Υπάρχει κάτι καλύτερο από την ειρήνη; Αργάκι: Η ιστορία του Mehmet Özbarışcı όπως δημοσιεύθηκε στην Yenidüzen

ΠΟΛΙΤΗΣ NEWS

Header Image

«Ήρθαν 3-4 Ε/Κ από το χωριό και είπαν στον πατέρα μου: 'Άνοιξε το παντοπωλείο, πάρε ό,τι χρειάζεσαι, για να μην μείνουν τα παιδιά νηστικά'».

«Το 2003, όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα, μια μέρα είδαμε να έρχεται κάποιος κρατώντας ένα καλάθι [...] Όταν τον ρωτήσαμε, μας διηγήθηκε το περιστατικό του 1974. Είχε έρθει για να μας ευχαριστήσει».

Της Tümay Tuğyan / Δημοσιογράφου της Yenidüzen

Υπάρχουν κάποιες ιστορίες που μοιάζουν με ανασκαφές: όσο σκάβεις βαθύτερα στο χώμα, τόσο περισσότερους θαμμένους θησαυρούς ανακαλύπτεις. Μία από αυτές είναι και η αφήγηση του Mehmet Özbarışcı, την οποία θα διαβάσετε παρακάτω. Πήγαμε να ακούσουμε τους Τουρκοκύπριους στο Αργάκι (Akçay), οι οποίοι το 1974 υπέδειξαν τον δρόμο σε δύο Ελληνοκύπριους που έφευγαν από την Κερύνεια για να μπορέσουν να φτάσουν στον νότο. Καθώς η συζήτηση προχωρούσε και η μία ιστορία έφερνε την άλλη, ο Özbarışcı μάς διηγείται πώς και οι ίδιοι οι κάτοικοι του χωριού του έσωσαν ανθρώπους από τον θάνατο. Και μάλιστα, όχι μόνο μία φορά!

 

Διαβάστε επίσης: Η ανθρωπιά μέσα στον πόλεμο: Η Tümay Tuğyan αναζητά ιστορίες ανθρώπων που βοήθησαν ανθρώπους της «άλλης» κοινότητας

 

Η ζωή στο Αργάκι

Ο Mehmet Özbarışcı (Mehmet Behlül), ο οποίος γεννήθηκε το 1955 στο Αργάκι (Akçay), που σήμερα βρίσκεται εντός των διοικητικών ορίων της Μόρφου (Güzelyurt), εξακολουθεί να ζει εκεί μέχρι σήμερα. Το Αργάκι μέχρι το 1974, ήταν ένα μικτό χωριό που φιλοξενούσε τόσο Ελληνοκύπριους όσο και Τουρκοκύπριους. Σύμφωνα με τον Özbarışcı, στο χωριό ζούσαν περίπου 2.000 Ελληνοκύπριοι και περίπου 70 Τουρκοκύπριοι. Ο Mehmet Özbarışcı, ο οποίος ήταν 19 ετών το 1974, περιγράφει εκείνη την περίοδο ως εξής: «Εμείς οι Τουρκοκύπριοι ήμασταν πολύ μικρή μειονότητα, αλλά στο χωριό μας είχαμε και σχολείο και τζαμί. Στις γιορτές ερχόταν και ιμάμης στο τζαμί. Ο πατέρας μου ήταν κοινοτάρχης. Απευθυνόταν στο Ίδρυμα Βακουφίων και μας έφερναν ιμάμη για να τελέσουμε την προσευχή της γιορτής. Όταν δεν έφερναν, πηγαίναμε σε κοντινά χωριά και προσευχόμασταν εκεί».

 

«Πολύ καλές σχέσεις»

Πώς ήταν, λοιπόν, οι σχέσεις σας με τους Ελληνοκύπριους του χωριού;

Οι σχέσεις μας ήταν πολύ καλές. Δεν υπήρχε κάτι όπως «Τούρκος» και «Έλληνας». Για παράδειγμα, εμείς δεν είχαμε δικό μας καφενείο, οπότε πηγαίναμε στο καφενείο των Ελληνοκυπρίων. Δεν είχαμε δικό μας παντοπωλείο, ψωνίζαμε από το ελληνικό παντοπωλείο. Σε ορισμένα μέρη, βέβαια, οι σχέσεις άρχισαν να χαλάνε εξαιτίας της ΕΟΚΑ (Β). Στο δικό μας χωριό, όμως, δεν αισθανθήκαμε ποτέ τέτοια ένταση. Πηγαίναμε μαζί στις δουλειές μας. Άλλωστε, δουλεύαμε για Ελληνοκύπριους.

 

Καλοκαίρι του ’74

Τι θυμάστε από την περίοδο της στρατιωτικής επιχείρησης;

Πρώτα έγινε το πραξικόπημα. Ήταν Δευτέρα. Σηκωθήκαμε το πρωί για να πάμε στη δουλειά. Εκείνη την ημέρα, κατά τύχη, έχασα το λεωφορείο. Δύο-τρεις ώρες αργότερα μάθαμε ότι είχε γίνει πραξικόπημα. Οι Ελληνοκύπριοι άρχισαν να ξεκαθαρίζουν τους λογαριασμούς μεταξύ τους. Όσοι είχαν πάει στη δουλειά γύρισαν πίσω. Ανάμεσά τους ήταν και Ελληνοκύπριοι. Πηγαίναμε κι ερχόμασταν μαζί. Τους ρωτήσαμε τι είχε συμβεί, αν και ήδη το γνωρίζαμε, επειδή το είχαμε ακούσει στο ραδιόφωνο. Έτσι, μείναμε πλέον στα σπίτια μας και δεν πηγαίναμε στη δουλειά. Μέχρι όμως τις 20 Ιουλίου βγαίναμε από το σπίτι για να πάμε στο παντοπωλείο ή στο καφενείο.

 

Και στις 20 Ιουλίου;

Όταν ξεκίνησε η επιχείρηση της 20ής Ιουλίου, ήρθαν εδώ πάρα πολλοί πρόσφυγες·από τη Λάπηθο, τον Καραβά και τις γύρω περιοχές, από την περιοχή της Κερύνειας. Ίσως ήρθαν περισσότεροι από χίλιοι πρόσφυγες. Οι Ελληνοκύπριοι έφυγαν από εκείνες τις περιοχές και ήρθαν εδώ. Έμειναν εδώ για κάποιο διάστημα, αλλά στη συνέχεια άρχισαν σιγά-σιγά να φεύγουν. Όταν ξεκίνησε η δεύτερη επιχείρηση τον Αύγουστο, έφυγαν πλέον προς τον νότο και το χωριό άδειασε. Όταν ξεκίνησε η δεύτερη επιχείρηση, τρεις-τέσσερις τουρκοκυπριακές οικογένειες συγκεντρωθήκαμε σε ένα τουρκικό σπίτι έξω από το χωριό, για να μην μείνουμε μόνοι. Τα σπίτια των Τουρκοκυπρίων ήταν διάσπαρτα στις γειτονιές. Νομίζω ότι ήταν η τρίτη ημέρα της επιχείρησης. Το πρωί βγήκαμε έξω και καθίσαμε στο πεζοδρόμιο. Είδαμε από μακριά δύο ανθρώπους να έρχονται. Στην αρχή, φυσικά, δεν τους αναγνωρίσαμε. Όταν πλησίασαν, είδαμε ότι ήταν στρατιώτες. Φορούσαν στολές και είχαν όπλα. Μπήκαμε αμέσως μέσα και το είπαμε στους μεγαλύτερους. Μας είπαν: «Εσείς μπείτε μέσα». Γιατί εμείς ήμασταν όλοι γύρω στα 18. Εκείνες οι ηλικίες ήταν επικίνδυνες. Οι μεγαλύτεροι βγήκαν έξω. Στο μεταξύ, οι στρατιώτες συνέχισαν να πλησιάζουν. Τελικά έφτασαν μέχρι το σπίτι. Είδαμε ότι ήταν Ελληνοκύπριοι στρατιώτες.

«Έχετε νερό;» ρώτησαν.

«Έχουμε» απάντησαν οι δικοί μας.

«Μπορείτε να μας δώσετε λίγο;» ρώτησαν.

Οι δικοί μας τους έδωσαν νερό. Ήπιαν και γέμισαν και τα παγούρια τους.

