Η Κύπρος δεν μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο. Αυτό συμπεραίνεται από τα όσα παρατηρούμε να συμβαίνουν στη δημόσια σφαίρα το τελευταίο διάστημα. Και όχι δεν αναφέρομαι στα περί δήθεν μυστικών αδελφοτήτων και προσωπικών δραμάτων συμπολιτών μας που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο ίσως να διασυνδέονται με γνωστά σκάνδαλα συστημικής διαπλοκής και ενδεχόμενης διαφθοράς. Αντί αυτών, αναφέρομαι στην αντοχή, στη «στιβαρότητα» δηλαδή, και βιωσιμότητα της Πολιτείας μας και των θεσμών μας, ως συνάρτηση του τρόπου του διοικείν και τρόπου του βίου μας, δηλαδή του κράτους μας.
Η Κύπρος, όπως είναι σήμερα, δεν μπορεί να αλλάξει προς το καλύτερο, επειδή ο λαός της και η ηγεσία της υπολείπονται σε αυτοπεποίθηση, σύμπτωμα ελλιπούς ιστορικής συνέχειας, η οποία αντικαθίσταται, μερικώς, από ένα ψευδεπίγραφο ταπεραμέντο δήθεν επιτυχιών και επιτευγμάτων, που στην πραγματικότητα δεν είναι παρά η βιτρίνα πίσω από την οποία συνεχίζει να διατηρείται και να συντηρείται η ανασφάλεια και η εσωστρέφεια των ανθρώπων της, ως απότοκο πολυετούς ταλαιπωρίας και δουλοπρέπειας. Συνθηκών, δηλαδή, που οδήγησαν στον άκρατο ατομικισμό, όχι ως μέρος ενός κάποιου ανταγωνιστικού προτύπου, αλλά ως στοιχείο απέλπιδας επιβίωσης στην απουσία καλύτερης επιλογής.
Η Κύπρος, που δεν πέρασε από το διαφωτισμό, δεν κατάφερε να σχηματοποιηθεί πλήρως ως ένα πραγματικά κοσμικό κυρίαρχο κράτος όπου η πολιτεία θα είχε στο επίκεντρο της τον κυρίαρχο πολίτη, αφού αντί αυτού είχε ως συστατικό της μέρος την θρησκευτικά και εθνικά προσδιορισμένη κοινότητα (κοινότητες), ως μια άλλη έκφανση του όρου της «φυλής» (tribe) ως συστατικού μέρους της Πολιτείας. Αντίστοιχα, η αυτόματη αποτυχία λειτουργίας του συγκεκριμένου προτύπου κρατικής σύστασης επιχειρήθηκε να αντιμετωπιστεί με μια δικαϊκή αλχημεία, αφού το περιβόητο «δίκαιο της ανάγκης» εξυπακούει την ικανοποίηση κάποιων πολύ συγκεκριμένων προϋποθέσεων, εκ των οποίων η βασικότερη προϋπόθεση είναι η επιβεβαίωση της ανάγκης επιβίωσης του λαού ως υπέρτατης Αρχής. Που στην προκειμένη περίπτωση δεν ήταν «υπέρτατη» αφού ο λαός δεν ήταν ποτέ κυρίαρχος αφού δεν υπήρξε, ο λαός, ποτέ ως η προαπαιτούμενη συντακτική παράμετρος της Πολιτείας, αφού το Σύνταγμα, και το ίδιο το Κράτος, ήταν δοτό (sic).
Εξού και η αλλοπρόσαλλη προσωπικότητα του κράτους δικαίου και της δικαιοσύνης στην Κύπρο και η κατά το δοκούν, αρκετές φορές, κωδικοποίηση και άσκηση της, παρά την περί κοινοδικαίου παρακαταθήκη της και ενωσιακή ενίσχυση και εξέλιξη της. Μια, δηλαδή, άσκηση εξουσίας που δεν έμεινε ανεπηρέαστη από τις παθογένειες των άλλων δύο διακριτών εξουσιών που για μισό αιώνα στηρίζονταν κυρίως στη ψηφοθηρία και στο ρουσφέτι, πίσω από μια αβασάνιστη αλυτρωτική ρητορική. Ρητορική που, όπως φανερώνει και η επίκληση του «δικαίου της ανάγκης», αποτέλεσε το «αποκούμπι» της συνέχειας της κρατικής μας υπόστασης (sic). Στοιχεία που, με τη σειρά τους, αξιοποιήθηκαν, όχι μόνο για την όποια κρατική επιβίωσή μας, αλλά και για τη διασφάλιση της δομικής εδραίωσης των όποιων κατεστημένων συμφερόντων, είτε τούτα ήταν οικονομικά είτε πολιτικά, όπως αυτά μορφοποιήθηκαν κατά το τέλος του 19oυ αιώνα, δηλαδή τη χρονική μεταβατική στιγμή όπου η Κύπρος διερχόταν από την ανατολική στη δυτική όχθη της σύγχρονης ιστορίας της.
Με τη σειρά της, η παιδεία μας, επίσης και κατά συνέπεια ανεπαρκώς οριοθετημένη, ιδεολογικά μπερδεμένη και θεσμικά διχασμένη, απέτυχε να δημιουργήσει εκείνο τον πολίτη που θα ήταν δυνατό να προσεγγίσει συνειδητά το ρόλο του στην πολιτεία ως αναπόσπαστο μέρος του συνόλου, με τρόπο που να καθίσταται βιώσιμος και ανθεκτικός (ο ρόλος). Γι’ αυτό και που η δράση του Κύπριου πολίτη, η συμπεριφορά του, η νοοτροπία του, τον φέρνει διαρκώς μπροστά σε αδιέξοδα, και μη βιώσιμες και μη ανθεκτικές επιλογές, είτε τούτες αφορούν στην εύρυθμη λειτουργία της πολιτείας του, είτε στην επαρκή αποδοτικότητα και ανταγωνιστικότητα της οικονομίας του. Μέσω αυτής της εξίσωσης, μπορούν να επεξηγηθούν και τα όσα σκάνδαλα και ανεπάρκειες βιώνουμε από το 1960 μέχρι σήμερα. Δεν είναι πυρηνική φυσική. Είναι πολιτική οικονομία προπτυχιακού επιπέδου!
Οπότε, όσο δεν αναζητούμε τρόπους διόρθωσης αυτής της κατάστασης, και όσο αρκούμαστε σε μπαλώματα και αποσπασματικές «μετά-ρυθμίσεις», άλλο τόσο είμαστε υποχρεωμένοι να αγόμαστε και να φερόμαστε από την κάθε φαυλότητα, που πλέον, λόγω της πολυφωνίας στα ΜΜΕ και στα ΜΚΔ, μονοπωλεί και καταδυναστεύει την ήδη ελλειμματική προσοχή μας και την εμφανώς, και εσκεμμένα πλέον, θα τολμούσα να πω, ακαλλιέργητη κριτική μας σκέψη και επιφανειακό πολιτικό μας λόγο και πράξη.
Σε αυτό, λοιπόν, το προβληματικό περιβάλλον, βρίσκει πεδίο δράσης ο λαϊκισμός, η μισαλλοδοξία και η συνωμοσιολογία. Μαζί τους, και δίπλα τους, βρίσκουν πεδίο δράσης η διαφθορά, η ανικανότητα και η ποδηγέτηση. Που αν μείνουν ανεξέλεγκτες, όπως έμειναν, τότε η αίσθηση της ανασφάλειας επιδεινώνεται, όπως και έγινε, και όπου η έλλειψη θεσμικής αποτελεσματικότητας και θεσμικής προστασίας οδηγεί σε αναζήτηση εναλλακτικών επιλογών μακριά από τη συντεταγμένη Πολιτεία, την οποία, άλλωστε, ποτέ δεν συντάξαμε όπως θα έπρεπε και που παραμένει έρμαιο του τυχοδιωκτισμού κάθε μορφής και σύνθεσης.







