Η πτώση δύο 17χρονων κοριτσιών από πολυκατοικία στην Ελλάδα, που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο και των δύο παιδιών, επανέφερε με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο ένα από τα πιο ευαίσθητα ζητήματα δημόσιας υγείας: Τις αυτοκτονίες ανηλίκων και τη διαχείριση ψυχικών κρίσεων στους νέους.
Το περιστατικό άνοιξε ξανά τη συζήτηση γύρω από τον τρόπο με τον οποίον τα Μέσα Ενημέρωσης καλύπτουν τέτοιες υποθέσεις αλλά και κατά πόσο η δημόσια συζήτηση συμβάλλει στην πρόληψη ή, αντίθετα, ενισχύει το στίγμα, τη δραματοποίηση και την επικίνδυνη υπεραπλούστευση. Στην Κύπρο, το θέμα παραμένει ιδιαίτερα ευαίσθητο, με ειδικούς να υπογραμμίζουν πως η αυτοκτονικότητα δεν αποτελεί αποτέλεσμα ενός μόνο γεγονότος αλλά σύνθετη κατάσταση ψυχικής υγείας που απαιτεί έγκαιρη αναγνώριση, στήριξη και επιστημονική αντιμετώπιση.
Ζήτημα δημόσιας υγείας
Ειδικοί ψυχικής υγείας επισημαίνουν ότι οι σοβαρές ψυχικές κρίσεις και οι αυτοκτονικές συμπεριφορές σπάνια εμφανίζονται αιφνίδια. Πίσω από κάθε τέτοια περίπτωση, συχνά προϋπάρχουν ψυχική επιβάρυνση, τραύματα, κοινωνική απομόνωση, οικογενειακές δυσκολίες, άγχος ή κατάθλιψη, αίσθημα αδιεξόδου που παραμένει αόρατο για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι η αναζήτηση μιας μόνο «αιτίας» μετά από μια αυτοκτονία δημιουργεί λανθασμένη εικόνα για το κοινό και απομακρύνει τη συζήτηση από την ουσία της πρόληψης.
Τι λέμε και τι γράφουμε
Η δημοσιογραφική κάλυψη αυτοκτονιών θεωρείται διεθνώς ένα από τα πιο ευαίσθητα πεδία ενημέρωσης. Οι κατευθυντήριες γραμμές του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ) και διεθνών οργανισμών ψυχικής υγείας συστήνουν στα Μέσα Ενημέρωσης να αποφεύγουν τη λεπτομερή περιγραφή της μεθόδου, να μην προβάλλουν δραματοποιημένους τίτλους, να αποφεύγουν σοκαριστικές εικόνες, να μην παρουσιάζουν την αυτοκτονία ως «λύση», να μην συνδέουν το περιστατικό με μία μόνο αιτία και να αποφεύγουν τη δημοσιοποίηση προσωπικών σημειωμάτων ή ιδιωτικών στοιχείων.
Παράλληλα, ενθαρρύνεται η αναφορά σε δομές υποστήριξης, υπηρεσίες ψυχικής υγείας και δυνατότητες παρέμβασης. Ειδικοί προειδοποιούν ότι η υπερβολική δημοσιότητα ή η συναισθηματική δραματοποίηση ενδέχεται να επηρεάσει ευάλωτα άτομα, ιδιαίτερα εφήβους και νεαρούς ανθρώπους.
Στην Κύπρο, η δημόσια συζήτηση γύρω από την ψυχική υγεία παραμένει συχνά επιβαρυμένη από κοινωνικό στίγμα και προκαταλήψεις. Παρότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μεγαλύτερη ευαισθητοποίηση, αρκετοί επαγγελματίες ψυχικής υγείας εκφράζουν ανησυχία για τον τρόπο με τον οποίον ορισμένα περιστατικά παρουσιάζονται στη δημόσια σφαίρα και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Ιδιαίτερα σε υποθέσεις που αφορούν ανηλίκους ή νέους ανθρώπους, το ζήτημα της προστασίας της ιδιωτικότητας, της αξιοπρέπειας των οικογενειών αλλά και της αποφυγής αναπαραγωγής τραυματικού περιεχομένου τίθεται ολοένα και πιο έντονα.
