Η δημόσια διατύπωση κατηγοριών ως γεγονότων χωρίς καταδίκη στρέφεται κατά του τεκμηρίου της αθωότητας, αναφέρει στον «Π» ο γνωστός δικηγόρος Σίμος Αγγελίδης. Τονίζει δε ότι η παραβίαση του τεκμηρίου μπορεί σε κάποιες περιπτώσεις να οδηγήσει και σε αθωωτικές αποφάσεις. Εξηγεί, ωστόσο, ότι «υπάρχει κίνδυνος, όταν το τεκμήριο ερμηνεύεται καταχρηστικά για να αποκρύψει αυταρχικές συμπεριφορές, διαφθορά ή εγκλήματα εξουσίας ή όταν χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για αποσιώπηση σοβαρών καταγγελιών μετατρέπεται σε ασπίδα ατιμωρησίας». Απαντά επίσης στο ερώτημα για το κατά πόσο παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας η απόφαση να τεθεί ένας εκλελεγμένος αξιωματούχος σε αργία ή κάποιος υποψήφιος εκτός ψηφοδελτίου ή κόμματος επειδή αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες.
Τι είναι το τεκμήριο της αθωότητας και πώς προέκυψε;
Το τεκμήριο της αθωότητας αποτελεί τον ακρογωνιαίο λίθο του ποινικού δικαίου και της δίκαιης δίκης. Καθορίζει πως κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα, θεωρείται αθώο, μέχρις αποδείξεως, πέραν πάσης εύλογης αμφιβολίας, της ενοχής του με νόμιμο τρόπο, από αρμόδιο δικαστήριο. Στο κυπριακό δίκαιο διασφαλίζεται ως ακολούθως: Άρθρο 12(4) του Συντάγματος «Ο κατηγορούμενος δι’ αδίκημά τι θεωρείται αθώος, μέχρις ου αποδειχθή ένοχος συμφώνως προς τον νόμον», Άρθρο 6(2) ΕΣΔΑ «Κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για αδίκημα τεκμαίρεται ότι είναι αθώο έως τη νόμιμη απόδειξη της ενοχής του», Άρθρο 48(1) ΧΘΔΕΕ «κάθε κατηγορούμενος τεκμαίρεται ότι είναι αθώος μέχρι αποδείξεως της ενοχής του σύμφωνα με τον νόμο», Άρθρο 3Α. (1) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμο «Οποιοδήποτε πρόσωπο είναι ύποπτο ή κατηγορούμενο για τέλεση αξιόποινης πράξης, θεωρείται αθώο μέχρις ότου αποδειχτεί ένοχο σύμφωνα με νόμο». Επίκληση του τεκμηρίου αθωότητας συναντάται ιστορικά στο έργο του νομοθεωρητικού φιλοσόφου Αναξιμένη της Λαμψάκου, ο οποίος υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος έπρεπε να θεωρηθεί αθώος μέχρι να αποδειχθεί η ενοχή του. Αυτή η θέση υιοθετήθηκε μεταγενέστερα από τους σοφιστές στην αρχαία Ελλάδα, όπως τον σοφιστή Αντιφώντα, ο οποίος έγραψε τον πρώτο καταγεγραμμένο αμυντικό λόγο και στον οποίο υποστήριξε ότι ο κατηγορούμενος δεν πρέπει να θεωρηθεί ένοχος έως ότου αποδειχθεί αθώος, ως ίσχυε τότε, αλλά το αντίθετο. Στη συνέχεια ενισχύθηκε στη ρωμαϊκή νομική παράδοση («in dubio pro reo» σε περίπτωση αμφιβολίας αποφάσισε υπέρ του κατηγορούμενου), ενδυναμώθηκε κατά τον Διαφωτισμό μέχρι τη σύγχρονη μορφή και κατοχυρώθηκε στο Άρθρο 11 παρ.1 της Οικουμενικής Διακήρυξης (1948).
