Η καταπολέμηση της διαφθοράς στην Κύπρο είναι αδύνατη, όπως αδύνατη είναι και η αποδυνάμωσή της ως τρόπου λειτουργίας της πολιτικής, της οικονομίας και της κοινωνίας γενικότερα. Η ίδια η νοοτροπία μας, ο τρόπος του βίου μας και το μοντέλο οργάνωσης και λειτουργίας της Πολιτείας μας δεν το επιτρέπουν ακόμα. Όσο απόλυτη και αν ακούγεται και όσο προκλητική και απογοητευτική και αν είναι αυτή η διαπίστωση, αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα, αφού το «μέσο», σε οποιαδήποτέ του έκφανση με ή χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα, είναι μέρος της «ύφανσης» της ιστορικοπολιτικής μας εξέλιξης, και συνέπεια παγιωμένης νοοτροπίας απότοκης συσσωρευμένων εμπειριών της μεταξύ μας αλληλεπίδρασης.
Με απλά λόγια, η Κύπρος πάντοτε θα ταλαιπωρείται από τη διαφθορά επειδή οι βασικοί θεσμοί που την αποτελούν -όπως η εκκλησία, η οικογένεια, η παραγωγική της σύνθεση, και η εκάστοτε κρατική και πολιτική αρχή και εμείς όλοι- δεν έχουν λάβει την αναγκαία απόφαση για αλλαγή μοντέλου λειτουργίας της Πολιτείας μας.
Τούτο δεν σημαίνει ότι όλοι είμαστε διεφθαρμένοι ή ότι τα πάντα έχουν καταρρεύσει. Αλλά, όπως και στα πλείστα τόσα άλλα που αφορούν τη λειτουργία της Πολιτείας και της οικονομίας, έτσι και στην περίπτωση της διαφθοράς ως φαινομένου που περιγράφει μια κατάσταση διαχείρισης ισχύος, πόρων και πλούτου, τούτη (η διαφθορά) διαφοροποιείται σε μέγεθος, βαθμό, έκταση και ένταση. Επιπλέον, και λόγω ακριβώς των χαρακτηριστικών της σε μία συγκεκριμένη Πολιτεία, δύναται να συνυπάρξει και όντως συνυπάρχει οργανικά, και παρασιτικά, και με το κράτος δικαίου και με την έννοια της ευνομούμενης Πολιτείας, καθώς και με τον διαχωρισμό και τον έλεγχο των εξουσιών, όσο αντιφατικό και αν αυτό ακούγεται.
Επίσης, η διαφθορά δεν είναι η ίδια σε όλους τους τομείς μιας Πολιτείας. Ενώ μπορεί μια Πολιτεία να έχει χαμηλό δείκτη διαφθοράς με βάση τις σχετικές έγκυρες μετρήσεις διεθνών αρμόδιων οργανισμών ή και ΜΚΟ, όπως της διεθνούς διαφάνειας, εν τούτοις μπορεί ένας συγκεκριμένος τομέας δραστηριότητας της οικονομίας, της πολιτικής και γενικότερα της λειτουργίας της Πολιτείας να συγκεντρώνει την πλειοψηφία των περιστατικών διαφθοράς. Και τούτο προκύπτει για μία σειρά από λόγους που συνήθως αφορούν τα λειτουργικά χαρακτηριστικά ενός τομέα.
Αντίστοιχα, μπορεί μία χώρα, όπως η δική μας που βρίσκεται στη μέση περίπου των διεθνών μετρήσεων διαφθοράς, να αγνοεί το πραγματικό μέγεθος του προβλήματος επειδή οι πολίτες μας θεωρούν ότι ο συγκεκριμένος τρόπος που ενεργούν δεν είναι διεφθαρμένος, αν αφορά τρόπους που οι ίδιοι οι πολίτες αντιλαμβάνονται ως «φυσιολογικούς» στο πλαίσιο του συγκεκριμένου κοινωνικού συμβολαίου που θέσπισαν και ακολουθούν. Και εδώ είναι που είχε δίκιο και ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όταν αναφέρθηκε στο παράδειγμα της αλλαγής σχολείου του παιδιού με παραπλανητικές παραστάσεις διεύθυνσης κατοικίας. Επειδή εκείνο και κάμποσα άλλα καθημερινά παραδείγματα δείχνουν την αντίληψή μας για το τι θεωρούμε ότι είναι διαφθορά. Αλλά η διαφθορά, όπως και εξαπάτηση και η κλοπή, είναι πράξεις που διασαλεύουν τη βασική αρχή της δικαιοσύνης, αλλά και του αλληλοσεβασμού, κατά το γνωστό σε όλους μας από το σχολείο, αξίωμα της αρχής και του τέλους ισχύος ενός όποιου δικαιώματός μας κατά την άσκησή του.
Ασφαλώς, όπως σε όλες τις περιπτώσεις παραβατικής συμπεριφοράς, γίνεται αξιολογικός διαχωρισμός της σοβαρότητας μιας παραβατικής πράξης στη βάση τόσο των κινήτρων όσο και των συνεπειών της, σε συνάρτηση, πάντοτε, με τους ηθικούς αλλά και θεσμοθετημένους κανόνες δικαίου της συγκεκριμένης κοινωνίας, που και εκείνοι (οι κανόνες) εξελίσσονται και προσαρμόζονται ανάλογα με την κατάσταση στην οποία βρίσκεται η κοινωνία υπό αναφορά.
Και εδώ είναι που καταλήγουμε στο ποια Πολιτεία θέλουμε να είμαστε. Επειδή μπορεί να έχουμε κατοχυρώσει συνταγματικά και αμετάκλητα την προστασία των θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων σε μη επιδεχόμενα τροποποιήσεως άρθρα του υπέρτατου νόμου μας, μπορεί να έχουμε ενταχθεί στην ΕΕ και να υιοθετούμε τις λειτουργικές επιταγές της, μπορεί να έχουμε καταστήσει προμετωπίδα της υπόστασής μας το διεθνές δίκαιο, και κάμποσα άλλα όσον αφορά τη σύσταση θεσμών και μηχανισμών ελέγχου, αλλά το βασικότερο δεν το έχουμε πράξει.
Και το βασικότερο είναι το ότι δεν έχουμε προσαρμόσει το κοινωνικό μας συμβόλαιο και δεν έχουμε αλλάξει νοοτροπία, στον βαθμό και στην ένταση που θα έπρεπε ώστε όλη αυτή η «πρόοδος» που έχουμε επιτύχει να μας μετακινήσει μια και καλή μακρύτερα από όσα μας χαρακτήριζαν ως τόπο πριν πενήντα και πριν εκατό χρόνια. Ήμασταν και παραμένουμε εκεί και εκεί θα παραμείνουμε όσο δεν υποχρεωνόμαστε να αλλάξουμε νοοτροπία και συμπεριφορά, δύο χαρακτηριστικά που ξεπερνούν τους νόμους μας και που αφορούν πρωτίστως την ωριμότητά μας ως άνθρωποι και ως πολιτισμός…