Επαγγελματίες ψυχικής υγείας υπογραμμίζουν ότι η σιωπή γύρω από την ψυχική υγεία δεν προστατεύει την κοινωνία. Αντίθετα, η υπεύθυνη ενημέρωση μπορεί να συμβάλει στην έγκαιρη αναγνώριση κινδύνων, στη μείωση του στίγματος, στην ενθάρρυνση αναζήτησης βοήθειας και στην κατανόηση ότι πολλές ψυχικές διαταραχές είναι αντιμετωπίσιμες. Όπως σημειώνουν ειδικοί, η δημόσια συζήτηση οφείλει να απομακρυνθεί από την αναζήτηση «ενόχων» ή απλοϊκών εξηγήσεων και να εστιάσει ουσιαστικά στην πρόληψη, στη στήριξη και στην πρόσβαση των νέων σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας.
Σε μια μικρή κοινωνία
Το τραγικό περιστατικό της απώλειας των δύο νεαρών κοριτσιών επαναφέρει με επώδυνο τρόπο την ανάγκη για μια σοβαρή, επιστημονικά τεκμηριωμένη και χωρίς προκαταλήψεις δημόσια συζήτηση γύρω από την ψυχική υγεία των παιδιών και των νέων. Η αυτοκτονικότητα και οι σοβαρές ψυχικές κρίσεις αποτελούν σύνθετα ζητήματα δημόσιας υγείας, τα οποία απαιτούν υπεύθυνη και προσεκτική προσέγγιση.
Ιδιαίτερα στην κυπριακή πραγματικότητα, λόγω του μικρού μεγέθους της κοινωνίας, ο κίνδυνος ταυτοποίησης και περαιτέρω επιβάρυνσης των οικογενειών και των επηρεαζόμενων ατόμων είναι αυξημένος. Σύμφωνα με διεθνείς κατευθυντήριες οδηγίες δημόσιας υγείας και του ΠΟΥ, η υπεύθυνη δημοσιογραφική κάλυψη μπορεί να συμβάλλει ουσιαστικά στην πρόληψη.
Η Κυπριακή Εταιρεία Ψυχιατρική (ΚΕΨ) υπογραμμίζει τη σημασία της αποφυγής:
- Λεπτομερών περιγραφών της μεθόδου ή του τόπου,
- εντυπωσιοθηρικών τίτλων ή δραματοποίησης,
- εξιδανίκευσης ή υπεραπλούστευσης πιθανών αιτιών,
- επαναλαμβανόμενης και υπερβολικής προβολής του περιστατικού.
Η αυτοκτονικότητα είναι συνήθως αποτέλεσμα πολυπαραγοντικών και σύνθετων διεργασιών. Η απόδοση ενός τέτοιου γεγονότος σε μία και μόνο αιτία δεν αντανακλά την επιστημονική πραγματικότητα και ενδέχεται να οδηγήσει σε παρανοήσεις.
Υπεύθυνη ενημέρωση
Η υπέρβαση του στίγματος δεν επιτυγχάνεται μέσω της σιωπής. Η υπεύθυνη ενημέρωση δεν αποκρύπτει την πραγματικότητα. Αντίθετα, δημιουργεί χώρο για ουσιαστική κατανόηση, πρόληψη και έγκαιρη αναζήτηση βοήθειας. Η συζήτηση χρειάζεται να μετατοπιστεί:
- Από τις λεπτομέρειες του περιστατικού προς την πρόληψη,
- στην αναγνώριση προειδοποιητικών σημειωμάτων ψυχικής δυσφορίας,
- στην ενημέρωση γονέων, εκπαιδευτικών και επαγγελματιών για έγκαιρη παρέμβαση,
- στη μείωση του στίγματος γύρω από την ψυχική υγεία.
Απόσυρση από δραστηριότητες, έντονες αλλαγές στη συμπεριφορά, εκφράσεις απελπισίας ή αναφορές σε αυτοκαταστροφικές σκέψεις είναι σημάδια που δεν πρέπει να αγνοούνται. Η Κυπριακή Εταιρεία Ψυχιατρικής υπογραμμίζει την ανάγκη περαιτέρω ενίσχυσης των υπηρεσιών ψυχικής υγείας παιδιών και εφήβων, καθώς και της υποστήριξης σχολικών κοινοτήτων μέσω πολυεπιστημονικών παρεμβάσεων και έγκαιρης πρόσβασης σε φροντίδα. Σε κάθε νέο άνθρωπο που βιώνει έντονο ψυχικό πόνο στέλνουμε το μήνυμα: Δεν είσαι μόνος/η και υπάρχει βοήθεια. Η αναζήτηση στήριξης είναι πράξη δύναμης.
Πότε δεν αποκρύβεται
Ο πρόεδρος της Ένωσης Συντακτών Κύπρου, Γιώργος Φράγκος, επεσήμανε, μιλώντας στον «Π», ότι το ζήτημα της δημοσιογραφικής κάλυψης των αυτοκτονιών, ιδιαίτερα όταν αφορά ανηλίκους, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μονοσήμαντα, δογματικά ή τυπολατρικά. Κάθε περίπτωση έχει τις δικές της ιδιομορφίες. Για παράδειγμα, εάν τα αίτια μιας αυτοκτονίας συνδέονται με ελλειμματική ή ανεύθυνη διαχείριση από τις αρμόδιες Αρχές, το γεγονός δεν πρέπει να αποκρύβεται, καθώς η ανάδειξή του εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και οδηγεί στη λήψη διορθωτικών μέτρων.
Ωστόσο, ο γενικός κανόνας παραμένει σαφής: Οι δημοσιογράφοι αποφεύγουν να αναφέρονται σε αυτοκτονίες, παραλείποντας αχρείαστες λεπτομέρειες για τον τρόπο εκτέλεσης της πράξης. Η εμπειρία δείχνει ότι η υπέρμετρη προβολή μπορεί να προκαλέσει αλυσιδωτά παρόμοια περιστατικά. Η θέση της ΕΣΚ εδράζεται στον Κώδικα Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας, ο οποίος ορίζει τη γενική αποφυγή αναφορών σε αυτοκτονίες ή απόπειρες. Στις εξαιρετικές περιπτώσεις που η δημοσιοποίηση κρίνεται δικαιολογημένη, επιβάλλεται άκρα ευαισθησία, ενώ για τους ανηλίκους απαγορεύεται αυστηρά η προβολή στοιχείων ή εικόνων που οδηγούν στην ταυτοποίησή τους ή επιτείνουν το τραύμα της οικογένειας.
Θανάσης και Στυλιανός
Ως χαρακτηριστικά παραδείγματα ο κ. Φράγκος μάς ανέφερε τις υποθέσεις του Θανάση Νικολάου και του ανήλικου Στυλιανού. Στην περίπτωση του Θανάση Νικολάου, η εύκολη υιοθέτηση της εκδοχής της αυτοκτονίας λειτούργησε ως μέσο αποποίησης ευθυνών, παρά τις σοβαρές αμφιβολίες για το τι πραγματικά συνέβη. Στην περίπτωση του Στυλιανού, η αυτοκτονία αξιοποιήθηκε ως ελαφρυντικό για την αδράνεια των αρμόδιων υπηρεσιών. Αυτές οι δύο αντίθετες αλλά παράλληλες υποθέσεις καταδεικνύουν τα όρια και τις ευθύνες του επαγγέλματος: Τα ΜΜΕ δεν πρέπει να δέχονται άκριτα τα πρώτα πορίσματα των διωκτικών Αρχών όταν υπάρχουν ενδείξεις για το αντίθετο.