Πώς διαφυλάσσεται το τεκμήριο της αθωότητας;
Διαφυλάσσεται μέσω πλέγματος δικλίδων ασφαλείας και διαδικαστικών εγγυήσεων: Όπως την υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει την ενοχή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τη διασφάλιση του δικαιώματος ορθής και χωρίς εμπόδια υπεράσπισης, δίκαιη, αμερόληπτη και δημόσια δίκη, ανεξαρτησία δικαστηρίου, το δικαίωμα συνηγόρου υπεράσπισης, το δικαίωμα της σιωπής και μη αυτενοχοποίησης, διασφάλιση προσωπικών δεδομένων, της απαγόρευσης δηλώσεων από δημόσιους λειτουργούς που υπονοούν ενοχή πριν την τελεσίδικη καταδίκη (ΕΔΔΑ, Allenet de Ribemont v. France 1995), ύπαρξη κανόνων σχετικά με τα ΜΜΕ (Κώδικας Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας/Επιτροπής Δημοσιογραφικής Δεοντολογίας). Στην πράξη συμπεριλαμβάνεται και η δυνατότητα έκδοσης διαταγμάτων για προστασία του ιδιωτικού βίου και για αποκατάσταση προσβολής σε περίπτωση ανάρμοστης δημοσιότητας.
Social media και ΜΜΕ
Παραβιάζεται το τεκμήριο της αθωότητας όταν στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (ΜΚΔ) εκτοξεύονται σοβαρές κατηγορίες για δημόσια πρόσωπα και αναφέρονται ονόματα;
Αρχικά θα διευρύνω την απάντηση. Όχι μόνο στα ΜΚΔ αλλά και στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης (ΜΜΕ). Ναι, μπορεί να παραβιαστεί. Η δημόσια διατύπωση κατηγοριών ως γεγονότων χωρίς καταδίκη στρέφεται κατά του τεκμηρίου. Η βλάβη είναι ιδιαιτέρως σοβαρή όταν συνοδεύεται από απαξιωτική γλώσσα, αναπαραγωγή από Μέσα Ενημέρωσης ή όταν τα σχόλια δημιουργούν κοινή πεποίθηση ενοχής, δημιουργείται δηλαδή «δικαστήριο της κοινής γνώμης» που προκαταλαμβάνει τη δίκαιη δίκη (ΕΔΔΑ, Allenet de Ribemont v. France (1995). Στην Κύπρο η πιο γνωστή υπόθεση αφορά την καταδίκη του Δώρου Γεωργιάδη από το Κακουργιοδικείο και την ανατροπή της καταδίκης από το Ανώτατο Δικαστήριο στην ποινική έφεση 7243 ημερ. 14.1.2003 όπου εκεί αναφέρθηκαν τα εξής: «Ενασχόληση των ΜΜΕ σε τέτοια έκταση και μορφή, οδήγησε στον προπηλακισμό κατηγορουμένου με αποτέλεσμα να παραβιαστεί το πιο πάνω συνταγματικό του δικαίωμα […], η κατηγορούσα αρχή δεν αρνήθηκε, και πολύ ορθά, την πρωτοφανή σε έκταση ενασχόληση των ΜΜΕ με την υπόθεση, με έντονο ύφος τον προπηλακισμό του εφεσείοντος με τους χαρακτηρισμούς «παιδεραστία» «παιδεραστές». Η Εισαγγελία παραδέχθηκε ουσιαστικά την επέμβαση στη διαδικασία της ορθής διερεύνησης της υπόθεσης και δίκαιης δίκης σε ανακοίνωση που εξέδωσε ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, στην οποία γίνεται ακριβώς αναφορά στο ενδεχόμενο να επηρεαστεί η απονομή της δικαιοσύνης, με ιδιαίτερη έμφαση στο στοιχείο της δημιουργίας πεποίθησης ενοχής των δύο υπόπτων».
Υπάρχουν εκπτώσεις στο τεκμήριο της αθωότητας;
Όχι. Το τεκμήριο είναι απόλυτο σε ποινική διαδικασία και οποιαδήποτε ανατροπή επηρεάζει το δικαίωμα της δίκαιης δίκης και την ανάγκη αμεροληψίας και αντικειμενικότητας τόσο της διαδικασίας αλλά και του ιδίου του δικαστηρίου.
