Απαντήσεις, πλήρη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων των ελέγχων και ουσιαστικά μέτρα για τη θαλάσσια ρύπανση στη Λεμεσό ζητούν ΑΚΕΛ και ΔΗΣΥ, με αφορμή τις εικόνες και τις καταγγελίες των τελευταίων ημερών από το παραλιακό μέτωπο. Το ΑΚΕΛ θέτει στο επίκεντρο και τις πληροφορίες για περιστατικό στη μονάδα επεξεργασίας λυμάτων στη Μονή, ενώ ο ΔΗΣΥ καταθέτει επτά συγκεκριμένα ερωτήματα και ζητά μετάβαση από την αποσπασματική διαχείριση στην πρόληψη.
Η Επαρχιακή Επιτροπή ΑΚΕΛ Λεμεσού αναφέρει ότι η κυβέρνηση δεν μπορεί να παραμένει θεατής απέναντι στην αυξανόμενη ανησυχία των πολιτών για τη θαλάσσια ρύπανση, κάνοντας αναφορά σε καταγγελίες για αφρούς, δυσάρεστες οσμές, θολότητα, άγνωστες ουσίες και απορρίμματα στο παραλιακό μέτωπο.
Το κόμμα ζητά άμεσες απαντήσεις, αποτελεσματικούς ελέγχους και διαφάνεια, υποστηρίζοντας ότι όταν υπάρχει ενδεχόμενο επηρεασμού του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν τι συνέβη, πότε ενημερώθηκαν οι αρμόδιες Αρχές, ποια ήταν τα αποτελέσματα των αναλύσεων και ποια μέτρα λήφθηκαν.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται σε πληροφορίες για περιστατικό στη μονάδα επεξεργασίας λυμάτων στη Μονή και για διοχέτευση νερού προς τη θάλασσα μέσω αγωγών έκτακτης ανάγκης.
Το ΑΚΕΛ ζητά από την κυβέρνηση να δώσει πλήρη στοιχεία για το συγκεκριμένο περιστατικό και να ελεγχθούν όλες οι πιθανές πηγές ρύπανσης.
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η επανεμφάνιση τέτοιων περιστατικών καταδεικνύει πως οι υφιστάμενοι μηχανισμοί δεν επαρκούν και ζητά μόνιμο μηχανισμό αντιμετώπισης, ενισχυμένους ελέγχους και άμεση δημόσια ενημέρωση.
«Η θάλασσα της Λεμεσού δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως υπόθεση δεύτερης προτεραιότητας», αναφέρει χαρακτηριστικά, σημειώνοντας ότι θα συνεχίσει να ζητά απαντήσεις μέχρι να υπάρξει πλήρης διαλεύκανση και ουσιαστική αντιμετώπιση του προβλήματος.
Επτά ερωτήματα από τον ΔΗΣΥ
Στο ίδιο θέμα παρεμβαίνει και το Συμβούλιο Παρακολούθησης Κυβερνητικού Έργου του ΔΗΣΥ, μέσω της υπεύθυνης Χαρτοφυλακίου Περιβάλλοντος, Δρος Ολυμπίας Νησιφόρου.
Ο ΔΗΣΥ επισημαίνει ότι η θαλάσσια ρύπανση στη Λεμεσό δεν αποτελεί σημερινό φαινόμενο και ζητά διαφάνεια, λογοδοσία και ουσιαστική πρόληψη.
Σημειώνει παράλληλα ότι δεν είναι υπεύθυνο, ούτε θεσμικά ούτε επιστημονικά, να αποδίδεται το συγκεκριμένο περιστατικό σε οποιαδήποτε πηγή πριν υπάρξουν εργαστηριακά δεδομένα, αλλά θεωρεί εξίσου προβληματικό να παρουσιάζεται κάθε νέο περιστατικό ως άγνωστο ή πρωτοφανές.
Όπως αναφέρει, υπάρχουν εδώ και χρόνια μελέτες, δειγματοληψίες, έλεγχοι, καταγεγραμμένα περιστατικά και δεδομένα που αφορούν διαφορετικές θαλάσσιες και χερσαίες πιέσεις.
«Υπάρχει γνώση, υπάρχουν δεδομένα και υπάρχουν προηγούμενα ευρήματα. Αυτά πρέπει να παρουσιαστούν δημόσια», αναφέρει η Δρ Ολυμπία Νησιφόρου.
Ο ΔΗΣΥ θέτει επτά ερωτήματα, ζητώντας να διευκρινιστεί τι ακριβώς εντοπίστηκε και αναλύθηκε, ποια είναι τα πλήρη αποτελέσματα των εργαστηριακών εξετάσεων, πώς συγκρίνονται με προηγούμενα περιστατικά και μελέτες, ποιες πιθανές πηγές εξετάστηκαν, ποιες παραβάσεις έχουν καταγραφεί διαχρονικά, πώς εφαρμόζεται η περιβαλλοντική και ναυτιλιακή νομοθεσία και ποιες ενέργειες γίνονται ώστε το πρόβλημα να αντιμετωπίζεται στην πηγή του.
«Δεν αρκεί ακόμη μία ανακοίνωση»
Στην ανακοίνωση επισημαίνεται επίσης ότι η επιστημονική διερεύνηση δεν μπορεί να αντικαθίσταται από εύκολες ερμηνείες.
«Εάν ένα περιστατικό αποδίδεται σε φυσικό φαινόμενο ή στη θαλάσσια πανίδα, πρέπει να παρουσιάζονται τα δεδομένα που τεκμηριώνουν αυτό το συμπέρασμα», αναφέρεται.
Ο ΔΗΣΥ σημειώνει ακόμη ότι, λόγω του εκτεταμένου παραλιακού μετώπου της Λεμεσού, το σημείο όπου εμφανίζεται ένα ρυπαντικό φορτίο δεν ταυτίζεται απαραίτητα με το σημείο προέλευσής του, καθώς θαλάσσια ρεύματα, άνεμος και κυματισμός μπορούν να μεταφέρουν υλικά κατά μήκος της ακτής.
«Γι’ αυτό το ζητούμενο σήμερα δεν είναι ακόμη μία ανακοίνωση ότι το περιστατικό διερευνάται», σημειώνει η Δρ Νησιφόρου.
Ο ΔΗΣΥ ζητά πλήρη δημοσιοποίηση των αποτελεσμάτων, αξιοποίησή τους σε συνδυασμό με στοιχεία και μελέτες προηγούμενων ετών και σαφή ενημέρωση για τα μέτρα που λαμβάνονται όπου τεκμηριώνονται η προέλευση και τα αίτια της ρύπανσης.
«Απαιτείται ουσιαστική μετάβαση από την αποσπασματική διαχείριση των περιστατικών στην πρόληψη και στην αντιμετώπιση των αιτιών τους», καταλήγει.






