Ο Γιώργος Πανουσόπουλος, υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς της γενιάς του και του νέου ελληνικού κινηματογράφου, εκφράζοντας με ξεχωριστή τρυφερότητα, τον έρωτα, το φως και την αγαπημένη του εποχή, τα χρώματα και αρώματα του καλοκαιριού, δίχως να ξεπέφτει στο φολκλόρ.
Το σινεμά του, παθιασμένο, ορμητικό, παλλόμενο, με τις ζεστές του εικόνες, το διεισδυτικό βλέμμα ενός σκηνοθέτη που δεν έμενε στα προφανή, ξεσήκωνε τις αισθήσεις, δημιουργούσε πλημμύρα συναισθημάτων και ιδεών. Μιλούσε για τα πιο σοβαρά με χιούμορ και ταυτόχρονα, έμπλεος ευαισθησίας δεν έχανε την οξυδέρκεια των μηνυμάτων, σκάβοντας πάντα κάτω από την επιφάνεια.
Αγαπούσε το αστικό αθηναϊκό τοπίο, ένα γνώριμο φυσικό σκηνικό στις ταινίες του, καθώς και το Αιγαίο, αλλά και κάθε γωνιά της ελληνικής επικράτειας που δεν ήξερε να κλαίει.
Η οικογένειά του, θα τον αποχαιρετήσει με το ολιγόλογο: «Σήμερα η ψυχή του Γιώργου αποφάσισε πως το σώμα του είναι πολύ μικρό και δεν θα μπορούσε πια να την χωρέσει. Και ήθελε να ελευθερωθεί. Και έτσι ταξίδεψε πάνω από το Αιγαίο προς το φως που πάντα και παντού έψαχνε. Θα είναι πάντα στην καρδιά και το μυαλό μας με όλα όσα μας προσέφερε και φυσικά με τις ταινίες του που για πάντα θα κουβαλούν τα κομμάτια της ψυχής του που τους αφιέρωσε.»
Όμως, η δεύτερη οικογένεια του Πανουσόπουλου ήταν και η συνάπαρξή του με τους Γιώργο Τσεμπερόπουλο και Νίκο Περάκη, η τριάδα της «Φιλμικής Εταιρείας», που έφερε κάτι καινούργιο στο ελληνικό σινεμά, από τον χώρο της διαφήμισης. Μία αδελφική φιλία, μία καλλιτεχνική συντροφικότητα, καθώς ανεξάρτητα με το ποιος σκηνοθετούσε, οι άλλοι δυο της παρέας έτρεχαν για να βοηθήσουν σε οτιδήποτε χρειαζόταν μια παραγωγή. Μία τριάδα και μία ψυχή και ένα σώμα.
Άλλωστε, ο Πανουσόπουλος, πριν περάσει πίσω από την κάμερα, υπήρξε ένας σπουδαίος διευθυντής φωτογραφίας, αλλά και μοντέρ, παραγωγός και σεναριογράφος.
Ως διευθυντής φωτογραφίας έδωσε το δικό του φως, τη δική του ματιά και στους Θόδωρο Αγγελόπουλο, Παντελή Βούλγαρη, Νίκο Νικολαΐδη, Ανδρέα Θωμόπουλο, Δήμο Θέο, απ’ τους οποίους κέρδισε εμπειρίες, έμαθε τις δυσκολίες της δουλειάς του οπερατέρ.
Ο Γιώργος Πανουσόπουλος, που γεννήθηκε στην Κηφισιά, στις 3 Φεβρουαρίου του 1942 και σπούδασε κινηματογράφο στο εξωτερικό, θα κάνει, το 1979, το θεαματικό του ντεμπούτο, με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, «Ταξίδι του Μέλιτος». Μία ταινία, για την τρίτη ηλικία, μέσα από μία πρωτότυπη δραματική ψυχογραφία, που αποδεικνύει την εξαιρετική γνώση της κινηματογραφικής γλώσσας και της διεύθυνσης ενός συγκινητικού καστ βετεράνων ηθοποιών, από Σταύρο Ξενίδη και Αλέκα Παΐζη, μέχρι Μαλαίνα Ανουσάκη και Κούλη Στολίγα, ενώ πρωταγωνιστικό ρόλο έχει και η αγαπημένη του σύζυγος Μπέτυ Λιβανού. Και βεβαίως, ντυμένη με τις μελαγχολικές μελωδίες του Μάνου Χατζιδάκι.
Το 1981 θα παρουσιάσει το αισθηματικό δράμα «Οι Απέναντι», έναν στοχασμό πάνω στο αστικό τοπίο και την επίδρασή του στα αδιέξοδα της ερωτικής επιθυμίας, με Άρη Ρέτσο και Μπέτυ Λιβανού, στους καλύτερους ρόλους της καριέρας τους, ενώ το 1985 με την διονυσιακή «Μανία» του, έχοντας αναλάβει εκτός από τη σκηνοθεσία και τα καθήκοντα παραγωγού, σεναριογράφου, διευθυντή φωτογραφίας και μοντέρ, θα συμμετάσχει στο φεστιβάλ Βερολίνου.
Ακόμη πιο κεφάτος, το 1988 θα μας ταξιδέψει παιχνιδιάρικα στον πόθο και την απενοχοποιημένη ηδονή, με το εκστατικό και ερεθιστικό «Μ’ Αγαπάς», ένα φιλμ που θα τον φέρει υποψήφιο για το Χρυσό Λέοντα στο φεστιβάλ Βενετίας.
Με απόσταση εφτά χρόνων, θα έρθει η «Ελεύθερη Κατάδυση», με την οποία αναδεικνύει το καλοκαιρινό φως του Αιγαίου, μέσα από μία δυνατή ερωτική ιστορία, με Καρυοφιλλιά Καραμπέτη, Αλέκο Συσσοβίτη και Βαλέρια Χριστοδουλίδου, ενώ το 1991 πειραματίζεται με φόντο την Αθήνα του Αυγούστου, στο «Μια Μέρα τη Νύχτα».
Το 2004 κι ενώ έχει σκηνοθετήσει την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας, θα στήσει ένα σουρεαλιστικό πικάντικο παιχνίδι, με το ερωτικό «Τεστοστερόνη» και θα κλείσει την κινηματογραφική πορεία του το 2018, με την αποτύπωση του διονυσιακού ελληνικού καλοκαιριού σε ένα νησί του Αιγαίου, με την κωμωδία «Σ' Αυτή τη Χώρα Κανείς δεν Ήξερε να Κλαίει», όπου υπάρχει χώρος μόνο για φιλοσοφία, γλέντι και έρωτα για τη ζωή.
Ένας επίλογος, που ταίριαζε στη ζωή και στο κινηματογραφικό του σύμπαν, για έναν ευγενικό, σεμνό άνθρωπο που θα αφήσει ως κληρονομιά, εκτός από τις ταινίες του και το πάθος του για το σινεμά, την αγάπη του για τους Έλληνες δημιουργούς και για το τι μπορεί να σημαίνει συντροφικότητα.
Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ





