Μια νέα μελέτη του Institute for Mass Media (ΙΜΜΕ) and Universitas Publications που διεξήγαγε ο Νικόλας Καρύδης, διευθυντής του IMME και συντελεστής του Media Pluralism Monitor για την Κύπρο, εξετάζει πώς τα κυπριακά Μέσα κάλυψαν τον πόλεμο στη Γάζα και θέτει ένα δύσκολο ερώτημα: Μήπως η δημοσιογραφία βρέθηκε απλώς αντιμέτωπη με πρωτοφανείς περιορισμούς ή ο τρόπος πλαισίωσης και οι σιωπές της συνέβαλαν στην κανονικοποίηση όσων συνέβαιναν επί του εδάφους;
«Θα εναπόκειται στους μελετητές να αποφασίσουν κατά πόσον η αποτρόπαιη τρομοκρατική επίθεση της 7ης Οκτωβρίου 2023 δικαιολογούσε την κήρυξη πολέμου και τη σφοδρότητα και αγριότητα που εξαπέλυσε το Ισραήλ εναντίον αυτού που, στο τέλος, ήταν ένας άοπλος και εγκαταλελειμμένος πληθυσμός», γράφει ο Νικόλας Καρύδης. «Θα εναπόκειται επίσης στους μελετητές - και ενδεχομένως σε δικαστές του Διεθνούς Δικαστηρίου (ICJ) και του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου (ICC) - να αποφασίσουν αν η επιχείρηση Iron Swords θα μπορούσε να είχε τερματιστεί πολύ νωρίτερα, όταν οι στρατιωτικοί στόχοι που είχε θέσει είχαν επιτευχθεί».
Η ευθύνη της δημοσιογραφίας είναι να εξετάζει τα γεγονότα καθώς αυτά εκτυλίσσονται. Αυτή η ευθύνη, υποστηρίζει ο κ. Καρύδης στη μελέτη, δεν εκπληρώθηκε. Ούτε διεθνώς, ούτε στην Κύπρο. Η μελέτη εξετάζει πώς τα κυπριακά Μέσα κάλυψαν τον πόλεμο στη Γάζα από τον Οκτώβριο του 2023 έως τα τέλη του 2025. Το συμπέρασμά της είναι ότι η Γάζα εκτοπίστηκε σταδιακά. Ο ίδιος ο πόλεμος πέρασε στο περιθώριο, ενώ η διπλωματία, η εθνική τοποθέτηση και τα αφηγήματα ασφάλειας ήρθαν στο προσκήνιο.
Ρεπορτάζ χωρίς πρόσβαση
Από την αρχή η δημοσιογραφία βρέθηκε αντιμέτωπη με ένα πρωτοφανές δομικό εμπόδιο. Το Ισραήλ απαγόρευσε την είσοδο όλων των ξένων δημοσιογράφων στη Γάζα, ενώ η Αίγυπτος διατήρησε τους δικούς της περιορισμούς. Οι μόνοι ρεπόρτερ που παρέμειναν επί τόπου ήταν Παλαιστίνιοι δημοσιογράφοι, εργαζόμενοι υπό ακραίες συνθήκες.
Μέχρι τον Δεκέμβριο του 2025, στοιχεία της Επιτροπής για την Προστασία των Δημοσιογράφων έδειχναν ότι 249 δημοσιογράφοι είχαν σκοτωθεί στη Γάζα, στη συντριπτική τους πλειονότητα Παλαιστίνιοι. Ο Νικόλας Καρύδης περιγράφει αυτό το γεγονός ως συστηματική προσπάθεια φίμωσης της δημοσιογραφικής κάλυψης. «Απαγορεύοντας την πρόσβαση των Μέσων στη Γάζα και στη συνέχεια δολοφονώντας Παλαιστίνιους δημοσιογράφους και προβάλλοντας αναιδείς δικαιολογίες για να αιτιολογήσει τις δολοφονίες τους, το Ισραήλ σίγησε τις φωνές τους αλλά, εξίσου σκοτεινά, εδραίωσε στη διεθνή δημόσια συνείδηση την αντίληψη ότι οι Παλαιστίνιοι δημοσιογράφοι δεν είναι άξιοι της δημοσιογραφικής αναζήτησης της αλήθειας».
