Ο ουκρανικός καθρέφτης και η κυπριακή «στροφή»

ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΙΡΚΙΔΗΣ

Header Image

Για να κατανοήσει κανείς τον τρέχοντα κίνδυνο που αντιμετωπίζει η Λευκωσία, πρέπει να εξετάσει τον πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, στην ωμή του πραγματικότητα, όχι την ηθική του διάσταση, έναν ζωντανό καθρέφτη του 21ου αιώνα

Η γεωπολιτική σκακιέρα της Ανατολικής Μεσογείου αποτελεί μια σκληρή, ανελέητη αρένα, όπου η επιβίωση των μικρότερων κρατών εξαρτάται σχεδόν εξ ολοκλήρου από έναν ψυχρό, ρεαλιστικό υπολογισμό της περιφερειακής ισορροπίας δυνάμεων. Για τη Δημοκρατία της Κύπρου, το περιθώριο λάθους εξαντλήθηκε πλήρως πριν από μισό αιώνα, όταν ένα καταστροφικό πραξικόπημα προκάλεσε την τουρκική εισβολή του 1974, μεταβάλλοντας ριζικά τη δομική πραγματικότητα του νησιού. Στα πενήντα δύο χρόνια που έχουν περάσει από εκείνο το καθοριστικά τραυματικό γεγονός, η σκληρή αλήθεια του «επιθετικού ρεαλισμού» με την ορολογία των διεθνών σχέσεων παραμένει αμετάβλητη: το παγκόσμιο σύστημα είναι άναρχο, στερείται δηλαδή μιας αξιόπιστης ανώτατης Αρχής που να επιβάλλει το διεθνές δίκαιο ή να εγγυάται την επιβίωση ενός μικρού κράτους απέναντι σε έναν περιφερειακό ηγεμόνα. Για να διασφαλίσει το μέλλον της ενάντια στις έντονες δημογραφικές, γεωγραφικές και οικονομικές ασυμμετρίες της με την Τουρκία, η Κύπρος χρειάζεται μια εξαιρετικά μετρημένη, ορθολογική και νηφάλια εξωτερική πολιτική. Για να χαράξει μια βιώσιμη πορεία προς τα εμπρός, η Κύπρος πρέπει να εγκαταλείψει την ψευδή άνεση των τεχνητών στρατιωτικών συμμαχιών, να τοποθετήσει σε σωστό πλαίσιο τον δικό της ρόλο στο τρέχον διπλωματικό αδιέξοδο και να αντλήσει κρίσιμα διδάγματα από τη σύγχρονη τραγωδία της Ουκρανίας.

Η πραγματικότητα των μεγάλων δυνάμεων

Οι μεγάλες δυνάμεις λειτουργούν σε ένα πλαίσιο αυτοβοήθειας, όπου η ισχύς συχνά καθορίζει τι είναι δίκαιο. Όταν ένα μικρό κράτος βρίσκεται ακριβώς στο γεωγραφικό υπογάστριο ενός πανίσχυρου σε στρατιωτικό επίπεδο κράτους, ο πληθυσμός, το έδαφος και η οικονομία του οποίου είναι σχεδόν εκατό φορές μεγαλύτερα από τα δικά του, η διαχείριση της επιβίωσής του μετατρέπεται σε άσκηση απόλυτου ρεαλισμού, και ουδόλως σε συναισθηματική στάση. Η Τουρκία δεν θα ανεχθεί ποτέ ένα εχθρικό για αυτήν νησί ή απειλή, στον ευάλωτο ζωτικό, στη δική της αντίληψη, χώρο, είτε αυτό το νησί ενεργεί μεμονωμένα είτε μέσω συμμαχίας με τη Δύση. Επιπλέον, η Άγκυρα δεν θα αποδεχτεί ποτέ την επιστροφή στην Κυπρο, σε ένα ενιαίο κεντρικό κρατικό πλαίσιο, που θα καταργεί τη ντε φάκτο σήμερα διζωνικότητα επί του εδάφους, ούτε θα παραχωρήσει πλήρως την ασφάλεια των Τουρκοκυπρίων στους νομικούς και κανονιστικούς μηχανισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η Κυπριακή Δημοκρατία οικοδομήθηκε με λεπτές συνταγματικές ισορροπίες για τη διαχείριση της εσωτερικής της διττότητας. Η εισβολή του 1974 μετέτρεψε μόνιμα τη δομή διακυβέρνησης από ενιαίο αλλά δικοινοτικό, σε ένα διζωνικό, διακοινοτικό πλαίσιο. Αυτή η διζωνικότητα δεν αποτελεί θέμα ιδεολογικής επιλογής αλλά αναπόφευκτη συνέπεια ενός ιστορικού τραύματος. Η άλλη πλευρά του ιδίου νομίσματος, πραξικοπήματος-εισβολής. Ο Γλαύκος Κληρίδης, ένας ασυνήθιστος ρεαλιστής πολιτικός, όσο ίσως κανείς άλλος στην Κύπρο, αναγνώρισε αυτή τη μετατόπιση αμέσως μετά την εισβολή. Για δεκαετίες, ωστόσο, η ευρύτερη πολιτική ηγεσία του τόπου δεν έχει εσωτερικεύσει πλήρως αυτή την αναγκαιότητα. Η Κύπρος παραμένει εγκλωβισμένη ανάμεσα στο ανέφικτο ιδανικό ενός ενιαίου κράτους και στους κινδύνους του υπαρξιακού διαχωρισμού, δηλαδή της διχοτόμησης και των δύο κρατών.

