Είναι τελικά η κοινωνία μας αδιάφορη ή εξακολουθεί να μπορεί να κινητοποιείται όταν ένας άνθρωπος χρειάζεται τη στήριξή της; Το ερώτημα ήρθε στην επικαιρότητα τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή την έκκληση του Μακάριου Δρουσιώτη για οικονομική στήριξη ενόψει της δικαστικής του μάχης. Η ανταπόκριση εκατοντάδων πολιτών, που μέσα σε λίγες ώρες συνέβαλαν στη συγκέντρωση ενός σημαντικού ποσού, έδειξε ότι η αλληλεγγύη δεν έχει εξαφανιστεί. Ίσως, λοιπόν, το ζητούμενο δεν είναι μόνο να μιλήσουμε για την αδιαφορία, αλλά να αναρωτηθούμε τι μας κάνει άλλοτε να νοιαζόμαστε και άλλοτε να σιωπούμε. Με αυτόν τον προβληματισμό, η συγγραφέας και φιλόλογος Μαίρη Σταυρινίδου μιλά για την κοινωνική αδιαφορία, τις ευθύνες της πολιτείας και του πολίτη, τον ρόλο της παιδείας και της οικογένειας, αλλά και την ανάγκη να ξαναβρούμε την αξία της συλλογικής δράσης και του «μαζί».
Έχει χαθεί, κατά τη γνώμη σας, η αίσθηση της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης;
Έχει υποχωρήσει επικίνδυνα το συναίσθημα της δικαιοσύνης, της αξιοπρέπειας και της αλληλεγγύης. Στο κοινωνικό πεδίο παρατηρείται αποσύνθεση του κοινωνικού ιστού, χωρίς να διαφαίνεται ένα αποτελεσματικό σύστημα ενεργοποίησης της ουσιαστικής αντίστασης. Αυτό οδηγεί στην απαξίωση και στον ωχαδελφισμό. Ο άνθρωπος σκέφτεται: «Αφού κανείς δεν ενδιαφέρεται για μένα, γιατί να ενδιαφερθώ εγώ για τους άλλους;».
Ποια σχέση έχει η αδιαφορία με τη διαφθορά;
Η διαφθορά εισχωρεί βαθιά στην κοινωνία, όταν η κοινωνία παύει να αντιδρά. Η διεκδίκηση εύκολου και μεγάλου κέρδους έχει γίνει για πολλούς εμμονή και στόχος, παραμερίζοντας αξίες και αρετές. Όταν ο πολίτης αδιαφορεί για τη διαφθορά, όταν θεωρεί ότι δεν μπορεί να αλλάξει τίποτα και όταν η πολιτεία πραγματοποιεί ελέγχους μόνο επιλεκτικά ή αφού προηγηθεί δημοσιοποίηση ενός θέματος, τότε δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος.
Ποια θεωρείτε ότι είναι η ευθύνη της πολιτείας;
Άλλοτε ευεργετείται από την αδιαφορία των πολιτών, αφού έτσι δεν εμπλέκονται ενεργά στην εφαρμογή των σχεδίων και των αποφάσεών της, και άλλοτε φοβάται το πολιτικό κόστος. Η κρατική μηχανή πολλές φορές αποδεικνύεται ανεπαρκής, με σημάδια δυσλειτουργίας και αστοχίας. Η πολιτεία έχει θεσμική ευθύνη για την κοινωνική κατάπτωση, όταν δεν ενεργοποιεί τις δυνάμεις της κοινωνίας, όταν δεν δημιουργεί προϋποθέσεις συμμετοχής και εξέλιξης και, κυρίως, όταν αγνοεί τα αδύναμα και χαμηλά κοινωνικά στρώματα.
Μήπως, όμως, η ευθύνη δεν ανήκει αποκλειστικά στο κράτος αλλά και στον ίδιο τον άνθρωπο;
Ασφαλώς. Η ευθύνη σε ανθρώπινο επίπεδο ανήκει και στον ίδιο τον άνθρωπο και συνδέεται σε μεγάλο βαθμό με το μορφωτικό και πνευματικό του επίπεδο. Χωρίς ουσιαστική εκπαίδευση στην εκλογίκευση των σκέψεων και στην έκφραση των συναισθημάτων, ο άνθρωπος συχνά βαδίζει σύμφωνα με άδηλα πρότυπα. Η αδιαφορία, όμως, δεν είναι έμφυτη. Είναι επίκτητη και συντηρείται από την άγνοια, τη συναισθηματική ανεπάρκεια αλλά και από την επιβολή συγκεκριμένων κοινωνικών προτύπων.
Πιστεύετε ότι οι άνθρωποι έχουν πάψει να πιστεύουν στη δύναμη της συλλογικής δράσης;
Ακριβώς. Οι άνθρωποι αδιαφορούν επειδή δεν εμπιστεύονται πλέον τη δύναμή τους να ανατρέψουν όσα τους ενοχλούν. Όταν αισθάνονται ότι κανείς δεν θα σταθεί δίπλα τους, προτιμούν την αδράνεια. Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος: η αδιαφορία γεννά αδράνεια, η αδράνεια επιτρέπει την αυθαιρεσία και η αυθαιρεσία ενισχύει ακόμη περισσότερο την αδιαφορία.
Πώς επηρεάζουν οι κοινωνικές και οικονομικές ανισότητες τη συμπεριφορά των ανθρώπων;
Οι δομικές ανισότητες έχουν ωθήσει πολλούς ανθρώπους να περιορίσουν το ενδιαφέρον τους αποκλειστικά στα προσωπικά και οικογενειακά τους συμφέροντα. Όταν κάποιος εκ των προτέρων πιστεύει ότι δεν έχει συνοδοιπόρο και υποστηρικτή ούτε από το κοινωνικό ούτε από το κρατικό σύνολο, είναι φυσικό να αποσύρεται και να ενδιαφέρεται μόνο για τον εαυτό του.
Γιατί πιστεύετε ότι στις μέρες μας οι άνθρωποι εμφανίζονται περισσότερο αδιάφοροι απέναντι σε όσα συμβαίνουν γύρω τους;
Στο πέρασμα των χρόνων βλέπουμε τους ανθρώπους, νέους και ηλικιωμένους, να απομακρύνονται ολοένα και περισσότερο από την ουσία των πραγμάτων. Συχνά συμπεριφέρονται σαν να μην τους αφορά ο κόσμος στον οποίο ζουν ή η ροή των γεγονότων, ενώ στην πραγματικότητα όλα όσα συμβαίνουν επηρεάζουν τόσο το κοινωνικό σύνολο όσο και τους ίδιους. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι πού βρίσκεται η πηγή αυτής της νοσηρότητας, της ανοσίας, της απαξίωσης και τελικά της αποξένωσης. Η αδιαφορία δεν εμφανίζεται ξαφνικά. Δημιουργείται και καλλιεργείται μέσα σε συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες.
Πώς έχει επηρεάσει η σύγχρονη κοινωνία τις ανθρώπινες σχέσεις;
Οι άνθρωποι έχουν βολευτεί στις επιδερμικές σχέσεις και στις σχέσεις ανάγκης. Οι αληθινές σχέσεις, εκείνες που χαρακτηρίζονται από έγνοια για τον συνάνθρωπο και ενσυναίσθηση, είναι πλέον σπάνιες και δυσεύρετες. Ακόμη και στον εργασιακό χώρο θα ήταν όμορφο να βλέπουμε τους συναδέλφους να αλληλοστηρίζονται στις καλές και στις δύσκολες στιγμές. Αντίθετα, πολλές φορές εκφέρουμε μια λακωνική άποψη και στη συνέχεια κλείνουμε κάθε ουσιαστική συναδελφική σχέση.
Πιστεύετε ότι η αδιαφορία μεταδίδεται από γενιά σε γενιά;
Δυστυχώς, ναι. Η αδιαφορία κληρονομείται στις νεότερες γενιές ως συμπεριφορά και ως νοοτροπία. Η μετάδοσή της γίνεται επικίνδυνη όταν δεν συνοδεύεται από ιστορική γνώση, έμπνευση και παραδειγματισμό. Οι νεότεροι συχνά μέμφονται τους παλαιότερους ως πρόσχημα για τη δική τους αδιαφορία. Όμως κάθε γενιά έχει τη δική της ευθύνη να αλλάξει όσα θεωρεί λανθασμένα.
Ποιος είναι ο ρόλος της παιδείας και της οικογένειας;
Η παιδεία έχει καθοριστικό ρόλο. Η εκπαίδευση δεν μπορεί να περιορίζεται στη μετάδοση γνώσεων. Οφείλει να καλλιεργεί την ενσυναίσθηση, τον σεβασμό, την ευθύνη, την αλληλεγγύη και την ικανότητα του ανθρώπου να συνυπάρχει με τους άλλους. Από την άλλη, η οικογένεια, μέσα στον λαβύρινθο των εργασιακών και προσωπικών ενδιαφερόντων, αφήνει πολλές φορές πίσω την ενημέρωση, τη συζήτηση για τις ανθρώπινες σχέσεις και κυρίως την έννοια του «νοιάζομαι». Το παιδί χρειάζεται να ακούσει ότι ο άλλος άνθρωπος έχει αξία. Χρειάζεται να μάθει ότι η κοινωνία δεν αποτελείται μόνο από «εμένα» και «τους δικούς μου», αλλά από ανθρώπους που οφείλουμε να στηρίζουμε και να σεβόμαστε.
Πώς θα μπορούσε να αλλάξει αυτή η κατάσταση;
Χρειάζεται τόλμη. Τόλμη για εμβάθυνση σε μεθόδους αλλαγής και ανατροπής που θα αγγίξουν πραγματικά τον πολίτη. Όσο αυτό δεν γίνεται πράξη και εμπειρία, ο κρατικός μηχανισμός θα στοχοποιείται χωρίς να διορθώνει, να ανασκευάζει και να εξελίσσει τις πρακτικές του. Παράλληλα, η κοινωνική απάθεια θα εδραιώνεται και στις επόμενες γενιές. Χρειάζεται, επομένως, ενεργοποίηση του πολίτη, ουσιαστική ενημέρωση, παιδεία και κυρίως εμπιστοσύνη στις συλλογικές δυνάμεις.
Τελικά, ποιο είναι το μεγαλύτερο πρόβλημα της εποχής μας;
Ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι φτάσαμε να είμαστε ένα έθνος χωρίς πραγματικό συλλογικό προορισμό, με μοναδικό στόχο για πολλούς, την ατομική και οικογενειακή ευμάρεια και αποκατάσταση. Δεν είναι κακό να επιδιώκει κάποιος την προσωπική του ευημερία. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτή γίνεται ο μοναδικός σκοπός και εξαφανίζεται κάθε ενδιαφέρον για το κοινό καλό.
Υπάρχει, λοιπόν, ελπίδα να ξαναβρούμε την έννοια του «μαζί»;
Πιστεύω ότι υπάρχει, αλλά χρειάζεται συνειδητή προσπάθεια. Χρειάζεται να ξαναμάθουμε να νοιαζόμαστε. Να στηρίζουμε τον συνάδελφο, τον γείτονα, τον συμπολίτη, τον αδύναμο. Να μην περιμένουμε πάντα κάποιο αντάλλαγμα. Ίσως, λοιπόν, χρειάζεται να ξαναδούμε τι χάσαμε και να αναρωτηθούμε τι μπορούμε να ξαναχτίσουμε. Γιατί η αδιαφορία δεν είναι μοίρα. Είναι μια στάση που μαθαίνεται. Και, όπως μαθαίνεται, έτσι μπορεί και να αλλάξει.






