Κρατούν καθηλωμένη την Αρχή κατά της Διαφθοράς

ΜΙΧΑΛΗΣ ΧΑΤΖΗΣΤΥΛΙΑΝΟΥ

Header Image

Οι διώξεις ή μη αξιωματούχων εξαρτώνται αποκλειστικά από τον Γενικό Εισαγγελέα ο οποίος δεν έχει θεσμική υποχρέωση λογοδοσίας για τις αποφάσεις του

Στα τρία χρόνια λειτουργίας της, η Αρχή κατά της Διαφθοράς εισηγήθηκε στον Γενικό Εισαγγελέα τη διενέργεια ποινικής έρευνας για ενδεχόμενες πράξεις διαφθοράς εναντίον:

1. Του πρώην Υπουργού Γεωργίας Νίκου Κουγιάλη, του πρώην διευθυντή του Τμήματος Αλιείας Λοΐζου Λοϊζίδη και του πρώην διευθυντή του Τμήματος Περιβάλλοντος Κώστα Χατζηπαναγιώτου, σε σχέση με την ανάπτυξη στην Τριμίκλινη και την εκτροπή νερού από τον ποταμό Κούρη.

2. Του βουλευτή της ΕΔΕΚ, Μαρίνου Σιζόπουλου, για υπόθεση εξασφάλισης «χρυσού» διαβατηρίου με ψευδείς παραστάσεις.

3. Του τέως γενικού διευθυντή του ΣΥΛ και νυν γενικού διευθυντή του ΕΟΑ Λευκωσίας, Κωνσταντίνου Παρμακλή, για παραβιάσεις του νόμου που διέπει τη διαχείριση προσφορών και ανάθεση έργου σε συγγενικό του πρόσωπο.

Επιπλέον, η Αρχή κατά της Διαφθοράς έθεσε κάτω από το μικροσκόπιό της τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, Σάββα Αγγελίδη, εναντίον του οποίου εξέτασε μέχρι σήμερα πέντε καταγγελίες χωρίς να προκύψει οτιδήποτε ποινικά κολάσιμο.

Τρία χρόνια μετά τη λειτουργία της, η Αρχή κατά της Διαφθοράς παραμένει καθηλωμένη και αδυνατεί να διεξάγει ανεξάρτητες ποινικές έρευνες, καθώς η πλειοψηφία της Βουλής δεν της παραχώρησε ανακριτικές εξουσίες, παρά τις προειδοποιήσεις του δικηγορικού κόσμου ότι πρόκειται για αδήριτη ανάγκη.

Αν διέθετε ανακριτικές εξουσίες…

Εάν η Αρχή κατά της Διαφθοράς διέθετε ανακριτικές εξουσίες, οι ποινικές έρευνες για υποθέσεις διαφθοράς δεν θα διενεργούνταν από την Αστυνομία και δεν θα τελούσαν υπό την εποπτεία της Νομικής Υπηρεσίας, αλλά από ανεξάρτητους ποινικούς ανακριτές, οι οποίοι θα διορίζονταν απευθείας από την ίδια την Αρχή. Μάλιστα, στις περιπτώσεις όπου οι ελεγχόμενοι για ποινικά αδικήματα είναι νυν ή πρώην υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι, οι ποινικοί ανακριτές θα μπορούσαν να προέρχονται από το εξωτερικό, ώστε να διασφαλίζεται πλήρης ανεξαρτησία και αμεροληψία.

Με αυτό το θεσμικό πλαίσιο, το περιεχόμενο των ανακρίσεων και το μαρτυρικό υλικό δεν θα καθίσταντο γνωστά σε τρίτους, περιορίζοντας έτσι τον κίνδυνο διαρροών και κατ' επέκταση τις απειλές μαρτύρων. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι δεν θα υπήρχε δυνατότητα παρεμβάσεων στο ανακριτικό έργο για συγκάλυψη των υποθέσεων. Τα δε πορίσματα των ποινικών ερευνών θα υποβάλλονταν στον Γενικό Εισαγγελέα, συνοδευόμενα από σαφή και αιτιολογημένη εισήγηση της Αρχής κατά της Διαφθοράς ως προς την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης. Ακόμη και εάν οι δύο επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας επιθυμούσαν να μην προχωρήσουν σε διώξεις, παρά τη σχετική εισήγηση, αυτό θα ήταν εξαιρετικά δύσκολο έως πρακτικά αδύνατο. Και τούτο, διότι, θα όφειλαν να παράσχουν πειστικές και τεκμηριωμένες εξηγήσεις για τη μη άσκηση ποινικής δίωξης, παρά το γεγονός ότι η Αρχή θα είχε ήδη συλλέξει επαρκές μαρτυρικό υλικό που να στοιχειοθετεί εμπλοκή των ελεγχόμενων αξιωματούχων σε αδικήματα διαφθοράς.

Το παράδειγμα Μ. Σιζόπουλου

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η περίπτωση του τέως προέδρου της ΕΔΕΚ και βουλευτή του κόμματος, Μαρίνου Σιζόπουλου. Εάν η Αρχή κατά της Διαφθοράς διέθετε ανακριτικές εξουσίες, θα συνέχιζε η ίδια τη διερεύνηση της υπόθεσης, από τη στιγμή που διαπίστωσε ενδεχόμενες πράξεις διαφθοράς, και θα κατέληγε σε τελικό πόρισμα με σαφή εισήγηση ως προς την άσκηση ή μη ποινικής δίωξης εις βάρος του. Επειδή, όμως, η Αρχή δεν διαθέτει τέτοιες εξουσίες, το πόρισμά της διαβιβάστηκε στον Γενικό Εισαγγελέα και χρειάστηκαν πέντε μήνες για να αποφασίσει κατά πόσον θα διαταχθεί αστυνομική έρευνα. Μεθαύριο Τρίτη, το ζήτημα οδηγείται ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το οποίο θα εξετάσει αίτημα του Γενικού Εισαγγελέα για άρση της βουλευτικής ασυλίας του κ. Σιζόπουλου, προκειμένου να καταστεί δυνατή η λήψη ανακριτικής κατάθεσης.

Ως έχουν σήμερα τα πράγματα, η διενέργεια ποινικής έρευνας σε βάρος οποιουδήποτε νυν ή πρώην αξιωματούχου για υποθέσεις διαφθοράς εξαρτάται αποκλειστικά από τους δύο επικεφαλής της Νομικής Υπηρεσίας, δηλαδή τον Γενικό Εισαγγελέα και τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα. Τα πορίσματα της Αρχής κατά της Διαφθοράς υποβάλλονται στον Γενικό Εισαγγελέα, ο οποίος έχει τον τελικό λόγο ως προς το αν θα προχωρήσει ή όχι σε ποινική έρευνα ή δίωξη σε βάρος αξιωματούχου, χωρίς να υπέχει θεσμική υποχρέωση λογοδοσίας για τις αποφάσεις του.

Ο δικηγορικός κόσμος δεν εισακούστηκε

Κατά τη συζήτηση του νομοσχεδίου για την ίδρυση της Αρχής κατά της Διαφθοράς, ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος είχε παρέμβει προς την αρμόδια τότε υπουργό Δικαιοσύνης, Έμιλυ Γιολίτη, ζητώντας να δοθούν στην Αρχή διευρυμένες ανακριτικές εξουσίες για να καταπολεμηθεί αποτελεσματικά η διαφθορά στη χώρα. Υποδεικνύοντας με έμφαση ότι, σε αντίθετη περίπτωση, η κατάσταση δεν θα βελτιωθεί και έφερε ως παραδείγματα το πόρισμα για την οικονομία και το πόρισμα για τον Συνεργατισμό, τα οποία στο τέλος κατέληξαν στον κάλαθο των αχρήστων. Ουδείς τιμωρήθηκε για τα υπό αναφορά σκάνδαλα, τα οποία οδήγησαν στη διάλυση της οικονομίας του τόπου και στο κλείσιμο μιας τράπεζας.

Η επιστολή Νικήτα

Αρκούντως κατατοπιστική είναι η πεντασέλιδη επιστολή που απέστειλε ο πρόεδρος της Επιτροπής κατά της Διαφθοράς του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου κ. Ορέστης Νικήτας προς την τότε υπουργό Δικαιοσύνης, ημερομηνίας 16/3/2021 (βλέπε φωτό), όπου, μεταξύ άλλων, υποδείκνυε επί λέξει τα εξής:

1. Στις 4/3/2021 παραλάβαμε το αναθεωρημένο νομοσχέδιο και, προς λύπη μας, διαπιστώσαμε ότι δεν έχουν παραχωρηθεί ανακριτικές εξουσίες στην ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς, ώστε να μπορεί να φέρει εις πέρας το δύσκολο έργο που της ανατίθεται. Το έργο αυτό περιλαμβάνει την επιμόρφωση του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, καθώς και του ευρύτερου κοινού για σκοπούς πρόληψης, αλλά και τη διερεύνηση πράξεων διαφθοράς και εν δυνάμει πράξεων διαφθοράς, οι οποίες, σύμφωνα με τον νόμο, συνιστούν ποινικά αδικήματα.

Ως Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος θεωρούμε ότι έχουμε καθήκον να προστατεύουμε το δημόσιο συμφέρον, επεμβαίνοντας και συνεισφέροντας στην Πολιτεία σε ζητήματα που άπτονται των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της καταπολέμησης της διαφθοράς. Για τον λόγο αυτό, θέτουμε υπόψη τους προβληματισμούς μας σχετικά με το αναθεωρημένο νομοσχέδιο που αφορά τη δημιουργία της ανεξάρτητης Αρχής, με στόχο την εξασφάλιση της εύρυθμης και αποτελεσματικής λειτουργίας της.

2. Το γεγονός ότι η Αρχή θα πρέπει να σταματά οποιαδήποτε διερεύνηση καταγγελιών όταν αρχίσει ποινική έρευνα από την Αστυνομία ή από ποινικό ανακριτή (σ.σ. που διορίζεται από τον Γενικό Εισαγγελέα) για πράξεις διαφθοράς ή για πράξεις εν δυνάμει διαφθοράς, έρχεται σε αντίθεση με την αποστολή της, που πέρα από την πρόληψη, συμπεριλαμβάνει και την καταπολέμηση της διαφθοράς. Η εξουσία διερεύνησης των καταγγελιών της Αρχής περιορίζεται σε συλλογή δεδομένων σύμφωνα με το άρθρο 6 (1) (θ) του νομοσχεδίου. Σε περίπτωση που η Αρχή υποψιάζεται ότι έχουν διαπραχθεί αδικήματα διαφθοράς θα ετοιμάζει πόρισμα και θα το αποστέλλει στον Γενικό Εισαγγελέα για τις ενέργειές του.

Διερωτάται εύλογα κανείς, γιατί χρειάζεται ο πολίτης να υποβάλει καταγγελία στην Αρχή, εφόσον δεν έχει ανακριτικές εξουσίες και να μην αποταθεί απευθείας στην Αστυνομία, η οποία είναι και το αρμόδιο όργανο για διερεύνηση ποινικών αδικημάτων, με κίνδυνο μάλιστα να μολυνθεί το μαρτυρικό υλικό εφόσον θα τύχει επεξεργασίας από τον αρμόδιο λειτουργό της Αρχής. Επιπρόσθετα, θα υπάρχει μεγάλη καθυστέρηση στην έναρξη πιθανής ποινικής έρευνας εφόσον ο καταγγέλλων θα περιμένει το πόρισμα της Αρχής με κίνδυνο να επηρεαστούν μάρτυρες και να καταστραφούν τεκμήρια.

Περαιτέρω, εφόσον οι αρμοδιότητες της Αρχής δεν επηρεάζουν τις εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα και της Αστυνομίας υπάρχει ο κίνδυνος να γίνονται παράλληλα καταγγελίες και παράλληλες έρευνες δημιουργώντας αχρείαστη ταλαιπωρία και έξοδα.

3. Εκφράστηκε η άποψη ότι εάν δοθεί ανακριτική εξουσία στην Αρχή ενδεχομένως να είναι αντισυνταγματική τέτοια νομοθετική πρόνοια διότι ενδέχεται να προσκρούει στο άρθρο 113 ήτοι στις συνταγματικές εξουσίες του Γενικού Εισαγγελέα. Άποψή μας είναι ότι, δεν υπάρχει θέμα αντισυνταγματικότητας. Η Αρχή μπορεί να έχει ανακριτικές εξουσίες και να παραμένει ανεξάρτητη χωρίς να συγκρούονται οι εξουσίες της με αυτές του Γενικού Εισαγγελέα. Η Αρχή μπορεί να στελεχωθεί με ποινικούς ανακριτές οι οποίοι θα έχουν εξειδίκευση και/ή πείρα στη διερεύνηση αδικημάτων διαφθοράς. Η Αρχή θα μπορεί με αυτόν τον τρόπο να διεξαγάγει έρευνες, θα αποτείνεται στο δικαστήριο για έκδοση σχετικών διαταγμάτων, θα ολοκληρώνει το μαρτυρικό υλικό και εάν υπάρχουν κατά την άποψή της ποινικά αδικήματα θα ζητεί από τον Γενικό Εισαγγελέα την καταχώριση υπόθεσης. Σε περίπτωση που ο Γενικός Εισαγγελέας θεωρεί τον φάκελο της υπόθεσης ελλιπή θα μπορεί να δίνει οδηγίες στην Αρχή για περαιτέρω διερεύνηση, χωρίς όμως να υπάρχει υποχρέωση της Αρχής να ακολουθήσει τις οδηγίες του. Η τελική απόφαση δίωξης, βέβαια, θα ανήκει στον Γενικό Εισαγγελέα αλλά θεωρούμε ότι επειδή η Αρχή θα λειτουργεί δημόσια και με διαφάνεια θα είναι δύσκολο για τον εκάστοτε Γενικό Εισαγγελέα να αρνείται να εφαρμόσει τις εισηγήσεις της. Περαιτέρω να σημειωθεί ότι, η εξειδίκευση της Αρχής στη διερεύνηση των εν λόγω αδικημάτων θα οδηγήσει σε αποτελεσματικότερη και πιο γρήγορη διαλεύκανση των αδικημάτων διαφθοράς.

