Με σαφώς πιο θετική ματιά σε σχέση με προηγούμενα χρόνια αξιολογούν οι υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας (ESM) το χρηματοπιστωτικό σύστημα της Κύπρου, το οποίο είναι πλέον πιο ανθεκτικό. Ωστόσο, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί εξακολουθούν να εντοπίζουν επίμονες ευπάθειες που συνδέονται κυρίως με το υψηλό ιδιωτικό χρέος και τις δομικές αδυναμίες στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας.
Η γενική αποτίμηση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι ότι οι κυπριακές τράπεζες εμφανίζονται σημαντικά πιο θωρακισμένες από ό,τι στο παρελθόν, διαθέτοντας υψηλή ρευστότητα —την υψηλότερη, μάλιστα, στη ζώνη του ευρώ. Η εικόνα αυτή αποτελεί σαφή διαφοροποίηση από την περίοδο της τραπεζικής κρίσης και της έντονης πίεσης που βίωσε η χώρα την προηγούμενη δεκαετία.
Ο τραπεζικός τομέας συνέχισε την ισχυρή του απόδοση και το 2025, διατηρώντας υψηλή κερδοφορία. Ωστόσο, η μείωση των παλαιών μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) παραμένει πρόκληση, τονίζει ο ESM στην ετήσια έκθεσή του για το 2025. Ο ESM κάνει ειδική αναφορά στο πρόβλημα των ΜΕΔ και στο πλαίσιο για τις εκποιήσεις.
"Οι κυπριακές τράπεζες κατέγραψαν άλλη μια θετική χρονιά, διατηρώντας ισχυρή κερδοφορία και αυξάνοντας τα κεφάλαια και τα αποθέματα ρευστότητάς τους σε επίπεδα πολύ υψηλότερα από τους μέσους όρους της ζώνης του ευρώ. Ο τομέας γνώρισε σημαντική ενοποίηση το 2025, με δύο μεγάλες διασυνοριακές εξαγορές. Οι νέες χορηγήσεις το 2025 αυξήθηκαν μέτρια σε σύγκριση με το 2024, υποστηριζόμενες από τους εταιρικούς πελάτες. Ο ρυθμός βελτίωσης της ποιότητας των περιουσιακών στοιχείων επιβραδύνθηκε. Το ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων μειώθηκε στο 3,2%,το χαμηλότερο επίπεδο από το 2014. Εξακολουθούν να υπάρχουν προκλήσεις όσον αφορά την εξυγίανση των παλαιών μη εξυπηρετούμενων δανείων, ιδίως μεταξύ των μικρότερων τραπεζών και των εταιρειών εξαγοράς δανείων (...) Η Κύπρος θα πρέπει να συνεχίσει να εφαρμόζει μεταρρυθμίσεις με στόχο τη διασφάλιση της ανάπτυξης, διατηρώντας παράλληλα τα επιτεύγματα του παρελθόντος, όπως ένα αποτελεσματικό πλαίσιο εκποιήσεων", τονίζεται στην έκθεση του ESM.
Στην Έκθεση Χώρας για την Κύπρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, η οποία συνοδεύει τις ειδικές συστάσεις οικονομικής πολιτικής στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, αναγνωρίζεται ότι οι μακροχρόνιες αδυναμίες που σχετίζονται με το δημόσιο και ιδιωτικό χρέος παρουσιάζουν σταθερή βελτίωση, χωρίς όμως να έχουν εξαλειφθεί πλήρως.
Η εικόνα είναι σαφώς καλύτερη σε ό,τι αφορά το δημόσιο χρέος. Το δημόσιο χρέος μειώθηκε στο 65% του ΑΕΠ στο τέλος του 2024, ενώ προβλέπεται να συνεχίσει την πτωτική του πορεία, φθάνοντας στο 51,9% του ΑΕΠ μέχρι το τέλος του 2026. Πρόκειται για μείωση σχεδόν 50 ποσοστιαίων μονάδων από την κορύφωση που είχε σημειωθεί το 2020, εξέλιξη που η Επιτροπή αποδίδει στον συνδυασμό ισχυρής οικονομικής ανάπτυξης, υψηλών δημοσιονομικών πλεονασμάτων και αυξημένων κρατικών εσόδων.
Το δημοσιονομικό αποτέλεσμα εξακολουθεί να λειτουργεί υποστηρικτικά. Το 2024 η γενική κυβέρνηση κατέγραψε πλεόνασμα 4,3% του ΑΕΠ και η Επιτροπή προβλέπει ότι η Κύπρος θα διατηρήσει πλεονασματικούς προϋπολογισμούς της τάξης του 3,5% και 3,4% το 2025 και το 2026, αντίστοιχα.
Ωστόσο, η Επιτροπή σπεύδει να προσθέσει έναν σημαντικό αστερίσκο. Η δημοσιονομική ανθεκτικότητα της χώρας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη φορολογία εταιρειών. Η Κύπρος συνεχίζει να εμφανίζει μία από τις υψηλότερες εισπράξεις εταιρικού φόρου στην ΕΕ, καθώς τα έσοδα από τη φορολογία επιχειρήσεων αντιστοιχούν σε ποσοστό άνω του 6% του ΑΕΠ — περίπου διπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό στηρίζει τα δημόσια οικονομικά, αλλά παράλληλα καθιστά τον προϋπολογισμό πιο ευάλωτο σε ενδεχόμενους εξωτερικούς κραδασμούς ή μεταβολές στο διεθνές επιχειρηματικό περιβάλλον.
Το ιδιωτικό χρέος
Οι ευρωπαϊκοί θεσμοί διατηρούν σαφώς πιο επιφυλακτική στάση στο ιδιωτικό χρέος, παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση των τελευταίων ετών, καθώς εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται υψηλό.
Το ιδιωτικό χρέος —που περιλαμβάνει δανεισμό νοικοκυριών και επιχειρήσεων— μειώθηκε από το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο του 350% του ΑΕΠ πριν από σχεδόν μία δεκαετία, στο 183% του ΑΕΠ τον Σεπτέμβριο του 2024. Η Επιτροπή αναγνωρίζει τη σαφή βελτίωση, σημειώνει όμως ότι αυτή δεν οφείλεται αποκλειστικά σε πραγματική απομόχλευση, αλλά και στη σημαντική αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ, η οποία βελτίωσε αναλογικά τους δείκτες χρέους.
Με απλά λόγια, η οικονομία «μεγάλωσε» αρκετά ώστε το χρέος να φαίνεται μικρότερο ως ποσοστό του ΑΕΠ, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι το πρόβλημα έχει εξαφανιστεί. Οι σχετικές βελτιώσεις στο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος είχαν θετικό αντίκτυπο και στη διεθνή επενδυτική θέση της χώρας, δηλαδή στη συνολική οικονομική έκθεση της Κύπρου προς το εξωτερικό. Σύμφωνα με την έκθεση, η καθαρή διεθνής επενδυτική θέση βελτιώθηκε θεαματικά σε σχέση με τα ιστορικά χαμηλά επίπεδα του 2014, στοιχείο που ενισχύει τη μακροοικονομική σταθερότητα.






