Ο οίκος αξιολόγησης Moody's ολοκλήρωσε περιοδική αναθεώρηση της Κύπρου, χωρίς να προβεί σε ανακοίνωση για μεταβολή της πιστοληπτικής διαβάθμισης.
Οι αξιολογήσεις της χώρας παραμένουν στην επενδυτική βαθμίδα A3 με σταθερές προοπτικές.
Η αναθεώρηση διεξήχθη μέσω επιτροπής αξιολόγησης που συνήλθε στις 21 Μαΐου 2026.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του οίκου, οι αξιολογήσεις A3 της Κύπρου αντικατοπτρίζουν τα υψηλά επίπεδα πλούτου της χώρας και την ισχυρή αναπτυξιακή επίδοση, η οποία αναμένεται ότι θα παραμείνει ισχυρή μεσοπρόθεσμα, αν και θα μετριαστεί βραχυπρόθεσμα, καθώς οι κίνδυνοι σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή επηρεάζουν αρνητικά τον τουρισμό και τον πληθωρισμό.
Ενώ η οικονομία είναι μικρή και επομένως λιγότερο ανθεκτική σε κραδασμούς από μια μεγαλύτερη οικονομία, τονίζεται, διαθέτει καλή θεσμική ικανότητα και η χάραξη πολιτικής είναι γενικά αποτελεσματική.
Πτωτικά το χρέος, πιέσεις στις δαπάνες
Σύμφωνα με τον οίκο, τα επίπεδα δημόσιου χρέους συνεχίζουν να ακολουθούν μια διαρκώς καθοδική πορεία, έχοντας υποχωρήσει κάτω από το όριο του 60% του Μάαστριχτ και οι δείκτες προσιτότητας του χρέους είναι σταθεροί.
Ενώ τα δημόσια οικονομικά έχουν βελτιωθεί σημαντικά, προστίθεται, οι πιέσεις στις δαπάνες που σχετίζονται με τις ανάγκες υποδομών, το κόστος υγειονομικής περίθαλψης, το μισθολογικό κόστος του δημόσιου τομέα και το κόστος γήρανσης αποτελούν έναν συνεχή κίνδυνο για τη μελλοντική πορεία των δημόσιων οικονομικών.
Τέλος, οι κίνδυνοι του τραπεζικού τομέα παραμένουν βασικός παράγοντας κινδύνου, αν και αυτοί έχουν μειωθεί δεδομένων των διαρθρωτικών βελτιώσεων στο σύστημα.
Στο 2,3% η ανάπτυξη το 2026
Η επίδοση της Κύπρου όσον αφορά την ανάπτυξη, παρέμεινε σύμφωνη με τις προσδοκίες του οίκου, με το πραγματικό ΑΕΠ να αυξάνεται κατά 3,8% το 2025, υποστηριζόμενο από τη συνεχιζόμενη διαφοροποίηση της οικονομίας.
«Εν μέσω επιδείνωσης της οικονομικής επίδοσης λόγω της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή, η οποία θα επηρεάσει αρνητικά τις τιμές ενέργειας και τη ζήτηση για τουρισμό, αναμένουμε ότι η ανάπτυξη θα μετριαστεί στο 2,3% το 2026 πριν ανακάμψει στο 2,8% το 2027», τονίζει.
Ο τουριστικός τομέας εισήλθε στο 2026 από θέση ισχύος, αλλά μια επίθεση με μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε στρατιωτική βάση του Ηνωμένου Βασιλείου στις 2 Μαρτίου προκάλεσε απότομη βραχυπρόθεσμη αναστάτωση, με τις αφίξεις να μειώνονται κατά 30,7% σε ετήσια βάση τον Μάρτιο. Αυτός ο κίνδυνος, εκτιμά, μετριάζεται εν μέρει από τη διαφοροποίηση των αγορών προέλευσης, με τις χώρες της ΕΕ να αντιπροσωπεύουν πλέον το 42% των αφίξεων.
Παράλληλα, αναφέρεται ότι η Κύπρος επωφελείται από έναν εξαιρετικά παραγωγικό τομέα Τεχνολογιών Πληροφοριών και Επικοινωνιών (ΤΠΕ), ο οποίος αντιπροσώπευε το 14,4% της Ακαθάριστης Προστιθέμενης Αξίας σε πραγματικούς όρους το 2025, αν και οι πρόσφατες εισροές άμεσων ξένων επενδύσεων είναι επίσης «υψηλής κινητικότητας» και ως εκ τούτου κινδυνεύουν να αντιστραφούν παρά το κόστος μετεγκατάστασης.
Η κυβέρνηση κατέγραψε δημοσιονομικό πλεόνασμα 3,4% του ΑΕΠ το 2025 και το χρέος μειώθηκε στο 55,3% του ΑΕΠ. Ο οίκος αναμένει πλεονάσματα 2,3% τόσο το 2026 όσο και το 2027, με το χρέος να μειώνεται στο 37,7% έως το 2030.
Η αναμενόμενη μείωση του πλεονάσματος αντανακλά κυρίως τη συνολική φορολογική μεταρρύθμιση που θεσπίστηκε τον Δεκέμβριο του 2025. Ωστόσο, η Κύπρος αντιμετωπίζει τη σημαντική θεσμική πρόκληση της διαχείρισης καλών οικονομικών περιόδων με ελάχιστα δημοσιονομικά μαξιλαράκια, καθώς οι δημοσιονομικοί κανόνες της ΕΕ είναι απίθανο να είναι δεσμευτικοί κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου ανάπτυξης , δεδομένου του πρωτογενούς πλεονάσματος και του χρέους της χώρας που είναι κάτω από το 60% του ΑΕΠ.
Η δημοσιονομική πολιτική παραμένει προκυκλική και οι διαρθρωτικές πιέσεις στις δαπάνες συσσωρεύονται συμπεριλαμβανομένων των αναβαθμίσεων υποδομών, των επίμονων ελλειμμάτων στον Οργανισμό Κρατικών Υπηρεσιών Υγείας, της διαιτησίας για το Τερματικό ΥΦΑ (Υγροποιημένου Φυσικού Αερίου) στο Βασιλικό , των αυξανόμενων αμυντικών δαπανών και του κόστους προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή που εκτιμάται σε 3,4 δισεκατομμύρια ευρώ έως το 2035.
Ο κύριος κίνδυνος είναι ότι αρκετές από αυτές τις πιέσεις θα αποκρυσταλλωθούν ταυτόχρονα, τονίζει. Ωστόσο, αναφέρει, η ραγδαία βελτίωση των δημόσιων οικονομικών παρέχει σημαντικό δημοσιονομικό χώρο για την απορρόφησή τους. Το βασικό ερώτημα, σημειώνει, είναι κατά πόσον οι αρχές τον χρησιμοποιούν προληπτικά.
Στο baa1» η οικονομική ισχύς
Ο οίκος αξιολογεί την οικονομική ισχύ της Κύπρου ως «baa1», η οποία εξισορροπεί τα υψηλά επίπεδα πλούτου και έναν σταθερό ρυθμό ανάπτυξης έναντι του μικρού μεγέθους της οικονομίας.
Βαθμολογεί την ισχύ των θεσμών και της διακυβέρνησης με «a2», η οποία αντικατοπτρίζει την ισχυρή θεσμική ικανότητα και την αποτελεσματική χάραξη πολιτικής της Κύπρου. Αξιολογεί τη δημοσιονομική ισχύ με «a1», αντανακλώντας ένα μέτρια και ταχέως μειωμένο χρέος της γενικής κυβέρνησης και ευνοϊκούς δείκτες προσιτότητας χρέους. Η ευαισθησία στον κίνδυνο συμβάντων «baa» καθορίζεται από πολιτικούς και τραπεζικούς κινδύνους.