Μετά ρώτησαν: «Ήρθαν οι δικοί σας;»

«Ποιοι δικοί μας;» ρώτησαν οι δικοί μας.

«Οι Τούρκοι στρατιώτες», απάντησαν.

«Ήρθαν» είπαν οι δικοί μας.

Τότε ρώτησαν: «Πού είναι;»

«Είναι μέσα στο χωριό» τους απάντησαν.

«Είμαστε τρεις μέρες νηστικοί και διψασμένοι, στον δρόμο. Πολεμούσαμε στην περιοχή της Κερύνειας. Θέλουμε να πάμε προς τον νότο. Δείξτε μας τον δρόμο» είπαν.

Οι δικοί μας τούς έδειξαν τον δρόμο και έφυγαν. Φυσικά, δεν ξέραμε τι συνέβη μετά, εάν κατάφεραν να περάσουν στον νότο ή όχι. Υποθέσαμε ότι μάλλον οι Τούρκοι στρατιώτες τους έπιασαν και τους σκότωσαν.

 

Ευχαριστίες το 2003

Το 2003, όταν άνοιξαν τα οδοφράγματα, μια μέρα είδαμε να έρχεται κάποιος κρατώντας ένα καλάθι. Μέσα είχε αμύγδαλα, κοφτέρ, σουτζούκο… Ήρθε και βρήκε εκείνο το σπίτι. Τον ρωτήσαμε: «Ποιος είσαι;». Δεν ήταν ένας από τους συγχωριανούς μας, αυτούς τούς γνωρίζαμε. Όταν τον ρωτήσαμε, μας διηγήθηκε το περιστατικό του 1974. Είχε έρθει για να μας ευχαριστήσει. Και εκείνη την ημέρα μάθαμε ότι και οι δύο είχαν τελικά σωθεί. Περπάτησαν μέσα από τους κήπους και πέρασαν προς τον νότο από την περιοχή του Αστρομερίτη. Ήταν περίπου 20 ετών, απλοί στρατιώτες που είχαν κληθεί να υπηρετήσουν. Δεν βρίσκονταν δηλαδή σε επιστράτευση ή κάτι παρόμοιο.

 

Φοβηθήκατε όταν τους είδατε;

Λίγο φοβηθήκαμε, φυσικά. Αλλά δεν μας σημάδεψαν ποτέ με τα όπλα τους. Για παράδειγμα, στο σπίτι εκείνο μέναμε όλοι μαζί. Τα βράδια ακούγαμε βήματα γύρω από το σπίτι μέχρι το πρωί και φοβόμασταν. Πάντα αναρωτιόμασταν τι ήταν αυτοί οι ήχοι, αλλά δεν μπορούσαμε να το μάθουμε. Μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων το 2003, ήρθαν εδώ πολλοί Ελληνοκύπριοι συγχωριανοί μας. Ανάμεσά τους υπήρχαν και πολύ καλοί μας φίλοι. Όταν συναντηθήκαμε, αρχίσαμε να μιλάμε για τα παλιά. Κάποια στιγμή η συζήτηση έφτασε στα βήματα που ακούγαμε και τους το ανέφερα. «Εμείς ήμασταν αυτοί που ακούγατε. Ήμουν κι εγώ ανάμεσά τους. Για να σας προστατεύσουμε, φυλάγαμε σκοπιά γύρω από εκείνο το σπίτι όλη τη νύχτα» μου είπε. Γιατί, παρόλο που ήταν λίγοι, στο χωριό υπήρχαν κάποιοι ΕΟΚΑτζήδες. Φαίνεται πως εκείνοι φύλαγαν σκοπιά για να μας προστατεύσουν από αυτούς. «Αν θέλετε να σκοτώσετε αυτούς τους Τούρκους, θα πρέπει πρώτα να σκοτώσετε εμάς» είχαν πει στους ΕΟΚΑτζήδες. Αυτό το μάθαμε 30 χρόνια αργότερα.