Δημόσιο συμφέρον
Τι γίνεται όταν υπάρχει δημόσιο συμφέρον σε σχέση με την αποκάλυψη ονομάτων;
Το δημόσιο συμφέρον μπορεί να δικαιολογήσει περιορισμένη δημοσιοποίηση γεγονότων και αναφορών (π.χ. έρευνα για διαφθορά), ειδικά όταν υπάρχει πραγματική ανάγκη ελέγχου της δημόσιας διοίκησης, διαφάνειας ή προστασίας τρίτων αλλά ποτέ δεν επιτρέπει την παρουσίαση ως ενοχή. Το ΕΔΔΑ απαιτεί όπως τα δικαστήρια των κρατών μελών διασφαλίζουν και διατηρούν μετά από αξιολόγηση την πρέπουσα ισορροπία μεταξύ του Άρθρου 10 (ελευθερία έκφρασης) και του Άρθρου 6 παρ. 2 (τεκμήριο αθωότητας). Παράλληλα εφαρμόζεται ο ευρωπαϊκός κανονισμός για την προστασία προσωπικών δεδομένων αλλά και η αντίστοιχη κυπριακή νομοθεσία. Η αποκάλυψη πρέπει να είναι αναγκαία και αναλογική: Να αφορά ουσιώδη πληροφορία, να στηρίζεται σε επαληθεύσιμα στοιχεία και να λαμβάνει υπόψη το δικαίωμα του υπόπτου σε δίκαιη μεταχείριση. Τα Μέσα και οι δημοσιογράφοι έχουν ειδική ευθύνη τεκμηρίωσης και τήρησης δεοντολογικών κανόνων. Στην Κύπρο, έχει κριθεί ότι η υπέρμετρη δημοσιοποίηση ονομάτων πριν την καταδίκη συνιστά παραβίαση δεοντολογίας.
Υπάρχει το ενδεχόμενο το τεκμήριο της αθωότητας να λειτουργήσει με τρόπο ώστε ορισμένες υποθέσεις να μείνουν στο σκοτάδι και να συγκαλυφθούν;
Ναι, υπάρχει κίνδυνος, όταν το τεκμήριο ερμηνεύεται καταχρηστικά για να αποκρύψει αυταρχικές συμπεριφορές, διαφθορά ή εγκλήματα εξουσίας ή όταν χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για αποσιώπηση σοβαρών καταγγελιών μετατρέπεται σε ασπίδα ατιμωρησίας. Ωστόσο, το τεκμήριο δεν απαγορεύει την έρευνα, την κλήτευση μαρτύρων. Το πρόβλημα προκύπτει από κακή διαχείριση υποθέσεων από τις Αρχές, όχι από το ίδιο το τεκμήριο εξ ου και πρέπει να υπάρχει δικαστική εποπτεία, διαφανείς διαδικασίες, ανεξάρτητοι ερευνητικοί φορείς και Μέσα Ενημέρωσης που λειτουργούν με επαγγελματική δεοντολογία.
Παραβίαση και συνέπειες
Ποιες είναι οι συνέπειες όταν το τεκμήριο της αθωότητας παραβιαστεί;
Ενδεικτικά παραπέμπω στην οδηγία 2016/343/ΕΕ, η οποία προβλέπει όπως «δημόσιες δηλώσεις δημόσιων αρχών» οφείλουν να μην αναφέρουν τον ύποπτο ή κατηγορούμενο ως ένοχο και τυχόν παράβαση παραβιάζει το τεκμήριο αθωότητας και επιτρέπει στον επηρεαζόμενο να αναζητήσει αποζημιώσεις. Οι συνέπειες γενικά μπορεί να είναι πολιτικές, αστικές, πειθαρχικές και ποινικές: (α) Δικαιώματα αποκατάστασης για τον θιγόμενο με αγωγές για δυσφήμιση, αποζημιώσεις, διαταγές μη αναπαραγωγής, ηθική βλάβη. (β) Πειθαρχικές κυρώσεις για δημόσιους λειτουργούς ή δεοντολογικές κυρώσεις για δημοσιογράφους. (γ) Πιθανή ακύρωση διαδικασιών αν η παραβίαση προκαλέσει αμερόληπτη δίκη όπως ενδεικτικά την απόφαση Γεωργιάδη ανωτέρω. (δ) Πολιτική απαξίωση. (ε) Καταδίκη του κράτους στο ΕΔΔΑ για παραβίαση του Άρθρου 6(2).
Αθώωση
Θα μπορούσε να απαλλαχθεί των κατηγοριών κάποιος/α επειδή παραβιάστηκε το τεκμήριο της αθωότητας; Υπήρξαν αθωωτικές δικαστικές αποφάσεις λόγω της παραβίασης;
Ως προανέφερα στην Κύπρο π.χ. υπόθεση Γεωργιάδης, όσο και στο ΕΔΔΑ υπήρξαν αθωωτικές αποφάσεις λόγω της παραβίασης του τεκμήριου. Η παραβίαση του τεκμηρίου δεν οδηγεί αυτομάτως σε απαλλαγή. Μπορεί όμως να δημιουργήσει βάσιμο ισχυρισμό για αθέμιτη μεταχείριση ή πρόκληση προκατάληψης που θίγει το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Αν η δημοσιότητα έχει ουσιωδώς επιδράσει στην αμεροληψία ή στην αξιοπιστία αποδεικτικών στοιχείων ή μαρτυρίας, το δικαστήριο μπορεί να λάβει μέτρα (ακύρωση διαδικασίας, διαταγές νέας δίκης, αποκλεισμό συγκεκριμένων αποδεικτικών).
Αργία
Παραβιάζει το τεκμήριο της αθωότητας η απόφαση να τεθεί ένας εκλελεγμένος αξιωματούχος σε αργία ή κάποιος υποψήφιος εκτός ψηφοδελτίου ή κόμματος επειδή αντιμετωπίζει σοβαρές κατηγορίες;
Νομικά σε καμία περίπτωση. Η αργία αιρετών μελών συμβουλίου με βάση το 113 του Περί Δήμων Νόμου ή γενικά η όποια διαθεσιμότητα σε περιπτώσεις δημοσίων υπαλλήλων, είτε κατά τη διερεύνηση είτε μέχρι την κατάληξη ποινικής διαδικασίας, δεν επηρεάζει το τεκμήριο της αθωότητας. Αποτελούν διοικητικές/πολιτικές κυρώσεις οι οποίες μπορεί να αμφισβητηθούν ενώπιον δικαστηρίων. Υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και τη θεσμική ακεραιότητα, και έχει σκοπό να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη διερεύνηση και να απομακρύνει το υπό έρευνα ή υπό δίωξη πρόσωπο από τον χώρο, ειδικά εάν διατηρεί κάποιο αξίωμα ή επιρροή και δύναται να επηρεάσει μάρτυρες ή μαρτυρικό υλικό και γενικά την όλη έρευνα. Υπάρχει φυσικά και το ενδεχόμενο άτομο το οποίο στη συνέχεια να αθωωθεί να είχε αποκλειστεί προληπτικά και να έχει αδικηθεί, αλλά παρά τον κίνδυνο αυτό, η προληπτική αναστολή είναι θεμιτή, αφού διασφαλίζει την ομαλή διερεύνηση και την εμπιστοσύνη του κοινού.
Λαϊκά δικαστήρια στα ΜΚΔ
Η κατάργηση ή συστηματική παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης οδηγεί στη βαρβαρότητα;
Η συστηματική παραβίαση υποσκάπτει θεμελιώδεις αρχές: Την εμπιστοσύνη στη δικαιοσύνη, τη διαφύλαξη της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της δίκαιης δίκης και υπονομεύει το κράτους δικαίου. Τα λαϊκά δικαστήρια και οι «τιμωροί του πληκτρολογίου», δεν πρέπει ποτέ να είναι το μέτρο σε ένα κράτος δικαίου. Η διασφάλιση των δικαιωμάτων κατηγορούμενου και παραπονούμενου ταυτόχρονα θα πρέπει πάντα να είναι ο σκοπός, ώστε μέσα από τη βάσανο μιας δίκαιης δίκης να εξαχθούν τα ορθά γεγονότα από ανεπηρέαστο και αμερόληπτο δικαστήριο και να λάμψει η αλήθεια, όποια και εάν είναι αυτή. Διαφορετικά οδηγούμαστε σε οπισθοδρόμηση και σε αχρείαστο στιγματισμό, ο οποίος μπορεί να συμβάλλει στο τέλος να αθωωθούν ακόμα και ένοχοι διότι το τεκμήριο της αθωότητας είχε επηρεαστεί.