Σταθερές προοπτικές
Οι σταθερές προοπτικές αντικατοπτρίζουν μια ισορροπία κινδύνων που σχετίζονται με τις οικονομικές, δημοσιονομικές και τις προοπτικές χρέους. Η ευαισθησία στον κίνδυνο γεγονότων καθορίζεται από τους κινδύνους του τραπεζικού τομέα και τους πολιτικούς κινδύνους, τους οποίους ο οίκος θεωρεί συγκρατημένους.
«Παρόλο που τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια παραμένουν στην οικονομία, ο αριθμός αυτών που παραμένουν στον τραπεζικό τομέα βρίσκεται σε σταθερή πτωτική πορεία και οι τράπεζες γενικά εμφανίζουν μεγάλα κεφαλαιακά αποθέματα και βελτιωμένη κερδοφορία», σημειώνεται.
Τι θα κρίνει τις αξιολογήσεις
Σύμφωνα με τον οίκο, ανοδική πίεση στις αξιολογήσεις της Κύπρου θα μπορούσε να προκύψει εάν καθίσταται ολοένα και πιο πιθανό οι δημοσιονομικοί δείκτες και οι δείκτες χρέους της χώρας να αποδώσουν καλύτερα από τις τρέχουσες προβλέψεις σε διαρκή βάση.
Επιπλέον, η υψηλότερη από την προβλεπόμενη τάση ανάπτυξης μεσοπρόθεσμα θα μπορούσε να οδηγήσει σε ανοδικές πιέσεις αξιολόγησης, ενδεχομένως λόγω σημαντικού αντίκτυπου από ιδιωτικές και δημόσιες επενδύσεις, αυξημένες άμεσες ξένες επενδύσεις ή/και καλύτερες από τις αναμενόμενες τάσεις στην αγορά εργασίας.
Ο αντίκτυπος των επενδύσεων και των μεταρρυθμίσεων που σχετίζονται με το Σχέδιο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της Κύπρου θα μπορούσε να έχει πιο ουσιαστική επίδραση στην τάση ανάπτυξης και στην αξιολόγηση για τη θεσμική και διακυβερνητική ισχύ από ό,τι αναμένεται σήμερα.
Τέλος, η εκμετάλλευση των πόρων φυσικού αερίου, οι οποίοι επί του παρόντος δεν περιλαμβάνονται στις οικονομικές και δημοσιονομικές προβλέψεις , θα μπορούσε να δημιουργήσει ανοδικές πιέσεις στην αξιολόγηση μεσοπρόθεσμα.
Αντίθετα, οι αξιολογήσεις της Κύπρου θα μπορούσαν να δεχθούν καθοδική πίεση εάν τα δημοσιονομικά αποτελέσματα και τα αποτελέσματα του χρέους υπολείπονται σημαντικά των τρεχουσών προσδοκιών, οδηγώντας σε αντιστροφή της καθοδικής πορείας του δείκτη δημόσιου χρέους. Αυτό θα μπορούσε να συμβεί λόγω λιγότερο συνετής δημοσιονομικής πολιτικής, όπως η υψηλότερη από την αναμενόμενη αύξηση του μισθολογικού κόστους του δημόσιου τομέα ή η υλοποίηση πιέσεων δαπανών στον τομέα της υγειονομικής περίθαλψης.
Επιπλέον, οι σημαντικά ασθενέστερες οικονομικές προοπτικές από τις τρέχουσες προβλέψεις θα μπορούσαν να συμβάλουν σε αυτό το σενάριο, πιθανώς λόγω εκροής εξειδικευμένου αλλοδαπού εργατικού δυναμικού, ακύρωσης ή αναβολής μεγάλων έργων άμεσων ξένων επενδύσεων, συνεχιζόμενων αρνητικών πιέσεων στον τουριστικό κλάδο ή αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων.