Ο κ. Φράγκος υπογράμμισε ότι το ρεπορτάζ δεν πρέπει να είναι μια στεγνή αστυνομική καταγραφή γεμάτη γλαφυρές περιγραφές της πράξης. Οφείλει να επικεντρώνεται στο πού απέτυχαν οι κρατικές δομές και να λειτουργεί ελεγκτικά απέναντι στην εξουσία. Η δεοντολογία δεν ζητά το «θάψιμο» του προβλήματος αλλά τη διαφορετική πλαισίωσή του. Η αυτοκτονία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως ζήτημα δημόσιας υγείας και κοινωνικής πρόνοιας μέσω τεκμηριωμένων ρεπορτάζ. Αντί για το περιστατικό, η συζήτηση πρέπει να στρέφεται στις ελλείψεις ψυχιατρικών δομών, το στίγμα, το bullying, την υποστελέχωση των γραμμών στήριξης αλλά και στην προβολή ιστοριών ανθρώπων που ξεπέρασαν την κρίση.
Μιμητισμός
Απαντώντας στο ερώτημα περί μιμητισμού σε άλλα εγκλήματα, σημείωσε ότι η ψυχολογία έχει αποδείξει επιστημονικά ότι ο μιμητισμός λειτουργεί πολύ πιο άμεσα και έντονα στην αυτοκτονία. Ένας ευάλωτος δέκτης που πάσχει από κατάθλιψη τείνει να ταυτιστεί με τον αυτόχειρα, ειδικά αν πρόκειται για ανήλικο ή διάσημο πρόσωπο, και η περιγραφή της μεθόδου τού προσφέρει ένα «έτοιμο σενάριο» φυγής. Αντίθετα, οι βιασμοί και οι εμπρησμοί είναι κακόβουλες πράξεις στρεφόμενες κατά τρίτων. Η προβολή ενός εμπρησμού σπάνια θα μετατρέψει έναν υγιή πολίτη σε εμπρηστή, αλλά η δραματοποιημένη προβολή μιας αυτοκτονίας μπορεί να πυροδοτήσει την αυτοκαταστροφική τάση ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε απόγνωση.
Σχετικά με τη Διεθνή Ομοσπονδία Δημοσιογράφων (IFJ), ο κ. Φράγκος ανέφερε ότι αυτή ευθυγραμμίζεται πλήρως με τις κατευθυντήριες γραμμές του ΠΟΥ. Η IFJ καλεί σε αυστηρή αποφυγή της εντυπωσιοθηρίας, της δραματοποίησης και της αναφοράς σε μεθόδους ή τοποθεσίες. Απαγορεύει ρητά τη δημοσίευση αποχαιρετιστήριων σημειωμάτων και την απλουστευτική απόδοση της πράξης σε ένα και μόνο αίτιο, επιτάσσοντας τον απόλυτο σεβασμό στο πένθος της οικογένειας. Αντίθετα, προκρίνει την υπεύθυνη ενημέρωση για την πρόληψη, την παρουσίαση της πολυπλοκότητας των ψυχικών νόσων και την υποχρεωτική παράθεση επίσημων γραμμών βοήθειας σε κάθε σχετικό δημοσίευμα.
Ύψιστη ευαισθησία
Από την πλευρά της, η πρόεδρος της Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας (ΕΔΔ), Έλλη Κοτζιαμάνη, ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει μια απόλυτα απαγορευτική οδηγία που να λέει γενικά «δεν δημοσιεύονται οι αυτοκτονίες». Η βασική κατεύθυνση της Επιτροπής είναι ότι κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά από τον ίδιο τον δημοσιογράφο και το εκάστοτε μέσο ενημέρωσης. Ο δημοσιογράφος οφείλει να σταθμίσει την πληροφορία με βάση τον Κώδικα, το δημόσιο συμφέρον και την ίδια την ιστορία για να κρίνει αν πρέπει να δημοσιοποιηθεί.
Η ειδική πρόνοια του Κώδικα (Διάταξη 8) αναφέρει ότι η αναφορά σε αυτοκτονίες ή απόπειρες αυτοκτονίας κατά κανόνα αποφεύγεται. Στις εξαιρετικές περιπτώσεις όπου η δημοσιοποίηση δικαιολογείται, τα Μέσα και οι δημοσιογράφοι επιβάλλεται να επιδεικνύουν ύψιστη ευαισθησία και ιδιαίτερη προσοχή. Οι περιπτώσεις που δικαιολογούν ενασχόληση είναι εκείνες που αποκαλύπτουν ευθύνες κρατικών υπηρεσιών ή άλλων παραγόντων, όπως συνέβη ορθώς στην υπόθεση του Στυλιανού.
Ακόμα και στην περίπτωση των 17χρονων στην Ελλάδα, όπου προκύπτουν σοβαρά ζητήματα προς εξέταση, τα Μέσα πρέπει να παρουσιάζουν το θέμα με υπευθυνότητα. Η κ. Κοτζιαμάνη τόνισε ότι η έλλειψη μιας στεγνής απαγόρευσης δεν καθιστά την οδηγία επικίνδυνη, διότι ο δημοσιογράφος αναλαμβάνει την ευθύνη των γραφομένων του. Επιπλέον, η απόφαση δεν λαμβάνεται μεμονωμένα, καθώς συνυπολογίζονται και άλλες αυστηρές διατάξεις του Κώδικα, όπως η ειδική πρόνοια για την προστασία των παιδιών (η οποία συνεπάγεται μεγαλύτερη ευθύνη στην προκειμένη περίπτωση, καθώς μιλούμε για ανήλικα κορίτσια) και η διάταξη «Πένθος, θλίψη και κλονισμός», η οποία καθορίζει τον σεβασμό στον πόνο μιας οικογένειας ή ομάδας ανθρώπων.
Τα σφάλματα των ελληνικών ΜΜΕ
Η πρόεδρος της ΕΔΔ επεσήμανε ότι υπάρχει τεράστια απόσταση από την απόφαση του «να ασχοληθώ» μέχρι το «πώς ασχολούμαι». Τα ελληνικά ΜΜΕ στην υπόθεση των 17χρονων υπέπεσαν σε σοβαρά σφάλματα δραματοποίησης, αναπαράγοντας αυτούσιο το σημείωμα του παιδιού και βάζοντας μια νεαρή δημοσιογράφο να το διαβάζει με δραματικό τόνο. Αυτή η προσέγγιση χάνει την ουσία, που θα έπρεπε να είναι η κριτική στο σύστημα και στον φόρτο που δέχονται οι μαθητές για τις εξετάσεις, και οδηγεί την κοινωνία σε μια τυφλή καταδίκη των γονέων ή των εκπαιδευτικών. Παράλληλα, τα κυπριακά Μέσα συχνά κάνουν το λάθος να αναδημοσιεύουν αυτούσιο το υλικό των ελλαδικών Μέσων, παραβιάζοντας τη δική τους δεοντολογία, με το πρόσχημα ότι το κοινό έχει ούτως ή άλλως πρόσβαση σε αυτά. Ο δημοσιογράφος όμως φέρει ακέραιη την ευθύνη για ό,τι αναρτά στο δικό του Μέσο.
Η θεωρία του μιμητισμού, όπως τόνισε η κ. Κοτζιαμάνη, είναι επιστημονικά αποδεδειγμένη από τους ειδικούς ψυχικής υγείας και λειτουργεί στην αυτοκτονία με τρόπο εντελώς διαφορετικό και πολύ πιο επικίνδυνο απ' ό,τι στις περιπτώσεις βιασμών ή άλλων εγκλημάτων. Για τον λόγο αυτόν, η ΕΔΔ διοχετεύει στα ΜΜΕ τις εξειδικευμένες οδηγίες και τα εγχειρίδια που αποστέλλουν οι Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας και Κοινωνικής Ευημερίας.
Πότε αποσύρεται η είδηση
Στην εποχή της ταχύτητας του διαδικτύου, η ανταπόκριση των Κυπρίων δημοσιογράφων κρίνεται γενικά θετική, ωστόσο παρατηρούνται σοβαρά λάθη λόγω του ανταγωνισμού. Πολλές φορές, αντί να μελετήσουν μια υπόθεση, σπεύδουν να μεταδώσουν μια πληροφορία πρώτοι, χωρίς να φιλτράρουν τις λεπτομέρειες. Σε περίπτωση που ένας θάνατος ανακοινωθεί αρχικά ως «αφύσικος» και στην πορεία επιβεβαιωθεί ότι πρόκειται για αυτοκτονία, η ορθή πρακτική επιβάλλει την απόσυρση της είδησης. Δυστυχώς, τα Μέσα συχνά δεν το πράττουν, όπως δεν αφαιρούν και το υλικό (φωτογραφίες και ονόματα) από παλαιότερες υποθέσεις εξαφανισμένων ή απαχθέντων παιδιών που έχουν πλέον εντοπιστεί, εκθέτοντάς τα ανεπανόρθωτα στη μετέπειτα ζωή τους.
Η βασική συμβουλή της προέδρου της ΕΔΔ μέσω του «Π» προς τους επαγγελματίες είναι η αποφυγή της βιασύνης. Ο ανταγωνισμός δεν πρέπει να λειτουργεί εις βάρος της δεοντολογίας, ειδικά σε περιπτώσεις ανθρώπινων τραγωδιών. Ακόμα και όταν δημοσιοποιούνται δικαστικές αποφάσεις για ευαίσθητα θέματα, όπως ο βιασμός ενός παιδιού, ο δημοσιογράφος οφείλει να φιλτράρει τις τραγικές λεπτομέρειες για να μην γίνει συνένοχος στον επανατραυματισμό του θύματος. Ο Κώδικας δεν είναι ένας μηχανισμός τιμωρίας αλλά ένα βοηθητικό εργαλείο αυτορρύθμισης που πρέπει να γίνει βίωμα στην καθημερινή εργασία.
Αστυνομία Κύπρου: Καμία δημοσιοποίηση περιστατικών αυτοχειρίας
Σε απάντησή της στον «Π», η Αστυνομία Κύπρου διευκρίνισε τις αρχές που διέπουν την επικοινωνιακή της πολιτική. Η μη δημοσιοποίηση περιστατικών αυτοχειρίας αποτελεί μια κοινή, συνειδητή πολιτική που έχει υιοθετηθεί από κοινού με άλλες συναρμόδιες Αρχές, κοινωνικούς φορείς και δημοσιογραφικούς οργανισμούς ως βέλτιστη πρακτική. Η Αστυνομία εφαρμόζει σταθερά αυτή την προσέγγιση, κρίνοντας ότι η δημοσιοποίηση των εν λόγω συμβάντων δεν εξυπηρετεί το δημόσιο συμφέρον ούτε προσφέρει όφελος στο ευρύτερο κοινό, δεδομένου ότι συνήθως δεν σχετίζονται με εγκληματικές πράξεις.
Αντιθέτως, η προβολή ευαίσθητων δεδομένων του ιδιωτικού βίου επηρεάζει αρνητικά την προσωπική ζωή των οικείων των θυμάτων. Οι οικογένειες συχνά απευθύνουν δημόσιες εκκλήσεις για σεβασμό της ιδιωτικότητάς τους, ώστε να αφεθούν να πενθήσουν την απώλειά τους. Η Αστυνομία βρίσκεται σε καθημερινή επικοινωνία με τα ΜΜΕ, τηρώντας τη σχετική δημοσιογραφική δεοντολογία. Μέσα από δημόσιο και κοινωνικό διάλογο, έχει διαμορφωθεί η κοινή συναντίληψη ότι αυτή είναι η δεοντολογικά ορθή πολιτική.
Υπάρχουν, ωστόσο, περιπτώσεις που λαμβάνουν δημόσια έκταση, όπως η υπόθεση του ανήλικου Στυλιανού. Η Αστυνομία διευκρίνισε ότι δεν είχε προχωρήσει σε αυτόβουλη δημοσιοποίηση του συμβάντος. Ωστόσο, όταν κλήθηκε από τα ΜΜΕ για δηλώσεις, ανταποκρίθηκε θετικά στο πλαίσιο της διαχρονικής πολιτικής της για ενημέρωση, διαφάνεια και προάσπιση του δικαιώματος των πολιτών για πληροφόρηση, χωρίς όμως να υπεισέλθει σε λεπτομέρειες, εκτός του πλαισίου της δεοντολογίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην επίσημη ανακοίνωση της 29ης Νοεμβρίου 2019 για τον διορισμό ερευνώντος λειτουργού σχετικά με το πόρισμα της επιτρόπου Διοικήσεως γινόταν μόνο μια μονολεκτική αναφορά στον «θάνατο» του Στυλιανού, χωρίς καμία άλλη αναφορά στα αίτια.
Σχετικά με τη γενικότερη πρακτική, η Αστυνομία ανέφερε ότι προβαίνει σε δημοσιοποίηση θανάτου όταν υπάρχουν ενδείξεις εγκληματικής ενέργειας ή όταν τα αίτια πρέπει να διερευνηθούν για να διαπιστωθεί ή να αποκλειστεί το ενδεχόμενο αμέλειας από τρίτα πρόσωπα, όπως συμβαίνει σε θανατηφόρες οδικές συγκρούσεις ή εργατικά ατυχήματα. Εάν κατά τις εξετάσεις προκύψουν στοιχεία που αποκλείουν εγκληματική ενέργεια ή αμέλεια, η Αστυνομία ενημερώνει σχετικά το κοινό και τους εκπροσώπους των ΜΜΕ.
Η ίδια πολιτική μη δημοσιοποίησης εφαρμόζεται αυστηρά και σε υποθέσεις βιασμού ή κακοποίησης. Αντίθετα, οι εμπρησμοί δημοσιεύονται, καθώς αποτελούν μορφή εγκλήματος που στην πλειονότητά της σχετίζεται με το οργανωμένο έγκλημα, σπάνια οφείλεται σε ευκαιριακές συμπεριφορές και δεν αφορά την ιδιωτικότητα ή ευαίσθητα προσωπικά δεδομένα των εμπλεκομένων. Εάν, όμως, τα κίνητρα ενός εμπρησμού σχετίζονται με τις διαπροσωπικές σχέσεις δραστών και θυμάτων, η δημοσιοποίηση αποφεύγεται. Η Αστυνομία τόνισε στον Πολίτη ότι η αποτροπή του μιμητισμού είναι ένας καθοριστικός παράγοντας που λαμβάνεται σοβαρά υπόψη για την εφαρμογή της επικοινωνιακής της πολιτικής.
Για οποιονδήποτε άνθρωπο ή οικογένεια βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης, υπάρχουν διαθέσιμες επίσημες υπηρεσίες στήριξης, οι οποίες μπορούν να προσφέρουν άμεση και εξειδικευμένη καθοδήγηση:
1410 – Γραμμή Βοήθειας και Πρόληψης ΟΝΕΚ
1440 – Σύνδεσμος για την Πρόληψη και Αντιμετώπιση της Βίας στην Οικογένεια (ΣΠΑΒΟ)
112 / 1460 – Υπηρεσίες Άμεσης Ανάγκης (σε περίπτωση άμεσου και ανυπέρβλητου κινδύνου)