Η εσφαλμένη διχοτομία

Αν και η κυπριακή κοινή γνώμη γνωρίζει πολύ καλά ότι μια ομοσπονδία απαιτεί επώδυνους συμβιβασμούς, πολλοί εξακολουθούν να πιστεύουν, λανθασμένα, ότι μια λύση «δύο κρατών» θα προσφέρει σαφή πλεονεκτήματα. Αυτό είναι ουτοπία δεδομένων των γεωπολιτικών αδιεξόδων και ασυμμετριών που ήδη αναφέραμε. Στην πραγματικότητα, ένας διαχωρισμός δύο κρατών, υπό την τουρκική ηγεμονία, δεν θα ήταν μια καθαρή απόσχιση, όπως πιθανόν νομίζουμε. Ούτε θα κατοχύρωνε δυστυχώς την ασφάλεια ή την πλήρη κυριαρχία. Η Τουρκία θα επέβαλλε διά της ντε φάκτο ισχύος αυστηρούς περιορισμούς. Η Κύπρος θα μπορούσε να χάσει την Αποκλειστική Οικονομική της Ζώνη και η στρατιωτική και αμυστική της υποδομή θα τίθετο υπό περιορισμούς.

Μια στρατιωτική κλιμάκωση, από την άλλη, θα κατέστρεφε τις υποδομές, θα κατέστρεφε την οικονομία και θα ανάγκαζε τους Ελληνοκύπριους σε μαζική μετανάστευση. Πρόκειται για ένα υπαρξιακό αδιέξοδο.

Η ομοιότητα με την Ουκρανία

Για να κατανοήσει κανείς τον τρέχοντα κίνδυνο που αντιμετωπίζει η Λευκωσία, πρέπει να εξετάσει τον πόλεμο μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας, στην ωμή του πραγματικότητα, όχι την ηθική του διάσταση, έναν ζωντανό καθρέφτη του 21ου αιώνα. Αφήνοντας κατά μέρος τα περίπλοκα ιστορικά ζητήματα αιτίων και προκλήσεων, η σύγκρουση αυτή προειδοποιεί για το τι μπορεί να συμβεί όταν ένα μικρότερο κράτος εκτιμά καταστροφικά λανθασμένα την αποφασιστικότητα και τις «κόκκινες γραμμές» μιας εγγύας υπερδύναμης. Οι δομικές ομοιότητες μεταξύ Ουκρανίας και Κύπρου είναι ανησυχητικές. Και εδώ δεν αναφερόμαστε στην ηθική διάσταση αλλά στις πραγματικότητες των συμβάντων. Και οι δύο έχουν ιστορικό διακοινοτικών συγκρούσεων. Και οι δύο βίωσαν ένα πολιτικό πραξικόπημα που έθεσε τις βάσεις για ξένη επέμβαση. Και στις δύο περιπτώσεις μια μεγαλύτερη δύναμη αντιδρά επιθετικά σε πιθανή εχθρική στρατιωτική επέκταση σε μια ζώνη που θεωρεί ως υπαρξιακό κόκκινο όριο για τα συμφέροντά της, όπως η ίδια τα αντιλαμβάνεται.

Μετά την κατάρρευση των συμφωνιών του Μινσκ του 2014, η Ουκρανία προσπάθησε να διασφαλίσει την ασφάλειά της εντασσόμενη σε δυτικά στρατιωτικά πλαίσια. Το Κίεβο υπέγραψε έναν οδικό χάρτη άμυνας με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Εκπαίδευσε τις ένοπλες δυνάμεις της σύμφωνα με τα πρότυπα του ΝΑΤΟ και πέτυχε επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα. Επίσης, δέχτηκε δυτικό στρατιωτικό εξοπλισμό και υλικοτεχνική υποστήριξη. Από ουδέτερο κράτος στο διάμεσο μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, μετατράπηκε σε χώρα πρώτης γραμμής. Το καταστροφικό αποτέλεσμα αυτού του ρίσκου αποκαλύπτεται τώρα. Η Ουκρανία έχει υποστεί συντριπτικές εδαφικές απώλειες τις οποίες δεν μπορεί ρεαλιστικά να ανακτήσει. Περίπου το ένα τρίτο του πληθυσμού της έχει μεταναστεύσει. Μια ολόκληρη γενιά νέων της έχει αφανιστεί στο πεδίο της μάχης. Το διεθνές δίκαιο δεν προσέφερε καμία προστασία έναντι των ψυχρών γεωπολιτικών υπολογισμών των μεγάλων δυνάμεων. Επιπλέον, η Ρωσία θέτει τους όρους για την ειρήνη, απαιτώντας την αναγνώριση των προσαρτημένων εδαφών, καθώς και αυστηρούς περιορισμούς στην κυριαρχία και στο στρατιωτικό δυναμικό και τα οπλικά συστήματα της Ουκρανίας.

