Τα αποτελέσματα των πρόσφατων βουλευτικών εκλογών στην Κύπρο διαμορφώνουν ένα πολιτικό τοπίο γεμάτο αντιφάσεις. Παρά τη συσσωρευμένη κοινωνική δυσαρέσκεια για τα σκάνδαλα που τα τελευταία χρόνια εξέθεσαν τη χώρα διεθνώς, τα κόμματα του παραδοσιακού πολιτικού συστήματος διατήρησαν σε μεγάλο βαθμό τη δύναμή τους, ενώ παράλληλα ενισχύθηκαν ακραίες και λαϊκιστικές φωνές. Την ίδια στιγμή, πολιτικοί σχηματισμοί που επένδυσαν σε ζητήματα διαφάνειας, θεσμικών μεταρρυθμίσεων και περιβαλλοντικής πολιτικής έμειναν εκτός Βουλής.
Η μη εκλογή του Κινήματος Οικολόγων αποτελεί μια εξέλιξη με ιδιαίτερο πολιτικό βάρος, όχι μόνο για τον χώρο της οικολογίας αλλά συνολικά για τη δημόσια συζήτηση στην Κύπρο. Το Κίνημα είχε επιλέξει τα τελευταία χρόνια να δώσει έμφαση σε δύο αλληλένδετα ζητήματα, την πάταξη της διαφθοράς και την ανάγκη ουσιαστικής αντιμετώπισης της κλιματικής κρίσης. Δύο θέματα που, θεωρητικά τουλάχιστον, θα έπρεπε να βρίσκονται ψηλά στις προτεραιότητες μιας κοινωνίας που βιώνει ολοένα και πιο έντονα τις συνέπειες της θεσμικής παρακμής και της περιβαλλοντικής υποβάθμισης.
Ωστόσο, η κάλπη έδειξε ότι οι εκλογικές προτεραιότητες κινήθηκαν προς διαφορετικές κατευθύνσεις. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα αδιαφορία των πολιτών απέναντι στα ζητήματα αυτά. Συχνά, μέσα σε ένα περιβάλλον οικονομικής ανασφάλειας, κοινωνικής κόπωσης και γενικευμένης δυσπιστίας προς το πολιτικό σύστημα, οι ψηφοφόροι επιλέγουν με κριτήρια πιο άμεσα, πιο πρακτικά ή πιο συναισθηματικά. Η πολιτική συμπεριφορά διαμορφώνεται από πολλούς παράγοντες όπως από το αίσθημα σταθερότητας μέχρι τις πελατειακές σχέσεις που εδώ και δεκαετίες συντηρούν τα μεγάλα κόμματα εξουσίας.
Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η βαθύτερη διάσταση του προβλήματος της διαφθοράς στην Κύπρο. Η διαφθορά δεν είναι μόνο τα πρωτοσέλιδα σκάνδαλα, τα «χρυσά διαβατήρια» ή οι υποθέσεις που κατά καιρούς συγκλονίζουν την κοινή γνώμη. Αυτά είναι απλώς τα πιο ορατά συμπτώματα. Η πραγματική διαφθορά είναι πολύ πιο βαθιά και διαβρωτική. Είναι η καθημερινή λειτουργία ενός κράτους δύο ταχυτήτων, όπου οι κανόνες δεν εφαρμόζονται ισότιμα για όλους.
Είναι το γεγονός ότι κάποιοι εξασφαλίζουν πολεοδομικές άδειες μέσα σε πέντε εβδομάδες και άλλοι περιμένουν πέντε χρόνια. Είναι η κουλτούρα των γνωριμιών και της εξυπηρέτησης που συχνά καθορίζει ποιος θα προχωρήσει και ποιος θα μείνει πίσω. Είναι οι μεταρρυθμίσεις που εξαγγέλλονται ως εκσυγχρονισμός αλλά τελικά σχεδιάζονται έτσι ώστε να προστατεύουν οργανωμένα συμφέροντα και ισχυρά σύνολα πίεσης.
Είναι ακόμη και η αδυναμία επίλυσης του Κυπριακού, καθώς η διατήρηση ενός θολού και ανεπαρκώς ελεγχόμενου συστήματος εξυπηρετεί διαχρονικά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα που ευδοκιμούν μέσα στη στασιμότητα. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η διαφθορά παύει να είναι απλώς ηθικό ζήτημα αλλά μετατρέπεται σε βασικό ανασταλτικό παράγοντα για την πρόοδο της χώρας.
Την ίδια ώρα, η απουσία του Κινήματος Οικολόγων από τη νέα Βουλή αφήνει χωρίς κοινοβουλευτική έκφραση και τη συζήτηση γύρω από την κλιματική κρίση. Η Κύπρος συγκαταλέγεται στις πλέον ευάλωτες περιοχές της Μεσογείου απέναντι στην υπερθέρμανση του πλανήτη, με σοβαρό κίνδυνο ερημοποίησης, λειψυδρίας και ακραίων καιρικών φαινομένων. Παρ’ όλα αυτά, τα ζητήματα περιβάλλοντος εξακολουθούν να αντιμετωπίζονται συχνά ως δευτερεύοντα, παρά το γεγονός ότι συνδέονται άμεσα με την οικονομία, την υγεία, την ενέργεια και τελικά την ίδια την ποιότητα ζωής.
Η νέα Βουλή θα κριθεί σύντομα όχι μόνο από τις ισορροπίες που διαμορφώθηκαν στην κάλπη αλλά και από την ικανότητά της να απαντήσει σε αυτά τα μεγάλα ζητήματα. Και ίσως τότε να γίνει ακόμη πιο αισθητό το κενό που αφήνει η απουσία μιας συνεπούς πράσινης και αντιδιαπλεκόμενης φωνής από το κοινοβουλευτικό σκηνικό.
*Μέλους Κινήματος Οικολόγων