 

Η αδελφή του Özbarışcı

Σε αυτό το σημείο παρεμβαίνει η αδελφή του Mehmet Özbarışcı, Müsteyde Geylan (Müsteyde Behlül), η οποία βρισκόταν μαζί μας κατά τη διάρκεια της συνέντευξης: «Το πρωί της 20ής Ιουλίου ακούσαμε να χτυπάει η πόρτα. Τότε ήμασταν ακόμη ανύπαντρες. Ήρθαν τρεις-τέσσερις Ελληνοκύπριοι από το χωριό και είπαν στον πατέρα μου: “Άνοιξε το παντοπωλείο, πάρε ό,τι χρειάζεσαι, για να μην μείνουν τα παιδιά νηστικά”. Μάλιστα, μας είπαν να ενημερώσουμε και τα άλλα χωριά: “Θα ανοίξουμε τον συνεταιρισμό αυτή την ώρα, ελάτε να προμηθευτείτε ό,τι χρειάζεστε”. Ακόμη και τις ημέρες του πολέμου δεν είχαμε κανένα πρόβλημα με τους Ελληνοκύπριους. Οι στρατιώτες έριχναν βόμβες απ’ έξω κι εμείς πίναμε καφέ στα ίδια σπίτια. Υπήρχαν βέβαια κάποιοι υποστηρικτές του Γρίβα που έλεγαν διάφορα, όπως υπήρχαν και κάποιοι δικοί μας φανατικοί, αλλά όλοι οι υπόλοιποι είχαν πολύ καλές σχέσεις μεταξύ τους. Ήμασταν σαν αδέλφια. Ακόμη και σήμερα δεν υπάρχει μίσος ανάμεσά μας και στους παλιούς μας γείτονες».

 

Ε/Κ σώζει Τ/Κ

Οι ντόπιοι αυτού του χωριού, το 2002, πριν ακόμη αρχίσουν οι αμοιβαίες διελεύσεις, είχαν οργανώσει μια συνάντηση και είχαν βρεθεί στην Πύλα. Είχαν στρώσει τραπέζια, έφαγαν και ήπιαν μαζί και θυμήθηκαν τις παλιές ημέρες. Με αφορμή όσα είπε η αδελφή του, ο Mehmet Özbarışcı θυμάται ακόμη ένα περιστατικό. Μάς το διηγείται συναισθηματικά φορτισμένος: «Μια μέρα καθόμασταν στο καφενείο των Ελληνοκυπρίων. Ήρθε ένας Έλληνας στρατιώτης. “Ακούσαμε ότι υπάρχουν Τούρκοι σε αυτό το χωριό. Δείξτε μας πού βρίσκονται” είπε. Ο Ελληνοκύπριος καφετζής ρώτησε: “Τι θα τους κάνετε;”. Ο Έλληνας στρατιώτης απάντησε: “Θα τους σκοτώσουμε” Ο καφετζής γύρισε και είπε: “Μπαααα, αυτοί έχουν φύγει εδώ και ώρα. Ελάτε να καθίσετε, να σας φτιάξω έναν καφέ. Έχουν φύγει από καιρό, δεν πρόκειται να τους βρείτε”. Πήγε προς την εστία, μας έκανε ένα διακριτικό νεύμα με τα μάτια και τα φρύδια, και εμείς σηκωθήκαμε και φύγαμε αργά-αργά. Και δεν ήταν μόνο ο καφετζής. Υπήρχαν εκεί και πολλοί άλλοι Ελληνοκύπριοι. Κανένας τους δεν αντέδρασε διαφορετικά από τον καφετζή ούτε τον διέψευσε. Γιατί εμείς δεν είχαμε μάθει να φερόμαστε έτσι ο ένας στον άλλον».

 

Πολιτικοί και ειρήνη

Πιστεύετε, λοιπόν, ότι ύστερα από όλα όσα έχουν συμβεί, είναι δυνατόν να επιστρέψουμε στο παρελθόν; Αν σας έπαιρναν τώρα και σας έβαζαν ξανά στο ίδιο χωριό μαζί με τους παλιούς Ελληνοκύπριους γείτονές σας, τι θα αισθανόσασταν;

Θα χαιρόμουν πάρα πολύ. Αλλά δεν είναι εύκολο να επιστρέψουμε στις παλιές ημέρες. Πάνω απ’ όλα, δεν πιστεύω ότι οι πολιτικοί που μας κυβερνούν θέλουν πραγματικά την ειρήνη.

 

Και οι απλοί άνθρωποι;

Η Εκκλησία και τα ελληνοκυπριακά σχολεία δεν έμειναν ποτέ αδρανή. Καλλιέργησαν τον φανατισμό στα παιδιά. Δεν πιστεύω ότι το 75% των Ελληνοκυπρίων λαού θέλει την ειρήνη. Ως άνθρωποι είναι πολύ καλοί και τα πηγαίναμε πολύ καλά. Όταν όμως έρχεται η συζήτηση στο Κυπριακό, τα πράγματα είναι διαφορετικά. Μετά το 2003 εργάστηκα για δέκα χρόνια στον νότο. Και οι Ελληνοκύπριοι φίλοι μου εκεί έλεγαν συνεχώς: «Να γίνει ειρήνη, να ζήσουμε μαζί». Αλλά είναι η ειρήνη που καταλαβαίνουν εκείνοι είναι ίδια με τη δική μου αντίληψη για την ειρήνη; Εκείνοι θέλουν να μας διοικούν. Μπορείς να κάνεις ειρήνη με τους Ελληνοκύπριους μέσα σε 24 ώρες, αρκεί να τους παραδώσεις όλους τους διοικητικούς θεσμούς. Εσύ, ως κοινότητα, δεν θα έχεις κανένα δικαίωμα, θα έχεις μόνο ατομικά δικαιώματα. Ο Τούρκος δεν θα δίνει ποτέ εντολές σε εκείνους, πάντα εκείνοι θα δίνουν εντολές σε εμάς. Θα μας διοικούν οι ίδιοι. Και από τη δική μας πλευρά υπάρχουν πολλοί που δεν θέλουν την ειρήνη. Κάποιος ήρθε εδώ και του έδωσαν 2.000-3.000 στρέμματα γης για να καλλιεργεί κριθάρι. Ήρθαν εδώ, πήραν σπίτια, πήραν κήπους, πήραν χωράφια… Δωρεάν! Χωρίς να πληρώσουν ούτε μία δεκάρα, απέκτησαν μεγάλα οφέλη. Πήραν ελληνοκυπριακές περιουσίες, τις πούλησαν, έβαλαν τα χρήματα στις τσέπες τους, αγόρασαν τα πιο καινούργια αυτοκίνητα και κάνουν επίδειξη. Εσείς πιστεύετε ότι αυτοί θέλουν τώρα την ειρήνη; Θέλουν να φαίνεται ότι τη θέλουν, αλλά δεν τη θέλουν. Εγώ δούλεψα δέκα χρόνια για να μπορέσω να αγοράσω ένα αυτοκίνητο. Εκείνος πηγαίνει και αγοράζει ένα ακριβότερο αυτοκίνητο και μου κάνει επίδειξη [..] Εμείς θέλουμε την ειρήνη. Υπάρχει κάτι καλύτερο από την ειρήνη; Εμείς θέλουμε να μην πεθάνει κανείς!

ΤΑ ΑΚΙΝΗΤΑ ΤΗΣ ΕΒΔΟΜΑΔΑΣ

Λογότυπο Altamira

Πολιτική Δημοσίευσης Σχολίων

Οι ιδιοκτήτες της ιστοσελίδας www.politis.com.cy διατηρούν το δικαίωμα να αφαιρούν σχόλια αναγνωστών, δυσφημιστικού και/ή υβριστικού περιεχομένου, ή/και σχόλια που μπορούν να εκληφθεί ότι υποκινούν το μίσος/τον ρατσισμό ή που παραβιάζουν οποιαδήποτε άλλη νομοθεσία. Οι συντάκτες των σχολίων αυτών ευθύνονται προσωπικά για την δημοσίευση τους. Αν κάποιος αναγνώστης/συντάκτης σχολίου, το οποίο αφαιρείται, θεωρεί ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το αληθές του περιεχομένου του, μπορεί να τα αποστείλει στην διεύθυνση της ιστοσελίδας για να διερευνηθούν. Προτρέπουμε τους αναγνώστες μας να κάνουν report / flag σχόλια που πιστεύουν ότι παραβιάζουν τους πιο πάνω κανόνες. Σχόλια που περιέχουν URL / links σε οποιαδήποτε σελίδα, δεν δημοσιεύονται αυτόματα.

Διαβάστε περισσότερα