Το ίδιο σενάριο στη Λεβαντίνη

Η Λευκωσία επαναλαμβάνει το ίδιο σενάριο στη Λεβαντίνη. Μετά από δεκαετίες αποτυχημένων διαπραγματεύσεων για την αποκατάσταση της κανονικότητας σε ένα ομοσπονδιακό πλαίσιο λύσης, η κυπριακή κυβέρνηση έχει εγκαταλείψει τη συνεπή και νηφάλια πολιτική διαχείριση, εκ των πραγμάτων. Αντ’ αυτού, προσπαθεί πλέον να αλλάξει την ισορροπία των δυνάμεων παίζοντας ένα επικίνδυνο στρατιωτικό χαρτί. Υπογράφοντας τον Οδικό Χάρτη Άμυνας 2024–2029 με τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Συμφωνία για το Καθεστώς των Δυνάμεων του 2026 με τη Γαλλία, η κυβέρνηση επιδιώκει μια θεσμική «ΝΑΤΟποίηση» της κυπριακής άμυνας. Αυτή η στροφή συνεπάγεται συγχρονισμένη εκπαίδευση, στροφή προς τις δυτικές προμήθειες και επιχειρησιακή διαλειτουργικότητα.

Αυτή η πορεία δεν είναι απλώς επικίνδυνη. Αποτελεί υπαρξιακή πρόκληση. Η Τουρκία θεωρεί την αυξανόμενη δυτική στρατιωτική παρουσία εντός εδαφών και περιοχών που διεκδικεί στο πλαίσιο του όντως επιθετικού δόγματος «Γαλάζιας Πατρίδας» ως απαράδεκτη απειλή για τα συμφέροντα και την ασφάλειά της. Η Άγκυρα ανταποκρίνεται επιταχύνοντας τη στρατιωτικοποίηση και ενσωματώνοντας αναβαθμισμένη μόνιμη υλικοτεχνική υποδομή στην κατεχόμενη βόρεια Κύπρο.

Αυτό το δίλημμα ασφάλειας αφήνει την Κύπρο περισσότερο εκτεθειμένη. Η εξάρτηση από διοικητικές συμφωνίες χωρίς υποχρέωση προστασίας αποτελεί σοβαρό ρίσκο. Ενάντια σε έναν πολύ μεγαλύτερο, βαριά οπλισμένο γείτονα, το δομικό αποτέλεσμα είναι μαθηματική βεβαιότητα.

Συμπέρασμα

Η επιβίωση της Κυπριακής Δημοκρατίας κρέμεται από μια κλωστή. Είναι αναμφισβήτητο ότι μια διαζωνική, διακοινοτική ομοσπονδία δεν θα αποτελούσε την πρώτη επιλογή, αν υπήρχε μια ιδανική, απόλυτα δίκαιη εναλλακτική λύση. Ωστόσο, μια αυστηρά ρεαλιστική ανάλυση των διεθνών σχέσεων απαιτεί να αντιμετωπίζουμε τον κόσμο ακριβώς όπως είναι, και όχι όπως θα θέλαμε συναισθηματικά να είναι. Η τρέχουσα προσπάθεια της Λευκωσίας να δημιουργήσει μια τεχνητή «ομπρέλα» ασφάλειας μέσω μη δεσμευτικών δυτικών στρατιωτικών συμφώνων αποτελεί μια βαθιά πράξη στρατηγικής αυταπάτης. Αντικαθιστώντας τη νηφάλια, ρεαλιστική διπλωματία με δαπανηρές, εύφλεκτες ψευδαισθήσεις, η κυπριακή ηγεσία οδεύει ενεργά προς μια μοιραία παγίδα. Το σκληρό δίδαγμα από την Ουκρανία είναι ότι η στρατιωτική ενοποίηση διά αντιπροσώπων, χωρίς ρητές εγγυήσεις αμοιβαίας άμυνας, δεν αποτρέπει τους περιφερειακούς ηγεμόνες, αντίθετα, τους προκαλεί.

*Οικονομολόγου και προέδρου της Εταιρείας Κυπριακών Οικονομικών Μελετών. Το παρόν άρθρο είναι διαθέσιμο στο προσωπικό Substack του συγγραφέα, https://ioannistirkides.substack.com/publish/posts/published

 

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα