Ένα φωτεινό υπνοδωμάτιο μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία για την υγεία της καρδιάς από ό,τι πιστεύαμε μέχρι σήμερα, σύμφωνα με νέα έρευνα που εντόπισε συσχέτιση ανάμεσα στην έκθεση σε φως κατά τη διάρκεια της νύχτας και σε δυσμενείς αλλαγές στη δομή και τη λειτουργία της καρδιάς.
Στη μελέτη, η οποία δημοσιεύθηκε στο European Heart Journal, οι ερευνητές ανέλυσαν αρχικά δεδομένα από 11.071 συμμετέχοντες στη UK Biobank, χωρίς γνωστή καρδιαγγειακή νόσο. Οι συμμετέχοντες φόρεσαν για επτά συνεχόμενες ημέρες συσκευή στον καρπό, η οποία κατέγραφε τόσο τη σωματική δραστηριότητα όσο και την έκθεσή τους στο φως. Περίπου τρία χρόνια αργότερα υποβλήθηκαν σε μαγνητική τομογραφία καρδιάς.
Οι ερευνητές εξέτασαν ειδικότερα την έκθεση σε φως άνω των 3 lux κατά τις πέντε λιγότερο δραστήριες ώρες της νύχτας κάθε συμμετέχοντα. Όσο μεγαλύτερη ήταν η έκθεση, τόσο εντονότερες ήταν οι συσχετίσεις με δυσμενείς μεταβολές σε διαφορετικές κοιλότητες της καρδιάς.
Σύμφωνα με συνοδευτικό άρθρο του European Heart Journal, στην ομάδα με τη μεγαλύτερη έκθεση στο φως η αριστερή κοιλία ήταν κατά μέσο όρο 2,4% μεγαλύτερη, τα τοιχώματά της 1,5% παχύτερα, ενώ καταγράφηκε και 1,9% μείωση σε δείκτη συσταλτικής λειτουργίας, σε σύγκριση με την ομάδα που κοιμόταν στο μεγαλύτερο σκοτάδι. Μεταβολές εντοπίστηκαν επίσης στη δεξιά κοιλία και στον αριστερό κόλπο.
Η μελέτη δεν σταμάτησε στις μαγνητικές τομογραφίες. Σε παράλληλη ανάλυση 73.286 ανθρώπων, οι οποίοι παρακολουθήθηκαν για διάστημα έως και δέκα ετών, η υψηλότερη έκθεση σε νυχτερινό φως, σε σύγκριση με τη μηδενική έκθεση, συσχετίστηκε με 29% υψηλότερο κίνδυνο καρδιακής ανεπάρκειας, 15% υψηλότερο κίνδυνο κολπικής μαρμαρυγής, 24% υψηλότερο κίνδυνο εμφράγματος, 33% υψηλότερο κίνδυνο εγκεφαλικού και 26% υψηλότερο κίνδυνο θανάτου από καρδιαγγειακά αίτια.
Ένας πιθανός παράγοντας φαίνεται να είναι ο ύπνος. Σύμφωνα με τους ερευνητές, η μικρότερη διάρκειά του εξηγούσε στατιστικά μέρος, περίπου 24% έως 49%, των συσχετίσεων μεταξύ νυχτερινού φωτός και των αλλαγών που παρατηρήθηκαν στην καρδιά.
Οι συγγραφείς, ωστόσο, επισημαίνουν ότι η έρευνα είναι παρατηρητική και δεν μπορεί να αποδείξει ότι το φως προκαλεί τις συγκεκριμένες καρδιακές μεταβολές. Μεταξύ των περιορισμών είναι επίσης ότι η έκθεση στο φως καταγράφηκε για μόνο μία εβδομάδα, ο αισθητήρας μετρούσε τη φωτεινότητα αλλά όχι το φάσμα του φωτός και το δείγμα της UK Biobank αποτελείται κυρίως από λευκούς και γενικά υγιέστερους ανθρώπους. Οι εργαζόμενοι σε νυχτερινές βάρδιες εξαιρέθηκαν από την κύρια ανάλυση.