4. Πολύ φοβόμαστε ότι εάν η Αρχή δεν έχει την εξουσία να επιβάλλει διοικητικές κυρώσεις (βλέπε το επιτυχημένο παράδειγμα της επιτρόπου Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων) ή να διεξάγει ποινικές έρευνες και να προωθεί ποινικές υποθέσεις στο δικαστήριο μέσω του Γενικού Εισαγγελέα, θα καταλήγουν οι εισηγήσεις της και τα πορίσματά της στον κάλαθο των αχρήστων όπως μας δίδαξε το πρόσφατο παρελθόν (βλέπε επιτροπές για Μαρί, οικονομία, Συνεργατισμού κ.λπ.).

5. Με βάση τα πιο πάνω, είμαστε της άποψης ότι για την εύρυθμη λειτουργία της Αρχής και για τη δυνατότητα εκπλήρωσης των σκοπών της, πρέπει να της δοθούν ανακριτικές εξουσίες για να μπορεί να διερευνά τις καταγγελίες για πράξεις διαφθοράς ή πράξεις εν δυνάμει διαφθοράς που εξ ορισμού είναι ποινικά αδικήματα.

Τέσσερις προτάσεις νόμου για ενίσχυση των ελέγχων 

Ενώπιον της Επιτροπής Νομικών της Βουλής εκκρεμούν προς ψήφιση τέσσερις προτάσεις νόμου, οι οποίες στόχο έχουν να καταστήσουν την Αρχή κατά της Διαφθοράς πλήρως ανεξάρτητη και με διευρυμένες ανακριτικές εξουσίες. Ειδικότερα, πρόκειται για τις εξής:

- Η πρόταση νόμου του βουλευτή Χαράλαμπου Θεοπέμπτου που κατατέθηκε εκ μέρους του Κινήματος Οικολόγων-Συνεργασία Πολιτών και συνυπογράφεται από τη βουλεύτρια Αλεξάνδρα Ατταλίδου, κατατέθηκε στις 22/9/2022 και έχει ως σκοπό να παραχωρηθούν ανακριτικές εξουσίες στην Αρχή κατά της Διαφθοράς.

- Η πρόταση νόμου του βουλευτή του ΔΗΣΥ, Δημήτρη Δημητρίου, κατατέθηκε στις 31/10/2024 και σκοπό έχει να μετατρέψει την Αρχή κατά της Διαφθοράς σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου.

- Οι δύο προτάσεις νόμου της βουλεύτριας Ειρήνης Χαραλαμπίδου κατατέθηκαν στις 26/2/2026 και στοχεύουν στην τροποποίηση της ισχύουσας νομοθεσίας, ώστε η Αρχή κατά της Διαφθοράς σε περίπτωση που τα πορίσματά της καταδεικνύουν την εμπλοκή αξιωματούχων σε ενδεχόμενες πράξεις διαφθοράς, να ενημερώνει τον έφορο Φορολογίας χωρίς να απαιτείται προηγούμενη ενημέρωση ή συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα. 

Σήμερα, τα πορίσματα της Αρχή κατά της Διαφθοράς διαβιβάζονται αποκλειστικά στον Γενικό Εισαγγελέα, από τον οποίο εξαρτάται η διενέργεια οποιασδήποτε έρευνας. Εάν ο Γενικός Εισαγγελέας αποφασίσει να μην προχωρήσει σε έρευνα, οι εμπλεκόμενοι δεν ελέγχονται ούτε για φορολογικά αδικήματα ούτε για οποιοδήποτε άλλο ποινικό αδίκημα.  

Συνεπώς, με τις νομοθετικές ρυθμίσεις που προτείνει η κ. Χαραλαμπίδου επιδιώκεται η θέσπιση ενός σαφούς και θεσμικά κατοχυρωμένου μηχανισμού ενεργοποίησης φορολογικών ελέγχων, με γνώμονα την ενίσχυση της διαφάνειας και της αποτελεσματικότητας του κράτους στην πρόληψη και αντιμετώπιση φαινομένων διαφθοράς.

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα