Η διάσπαση του πολιτικού καρτέλ και η κατάρρευση του Κέντρου

ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΙΡΚΙΔΗΣ

Header Image

Η νέα ανακατανομή των εδρών αφήνει τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη χωρίς σαφή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αναγκάζοντάς τον πλέον να πλοηγηθεί σε έναν ασταθή νομοθετικό λαβύρινθο με δυνητικούς εταίρους τον ΔΗΣΥ, το ΔΗΚΟ και το ΕΛΑΜ

Οι βουλευτικές εκλογές της 24ης Μαΐου 2026 αποτελούν ορόσημο για τη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Κύπρου, καθώς προκάλεσαν μια βαθιά τομή που οδήγησε στη διάλυση ενός «κομματικού καρτέλ» που κυριαρχούσε για μισό αιώνα. Μέχρι πρότινος, το πολιτικό σκηνικό βασιζόταν σε μια απόλυτα προβλέψιμη δομή: τη διπολική κυριαρχία του δεξιού ΔΗΣΥ και του αριστερού ΑΚΕΛ, με το πολιτικό Κέντρο να λειτουργεί συχνά ως ρυθμιστής της εξουσίας. Ωστόσο, αυτή η παγιωμένη φόρμουλα κατέρρευσε οριστικά, καθώς η συστημική διαφθορά, η οικονομική αφαίμαξη και τα συνεχή αδιέξοδα εξάντλησαν πλήρως τις αντοχές του εκλογικού σώματος.

Για δεκαετίες, ο κρατικός μηχανισμός είχε ουσιαστικά αποικιοποιηθεί από ένα κομματικό καρτέλ -αποτελούμενο από τον ΔΗΣΥ, το ΔΗΚΟ, τη ΔΗΠΑ και την ΕΔΕΚ, με το ΑΚΕΛ να βρίσκεται στην αντίθετη πλευρά του πολιτικού φάσματος- το οποίο αξιοποιούσε δίκτυα πελατειακών σχέσεων για τη συλλογική του επιβίωση, υπονομεύοντας έτσι τους θεσμικούς ελέγχους και ισορροπίες. Πολύ πριν από τις εκλογές, διεθνείς δείκτες, όπως η βάση δεδομένων V-Dem, ήδη κατέτασσαν την Κύπρο ως μια ευρωπαϊκή απόκλιση που πάσχει από ανεξέλεγκτη νομοθετική διαφθορά και φθίνουσα δημοκρατία.

Η οργή των ψηφοφόρων που εκδηλώθηκε στις κάλπες δεν ήταν συγκυριακή, αλλά το τελικό αποτέλεσμα μιας 25ετούς πορείας οικονομικής αφαίμαξης και φτωχοποίησης. Υπό τη σκεπή αυτού του κομματικού συστήματος, οι πολίτες υπέστησαν τρία συντριπτικά πλήγματα: τη φούσκα του χρηματιστηρίου το 2000, την τραπεζική κρίση και το «κούρεμα» καταθέσεων το 2013, και την εκκαθάριση της Συνεργατικής Τράπεζας το 2018 περιλαμβανομένης της πώλησης δανείων σε εταιρείες εξαγοράς πιστώσεων. Ως συνέπεια, δημιουργήθηκε μια «διττή οικονομία» όπου, παρά την ανάπτυξη της τεχνολογίας, ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού μαστίζεται από απρόσιτη στέγαση, υπέρογκους λογαριασμούς ρεύματος και πραγματικούς μισθούς μετά φόρων, χαμηλότερους από αυτούς που ίσχυαν πριν από είκοσι χρόνια όταν έγινε η πρώτη φορολογική μεταρρύθμιση.

Αυτή η βαθιά κοινωνική αποξένωση εκφράστηκε αρχικά μέσω της δημοκρατικής απάθειας. Το 2026, η πραγματική συμμετοχή των ψηφοφόρων κατακρημνίστηκε μόλις στο 65% των εγγεγραμμένων ή στο 46% του συνόλου συμπεριλαμβανομένων και των μη εγγεγραμμένων, μια τεράστια πτώση σε σύγκριση με το 75% που είχε καταγραφεί δύο δεκαετίες νωρίτερα. Οι παραδοσιακοί πυλώνες, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ, που το 2011 συγκέντρωναν σχεδόν το 67% των ψήφων, εξασφάλισαν μαζί, το 2026, μόλις το 51% - 27,2% και 23,9% αντίστοιχα.

Η κατάρρευση του πολιτικού Κέντρου

Η πραγματική επανάσταση των εκλογών του 2026 ήταν η βίαιη κατάρρευση του πολιτικού Κέντρου. Τα κεντρώα και κεντροαριστερά κόμματα έχασαν το 37% των ψήφων τους σε σύγκριση με το 2011. Το πιο εκπληκτικό αποτέλεσμα ήταν η κατάρρευση της ΕΔΕΚ. Μετά από 57 χρόνια συνεχούς εκπροσώπησης, το ποσοστό της έπεσε στο 3,2%, κάτω από το όριο εισόδου 3,6% και έτσι έμεινε εκτός Βουλής. Η ΔΗΠΑ με τέσσερις έδρες από το 2021, γνώρισε παρόμοια τύχη.

Η κατάρρευση της ΕΔΕΚ και του ευρύτερου πολιτικού Κέντρου υπήρξε το αποτέλεσμα μιας βαθιάς διαρθρωτικής σήψης, ιδεολογικής ασυνέπειας και μιας σειράς μοιραίων λανθασμένων εκτιμήσεων. Το θεμελιώδες σφάλμα ήταν ότι εγκατέλειψαν τις κοινωνικοοικονομικές τους ρίζες. Στην προσπάθειά τους να παραμείνουν προσκολλημένα στην εξουσία, επέλεξαν τη συστηματική συμμαχία με το κεντροδεξιό ΔΗΣΥ. Έτσι, απέναντι σε ένα εκλογικό σώμα που δοκιμαζόταν από το διαρκώς αυξανόμενο κόστος ζωής, η ΕΔΕΚ υποβιβάστηκε σε ένα απλό βοηθητικό παρακλάδι της εταιρικής ατζέντας του ΔΗΣΥ, αποξενώνοντας οριστικά την προοδευτική και εργατική της βάση.

Δεύτερον, η ΕΔΕΚ εγκλωβίστηκε στην παγίδα της αναξιοπιστίας, καταφεύγοντας σε αυτό που οι πολιτικοί επιστήμονες ονομάζουν «ρητορική υπερ-αντιστάθμιση». Βλέποντας την προοδευτική της βάση να απομακρύνεται εξαιτίας των υποχωρήσεων και των συμβιβασμών της στην εσωτερική οικονομική πολιτική, η ηγεσία επιχείρησε να διασώσει την κομματική της ταυτότητα εργαλειοποιώντας το Κυπριακό ζήτημα. Εγκαταλείποντας τον παραδοσιακό, υγιή σκεπτικισμό της, η ΕΔΕΚ μεταπήδησε στην απόλυτη απόρριψη της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας, προκρίνοντας τη μη ρεαλιστική λύση του πλειοψηφικού ενιαίου κράτους.

Ωστόσο, αυτή η στρατηγική κατέρρευσε, καθώς το εκλογικό σώμα διαθέτει ισχυρό αισθητήριο απέναντι στις πολιτικές αντιφάσεις. Το κόμμα απέτυχε να πείσει ως μια αδιάλλακτη και μαχητική πατριωτική δύναμη, από τη στιγμή που ταυτόχρονα λειτουργούσε ως ένας συμβιβασμένος, συναλλακτικός εταίρος πρόθυμος για υποχωρήσεις με αντάλλαγμα υπουργικές καρέκλες. Το αποτέλεσμα ήταν αναπόφευκτο: οι ψηφοφόροι που αναζητούσαν μια αυθεντικά σκληροπυρηνική εθνικιστική στάση επέλεξαν να στηρίξουν απευθείας το ΕΛΑΜ.

Τρίτον, το πολιτικό Κέντρο εγκλωβίστηκε μοιραία στην αποκαλούμενη «παγίδα Χριστοδουλίδη». Στην προσπάθειά τους να εξασφαλίσουν μερίδιο στην εξουσία και να διατηρήσουν την επιρροή τους, η ΕΔΕΚ, το ΔΗΚΟ και η ΔΗΠΑ επέλεξαν στις προεδρικές εκλογές του 2023 να στηρίξουν τον Νίκο Χριστοδουλίδη - ένα στέλεχος προερχόμενο από τον ΔΗΣΥ με σαφείς δεξιές καταβολές. Όταν, όμως, η κυβέρνησή του άρχισε να αντιμετωπίζει κρίσεις και φθορά, τα συνεργαζόμενα κεντρώα κόμματα κατέστησαν άμεσα συνυπεύθυνα στα μάτια της κοινής γνώμης. Καθώς στερούνταν πλέον ενός διακριτού, δικού τους ιδεολογικού αφηγήματος, απορρόφησαν άμεσα τον πολιτικό αντίκτυπο από τα κυβερνητικά λάθη.

Επιβίωση ΔΗΚΟ, άνοδος αντισυστημικών

Μέσα σε αυτό το σαρωτικό κλίμα πολιτικής κάθαρσης, το ΔΗΚΟ αποτέλεσε τη μοναδική κεντρώα δύναμη που κατάφερε να επιβιώσει, καταγράφοντας ωστόσο το χαμηλότερο ποσοστό της ιστορίας του: 10% και 8 έδρες, χάνοντας μία έδρα, και την παραδοσιακή του θέση ως το τρίτο μεγαλύτερο κόμμα. Η οριακή του διάσωση δεν προήλθε από κάποια ιδεολογική ανανέωση, αλλά στηρίχθηκε αποκλειστικά στην ψυχρή εκλογική αριθμητική: στο βαθιά ριζωμένο πελατειακό του δίκτυο, στη στοχευμένη κινητοποίηση βασικών εκλογικών περιφερειών και στην επιδέξια απορρόφηση στελεχών από άλλους χώρους, όπως οι βουλευτές Ανδρέας Αποστόλου, πρώην ΕΔΕΚ, και Μιχάλης Γιακούμης, πρώην ΔΗΠΑ.

Παράλληλα, η ευρύτερη κατάρρευση του πολιτικού Κέντρου προκάλεσε έναν πρωτοφανή κατακερματισμό, αφήνοντας ένα τεράστιο κενό που έσπευσαν να καλύψουν νέες, αντισυστημικές δυνάμεις, όπως το Volt. Ενδεικτικό της ρευστότητας είναι ότι ένα συντριπτικό 16,8% των έγκυρων ψήφων κατέληξε σε σχήματα κάτω από το εκλογικό όριο.

Οι ψηφοφόροι, βαθιά οργισμένοι από τη συστημική διαφθορά, τιμώρησαν το κατεστημένο στρεφόμενοι σε νέα κινήματα: Το ΑΛΜΑ, υπό την ηγεσία του απολυθέντος Γενικού Ελεγκτή Οδυσσέα Μιχαηλίδη, εξασφάλισε 5,8% και 4 έδρες προτάσσοντας μια αυστηρή, τεχνοκρατική ατζέντα κατά της διαφθοράς. Η Άμεση Δημοκρατία Κύπρου με ηγέτη τον Φειδία Παναγιώτου συγκέντρωσε 5,4% και επίσης 4 έδρες, καταφέρνοντας να προσελκύσει ένα νεανικό κοινό που ένιωθε απόλυτα αποξενωμένο από την παραδοσιακή πολιτική.

Η εδραίωση της ακροδεξιάς

Η μεγαλύτερη αλλαγή αυτών των εκλογών, ήταν η εδραίωση της ακροδεξιάς. Το ΕΛΑΜ, ήταν ο αδιαμφισβήτητος νικητής, συγκεντρώνοντας το 10,9% των ψήφων -αυξάνοντας κατά 67% τον αριθμό των ψηφοφόρων του από το 2021- και διπλασιάζοντας τις έδρες του σε 8. Με αυτά τα δεδομένα το ΕΛΑΜ άλλαξε τη κοινοβουλευτική δυναμική. Αξίζει να σημειωθεί ότι το ΕΛΑΜ προσέλκυσε ψηφοφόρους διαμαρτυρίας και εθνικιστές από τα καταρρέοντα κεντρώα κόμματα, και όχι από το κεντροδεξιό ΔΗΣΥ.

Νομοθετικό αδιέξοδο και Ευρώπη

Η νέα ανακατανομή των εδρών αφήνει τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη χωρίς σαφή κοινοβουλευτική πλειοψηφία, αναγκάζοντάς τον πλέον να πλοηγηθεί σε έναν ασταθή νομοθετικό λαβύρινθο με δυνητικούς εταίρους τον ΔΗΣΥ, το ΔΗΚΟ και το ΕΛΑΜ. Μια τέτοια σύμπραξη, ωστόσο, προμηνύεται εκρηκτική. Οι πιέσεις του ΕΛΑΜ για σκληροπυρηνικές πολιτικές σε ζητήματα μετανάστευσης και εκπαίδευσης συνιστούν ναρκοπέδιο για τον ΔΗΣΥ, απειλώντας ευθέως τη φιλοευρωπαϊκή του ταυτότητα.

Το κρισιμότερο, όμως, είναι ότι αυτή η εξάρτηση από την ακροδεξιά πυροδοτεί μια μετωπική σύγκρουση με τις Βρυξέλλες. Συγκεκριμένα, παραβιάζει την πολιτική του λεγόμενου «υγειονομικού κλοιού» (cordon sanitaire)- μια άτυπη συμφωνία των κυρίαρχων ευρωπαϊκών κομμάτων για τη μη νομιμοποίηση εξτρεμιστικών δυνάμεων. Δεδομένου ότι το ΕΛΑΜ έλκει τις ρίζες του από την απαγορευμένη νεοναζιστική Χρυσή Αυγή, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί αρνούνται κατηγορηματικά οποιαδήποτε θεσμική του κανονικοποίηση.

Ενδεικτικό αυτής της σφοδρής τριβής είναι το αυστηρό τελεσίγραφο που εξέδωσε ο Μάνφρεντ Βέμπερ, επικεφαλής του ισχυρού Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος. Σύμφωνα με ρεπορτάζ της εφημερίδας «Πολίτης», ο Βέμπερ προειδοποίησε τον Χριστοδουλίδη πως θα είναι «αδύνατο να συνεχίσει να γίνεται αποδεκτός στον ευρωπαϊκό κεντροδεξιό χώρο», εάν το ΕΛΑΜ εξακολουθήσει να λειτουργεί ως ο «στενότερος συνεργάτης» του. Το τελεσίγραφο αυτό ακυρώνει στην πράξη την αγαπημένη τακτική του Προέδρου: τη «στρατηγική αμφισημία». Έχοντας βασιστεί διακριτικά στις ψήφους της ακροδεξιάς στο εσωτερικό, προβάλλοντας ταυτόχρονα ένα φιλοευρωπαϊκό προφίλ στο εξωτερικό, βλέπει πλέον τη διπλωματική του επιρροή και τις σχέσεις του με κορυφαίους Ευρωπαίους ηγέτες να τίθενται σε άμεσο κίνδυνο.

Υπαρξιακά διλήμματα

Η πορεία προς τις προεδρικές εκλογές του 2028 θέτει την ΕΔΕΚ ενώπιον ενός κρίσιμου υπαρξιακού σταυροδρομίου. Προκειμένου να διασφαλίσει την πραγματική της επιβίωση, το κόμμα οφείλει να προχωρήσει σε ριζική ιδεολογική ανανέωση, επανασυνδεόμενο δυναμικά με τις κεντροαριστερές, κοινωνικοοικονομικές του ρίζες, ώστε να επαναπατρίσει τους ψηφοφόρους που σταδιακά αποξένωσε. Στον αντίποδα, ελλοχεύει ο ισχυρός πειρασμός της κυβερνητικής συνδιαλλαγής: η ανταλλαγή πολιτικής στήριξης προς τον Πρόεδρο Χριστοδουλίδη με υπουργικούς θώκους και την αναπαραγωγή πελατειακών δικτύων. Ωστόσο, η ενδεχόμενη υποστήριξη ενός δεξιού εν ενεργεία Προέδρου -ο οποίος εκφράζει την κυρίαρχη οικονομική πολιτική και υιοθετεί σκληροπυρηνική εθνικιστική στάση- θα υποβιβάσει οριστικά την ΕΔΕΚ σε ένα υποκριτικό κατάλοιπο του παλαιού κατεστημένου.

Κατά συνέπεια, η μοναδική διέξοδος για ουσιαστική πολιτική ανασυγκρότηση προϋποθέτει καθαρές στρατηγικές επιλογές: είτε τη συγκρότηση ενός αυτόνομου κεντροαριστερού πόλου με τη σύμπραξη συγγενών δυνάμεων, είτε τη διαμόρφωση ενός ισχυρού κοινού μετώπου με το ΑΚΕΛ.

Συμπέρασμα

Οι εκλογές του 2026 κατέδειξαν οριστικά ότι η κεντρώα στρατηγική της συναλλαγής των ιδεολογικών αρχών στον βωμό της κυβερνητικής εύνοιας έχει πλέον χρεοκοπήσει. Με την κατάρρευση του παραδοσιακού πολιτικού Κέντρου, τη δυναμική ανάδειξη των κινημάτων κατά της διαφθοράς και την αναβάθμιση της ακροδεξιάς σε ρόλο «ρυθμιστή», το εκλογικό σώμα αναδιαμόρφωσε ριζικά τους κανόνες του πολιτικού παιχνιδιού. Καθώς συγκροτείται ένα νέο, βαθιά πολωμένο και κατακερματισμένο Κοινοβούλιο, η Κυπριακή Δημοκρατία βρίσκεται ενώπιον μιας ιστορικής και υπαρξιακής δοκιμασίας: θα καταφέρει να λειτουργήσει συνεκτικά ως ένα σύγχρονο ευρωπαϊκό κράτος ή θα βυθιστεί αναπόδραστα σε ένα μόνιμο νομοθετικό αδιέξοδο και σε επιταχυνόμενη δημοκρατική παρακμή;

*Οικονομολόγου 

Το παρόν άρθρο είναι διαθέσιμα στο προσωπικό Substack του συγγραφέα, https://ioannistirkides.substack.com/publish/posts/published

 

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα