήρχε κανένα στοιχείο ενώπιον της και ενώπιον της Αναθέτουσας Αρχής που να του επέτρεπε να καταλήξει σε συμπέρασμα ότι η τιμή της προσφοράς ήταν εξωπραγματική.
Το πρωτόδικο δικαστήριο έχοντας την ευκαιρία να ακούσει και την άλλη πλευρά έκρινε ότι η απόφαση της εφεσίβλητης τεκμηρίωσε πλήρως την κατάληξη της ότι η απόφαση της Αναθέτουσας Αρχής ήταν δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη. Περαιτέρω το πρωτόδικο δικαστήριο έκρινε ότι η εφεσίβλητη προέβη σε πλήρη ανάλυση κάθε πτυχής της υπόθεσης και επεξήγησε το σκεπτικό της αξιολογώντας προσεκτικά τις εκατέρωθεν θέσεις, καθοδηγούμενη ορθώς από τη νομολογία τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όσο και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το δικαστήριο σημειώνει ακολούθως ότι η αρμοδιότητα του αναθέτοντος οργάνου να ακυρώσει διαγωνισμό ρυθμίζεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 20 του περί του Συντονισμού των Διαδικασιών Σύναψης Δημοσίων Συμβάσεων Προμηθειών, Έργων και Υπηρεσιών, οι οποίες παραπέμπουν ρητά στο κοινοτικό δίκαιο για το ζήτημα της ακύρωσης μιας διαδικασίας διαγωνισμού. Η νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης με αναφορά στις σχετικές Οδηγίες έχει αποφασίσει ότι δεν προβλέπεται ότι η άρνηση της Αναθέτουσας Αρχής να συνάψει δημόσια σύμβαση πρέπει να περιορίζεται σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή να στηρίζεται οπωσδήποτε σε σοβαρούς λόγους.
Συμπληρώνει ότι, μολονότι επιβάλλεται στην αναθέτουσα αρχή, όταν αποφασίζει να ανακαλέσει την προκήρυξη διαγωνισμού για τη σύναψη δημόσιας σύμβασης, να κοινοποιεί τους λόγους της αποφάσεως της προς τους υποψήφιους και σε όσους υπέβαλαν προσφορές, δεν έχει πάντως υποχρέωση να ολοκληρώσει τη διαδικασία ανάθεσης της σύμβασης.
Αναφέρει ακόμη ότι με την έφεση εγείρεται ότι η απόφαση της Αναθέτουσας Αρχής δεν ήταν δεόντως και επαρκώς αιτιολογημένη εφόσον δεν δίδεται καμιά εξήγηση για τους λόγους για τους οποίους παραγνωρίστηκαν οι θέσεις της Επιτροπής Αξιολόγησης, αλλά και παρέλειψε να εξετάσει και να αναφερθεί στις θέσεις της εφεσείουσας. Ιδιαίτερα δεν λήφθηκε δεόντως υπόψη η θέση που είχε προβάλει η εφεσείουσα ότι η Αναθέτουσα Αρχή επαναπροκήρυξε τον Διαγωνισμό με εκτιμώμενη αξία αυτή τη φορά €5.700.000.
«Οι θέσεις της Επιτροπής Αξιολόγησης ήταν ενώπιον του Συμβουλίου. Το τελευταίο είχε αποκλειστική αρμοδιότητα να αποφασίσει με τους περιορισμούς στους οποίους έχουμε αναφερθεί. Η απόφαση του δεν ήταν αυθαίρετη, αλλά αιτιολογημένη όπως εξήγησε το πρωτόδικο δικαστήριο. Ούτε το γεγονός ότι σε μεταγενέστερο στάδιο υπήρξε επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού για το ίδιο έργο με υψηλότερη εκτίμηση κόστους μπορεί να διαφοροποιήσει τα δεδομένα αφού η Αναθέτουσα Αρχή είχε το δικαίωμα να ακυρώσει τον διαγωνισμό και να τον επαναπροκηρύξει διορθώνοντας πιθανά λάθη μετά από σχετική δέουσα έρευνα», αναφέρεται σχετικά.
«Ως προς το παράπονο της εφεσείουσας ότι παραβλάπτονται τα συμφέροντα της από την απόφαση ακύρωσης του διαγωνισμού καθότι η προσφερόμενη από την ίδια τιμή έχει αποκαλυφθεί, ο ισχυρισμός αυτός αφορά σε μεταγενέστερα του ουσιώδους χρόνου γεγονότα τα οποία, ως εκ τούτου δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη. Άλλωστε, δεν είναι μόνο η προσφορά της εφεσείουσας που έχει αποκαλυφθεί. Η έφεση απορρίπτεται με €3.500 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ της εφεσίβλητης», καταλήγει το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο.
Πηγή: ΚΥΠΕ