Το αποτέλεσμα ήταν μια βαθιά ασυμμετρία πληροφόρησης. Τα κυπριακά Μέσα, όπως και τα περισσότερα διεθνή, βασίστηκαν σχεδόν αποκλειστικά σε πληροφορίες δευτερεύουσας πηγής: Ειδησεογραφικά πρακτορεία, επίσημες στρατιωτικές ενημερώσεις, υλικό από τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και μαρτυρίες ανθρωπιστικών οργανώσεων. Η επαλήθευση ήταν συχνά αδύνατη. Σε αυτό το κενό, η αφηγηματική ισχύς ενός κρατικού φορέα με εξελιγμένο επικοινωνιακό μηχανισμό αποδείχθηκε καθοριστική.
Ο πόλεμος ως φόντο
Σύμφωνα με τη μελέτη, οι πρώτες εβδομάδες της κάλυψης κυριαρχήθηκαν από το σοκ της 7ης Οκτωβρίου και το δικαίωμα του Ισραήλ στην αυτοάμυνα. Καθώς ο πόλεμος προχωρούσε, όμως, η ίδια η Γάζα άρχισε να απομακρύνεται από το κέντρο της δημοσιογραφικής προσοχής. Τη θέση της πήραν μια σειρά από δευτερεύοντα αφηγήματα: Εκκενώσεις μέσω Κύπρου, ανθρωπιστικές πρωτοβουλίες, διπλωματικές κινήσεις, ειδοποιήσεις ασφαλείας και η αυτοπαρουσίαση της Κύπρου ως σταθεροποιητικού παράγοντα στην περιοχή. Το αθροιστικό τους αποτέλεσμα, όμως, ήταν να μετατραπεί η Γάζα σε απλό σκηνικό.
Οι αριθμοί νεκρών αμάχων, ο μαζικός εκτοπισμός και η καταστροφή υποδομών έγιναν επαναλαμβανόμενα μοτίβα, απογυμνωμένα από την αίσθηση του κατεπείγοντος λόγω της συνεχούς επανάληψης και των ανεπίλυτων αντικρουόμενων ισχυρισμών. Ο κ. Καρύδης υποστηρίζει ότι αυτή η μετατόπιση δεν ήταν τυχαία. Η ιεράρχηση είναι από μόνη της μια μορφή γλώσσας. Όταν η Γάζα έπαψε να ηγείται των δελτίων ειδήσεων, εκτός αν συνδεόταν άμεσα με κυπριακά συμφέροντα, τα Μέσα αναδιαμόρφωσαν σιωπηρά τη σύγκρουση ως μακρινή, αφηρημένη και τελικά διαχειρίσιμη.
Το κυπριακό πρίσμα
Η τάση να ερμηνεύονται διεθνείς κρίσεις μέσα από το πρίσμα της στρατηγικής αξίας της Κύπρου, του άλυτου εθνικού ζητήματος και των περιφερειακών της συμμαχιών είχε ως αποτέλεσμα η Γάζα να συζητείται συχνά με βάση το τι σήμαινε για την Κύπρο, και όχι με βάση το τι συνέβαινε στους Παλαιστινίους. Τα κυβερνητικά αφηγήματα, και ιδιαίτερα η επαναλαμβανόμενη θέση ότι η Κύπρος είναι «μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος», μεταδόθηκαν ευρέως και σπάνια τέθηκαν υπό ουσιαστικό έλεγχο. Η μελέτη καταγράφει μια εντυπωσιακή απουσία διαρκούς διερεύνησης των αντιφάσεων μεταξύ ανθρωπιστικής ρητορικής και στρατηγικής ευθυγράμμισης με το Ισραήλ.
Διεθνής συνενοχή
Το πιο άβολο επιχείρημα της μελέτης αναδύεται όταν ο μελετητής στρέφεται στην έννοια της διεθνούς συνενοχής. Αντλεί από το έργο της Francesca Albanese, ειδικής εισηγήτριας του ΟΗΕ για τα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη, η οποία στην έκθεσή της «Gaza Genocide: A Collective Crime», περιέγραψε όσα εκτυλίχθηκαν στη Γάζα ως μια «γενοκτονική διαδικασία» που ήταν «διεθνώς διευκολυνόμενη».
Ο κ. Καρύδης γράφει: «Πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα την έννοια της 'διεθνούς διευκόλυνσης’ της Albanese, πρέπει να εξεταστεί κατά πόσον τα δυτικά Μέσα –στα οποία ανήκουν και τα κυπριακά– μη πιέζοντας αρκετά για τα γεγονότα, μη κάνοντας τις διακρίσεις επαρκώς σαφείς, μη αμφισβητώντας συχνά τη χρησιμοποιούμενη γλώσσα και μη αναδεικνύοντας με τόλμη τις υποχρεώσεις της διεθνούς κοινότητας, έχουν οι ίδιοι, με τα λόγια της Albanese, ‘διευκολύνει, νομιμοποιήσει και τελικά κανονικοποιήσει τη γενοκτονία’».
Σπεύδει να διευκρινίσει ότι δεν πρόκειται για οριστική κατηγορία. «Είναι μια δύσκολη και μη αποδείξιμη κατηγορία», γράφει, «αλλά είναι μια κατηγορία που μοιάζει ντροπιαστικά αληθινή, αρκετά τουλάχιστον, ώστε οι επιτροπές δημοσιογραφικής δεοντολογίας παγκοσμίως και κάθε δημοσιογράφος ξεχωριστά να τη σκεφτούν σοβαρά».
Κόστος για δημοσιογραφία
Πέρα από τη Γάζα, ο κ. Καρύδης υποστηρίζει ότι οι συνέπειες αυτής της αποτυχίας επεκτείνονται στην ίδια τη δημοσιογραφία ως επάγγελμα. Η δημόσια εμπιστοσύνη, ήδη εύθραυστη, έχει διαβρωθεί περαιτέρω. Το ίδιο και η αξιοπιστία των διεθνών θεσμών που είναι επιφορτισμένοι με την προστασία των δημοσιογράφων. «Οι Παλαιστίνιοι δημοσιογράφοι, όπως όλοι οι δημοσιογράφοι αλλού, μπορούν να είναι μεροληπτικοί ή αμερόληπτοι, μπορούν να είναι δραστήριοι και αξιοπρεπείς αλλά και τεμπέληδες ή εύκολα διεφθαρμένοι, μπορούν να είναι αδέξιοι αλλά και εξαιρετικοί», γράφει. «Αξίζει να αναλογιστεί κανείς ότι ίσως χωρίς αυτούς θα γνωρίζαμε μόνο το μισό από τα ήδη περιορισμένα πράγματα που γνωρίζουμε για όσα συνέβησαν στη Γάζα».
Αντ’ αυτού, η Γάζα, όπως σημειώνει, «αντιμετωπίστηκε με αυτό που μπορεί να περιγραφεί μόνο ως ένα μεσο-αποικιακό βλέμμα», περιορισμένη σε ένα μακρινό θέαμα οδύνης. Υπενθυμίζει την έκκληση του Παλαιστίνιου συγγραφέα και μελετητή Mohammed El Kurd για ταπεινότητα από τους δυτικούς παραγωγούς γνώσης, μια έκκληση που, όπως υπονοεί, αφορά εξίσου και τα Μέσα Ενημέρωσης.
Μια αποτυχία
Αυτό που καθιστά τα ευρήματα ιδιαίτερα ανησυχητικά είναι ότι η Κύπρος, με τη δική της ιστορία κατοχής, εκτοπισμού και διεθνούς αδιαφορίας, θα αναμενόταν ότι θα αντιστεκόταν σε αυτό το μοτίβο. Σύμφωνα με τη μελέτη, σε μεγάλο βαθμό δεν το έκανε. «Συνολικά», καταλήγει ο κ. Καρύδης, «τα Μέσα Ενημέρωσης, κυπριακά και διεθνή, για λόγους άλλοτε πέραν του ελέγχου τους, άλλοτε από άγνοια ή χειρότερα εκούσια, απέτυχαν να φέρουν στην προσοχή του κόσμου με πεποίθηση και υπευθυνότητα όσα πραγματικά συνέβησαν στη Γάζα».
Και προσθέτει: «Στο τέλος, υστέρησαν στο να υπερασπιστούν τα συμφέροντα ενός άφωνου και απανθρωποποιημένου λαού και απέτυχαν να διαφυλάξουν την ακεραιότητα του δημοσιογραφικού αρχείου, ενδεχομένως ακόμη και του ιστορικού αρχείου».





