Την ώρα που η Κύπρος αναζητεί λύσεις για την ενεργειακή επάρκεια, το υψηλό κόστος ρεύματος και την ανάγκη ουσιαστικού ανταγωνισμού στην ηλεκτροπαραγωγή, η επένδυση της Power Energy Cyprus επανέρχεται στο προσκήνιο. Ο πρώτος ιδιωτικός ηλεκτροπαραγωγός σταθμός της χώρας βρίσκεται κοντά στη λειτουργία, ωστόσο παραμένουν εκκρεμότητες που καθυστερούν την ενεργοποίησή του, σε μια περίοδο κατά την οποία η ανάγκη για περισσότερη παραγωγική ισχύ θεωρείται πλέον κρίσιμη.
Η επάρκεια στο επίκεντρο
Σε μια περίοδο κατά την οποία το κόστος ηλεκτρισμού παραμένει μία από τις μεγαλύτερες πιέσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις, το ζήτημα της ενεργειακής επάρκειας επανέρχεται με ακόμα μεγαλύτερη ένταση στον δημόσιο διάλογο. Η Κύπρος εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ενεργειακό μοντέλο που δοκιμάζεται από υψηλές τιμές, περιορισμένη παραγωγική ευελιξία και καθυστερήσεις σε κρίσιμες υποδομές.
Το θέμα δεν είναι θεωρητικό. Ιδιαίτερα κάθε καλοκαίρι, όταν η ζήτηση ηλεκτρισμού αυξάνεται σημαντικά λόγω των υψηλών θερμοκρασιών, η επάρκεια του συστήματος επανέρχεται επιτακτικά στο προσκήνιο. Την ίδια ώρα, η λειτουργία πρόσθετων μονάδων αφαλάτωσης για κάλυψη των αναγκών σε νερό, αυξάνει περαιτέρω τις ενεργειακές απαιτήσεις. Με απλά λόγια, η χώρα χρειάζεται περισσότερη παραγωγή, περισσότερη ασφάλεια και περισσότερες επιλογές. Η ενεργειακή επάρκεια, ξεκάθαρα, αποτελεί ζήτημα εθνικής σημασίας. Επομένως, η Κύπρος δεν έχει, σε καμία περίπτωση, την πολυτέλεια να καθυστερεί έργα που προσθέτουν νέα παραγωγική ισχύ στο σύστημα.
Η θέση του Υπουργείου Ενέργειας
Σε πρόσφατη συζήτηση στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ενέργειας, ο Υπουργός Ενέργειας, κ. Μιχάλης Δαμιανός, υπογράμμισε ότι η ολοκλήρωση του Βασιλικού αποτελεί μονόδρομο για την ασφάλεια του ηλεκτρικού συστήματος της χώρας. Παράλληλα, ανέφερε ότι χωρίς την εισαγωγή φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή και χωρίς την ένταξη νέων μονάδων παραγωγής από την ΑΗΚ και τη PEC, η χώρα ενδέχεται να αντιμετωπίσει έλλειμμα ισχύος από το 2030 και μετά.
Η αναφορά αυτή έχει ιδιαίτερη βαρύτητα. Γιατί επιβεβαιώνει ότι η Power Energy Cyprus δεν αποτελεί απλώς μια ιδιωτική επένδυση στον τομέα της ενέργειας, αλλά μέρος του ευρύτερου σχεδιασμού για την επάρκεια και την ασφάλεια του ηλεκτρικού συστήματος της χώρας.
Η μεγαλύτερη ιδιωτική ενεργειακή επένδυση
Η PEC αποτελεί σήμερα τη μεγαλύτερη ιδιωτική ενεργειακή επένδυση στην Κύπρο, ύψους περίπου €211 εκατομμυρίων. Ο πρώτος ιδιωτικός ηλεκτροπαραγωγός σταθμός της χώρας, αποτελεί ουσιαστικά την πρώτη εναλλακτική στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, σε μια αγορά που για δεκαετίες ολόκληρες λειτουργούσε χωρίς πραγματικό ανταγωνισμό στην παραγωγή.
Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας, ο σταθμός μπορεί να καλύψει περίπου το 30% των ενεργειακών αναγκών της Κύπρου. Με την έλευση του φυσικού αερίου, θα μπορεί να παράγει ηλεκτρισμό με κόστος έως και 30% χαμηλότερο από τα σημερινά επίπεδα. Ένα ιδιαίτερα σημαντικό στοιχείο, αν αναλογιστεί κανείς πόσο πολύ το ενεργειακό κόστος επηρεάζει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Ο σταθμός έχει σχεδιαστεί για να λειτουργεί με φυσικό αέριο. Ωστόσο, λόγω της μεγάλης καθυστέρησης στην έλευσή του στην Κύπρο, η εταιρεία προχώρησε στις αναγκαίες τεχνικές τροποποιήσεις ώστε να μπορεί να λειτουργήσει με diesel. Αυτό σημαίνει ότι, εφόσον ολοκληρωθούν οι εκκρεμείς διαδικασίες, ο σταθμός μπορεί να προσθέσει άμεσα παραγωγική ισχύ στο ενεργειακό σύστημα του τόπου και να συμβάλλει στην επάρκεια, ιδιαίτερα σε αυτή την τόσο κομβική περίοδο.
Οι εκκρεμότητες που καθυστερούν τη λειτουργία
Παρά την ετοιμότητα του έργου και την προφανή αναγκαιότητα να τεθεί σε λειτουργία το συντομότερο δυνατόν, αυτή καθυστερεί ένεκα εκκρεμοτήτων που αφορούν υποστηρικτικές υποδομές. Σύμφωνα με την εταιρεία, ο κύριος ηλεκτροπαραγωγός σταθμός ήταν πλήρως αδειοδοτημένος. Το ζήτημα που παραμένει σε εκκρεμότητα αφορά το αντλιοστάσιο και τους αγωγούς, δηλαδή υποδομές απαραίτητες για τη λειτουργία του σταθμού.
Οι συγκεκριμένες υποδομές, όπως αναφέρει η εταιρεία, κατασκευάστηκαν κατόπιν υποδείξεων του Υπουργείου Άμυνας. Αναφέρει, επίσης, ότι για τις υποδομές αυτές εκτελέστηκαν αντισταθμιστικά έργα, ύψους περίπου €2 εκατομμυρίων προς όφελος του Υπουργείου Άμυνας. Η εταιρεία σημειώνει ότι, από τη στιγμή που ενημερώθηκε πως απαιτείται πρόσθετη αδειοδότηση, προχώρησε στις προβλεπόμενες διαδικασίες.
Το σημείο στο οποίο εστιάζει πλέον η εταιρεία, αφορά τη μη συγκατάθεση της ΑΗΚ για την αδειοδότηση του αντλιοστασίου, η οποία επικαλείται μίσθωση τεμαχίου από το 1995, το οποίο ωστόσο δεν αξιοποιείται από την ΑΗΚ και βρίσκεται εκτός των δικών της ορίων.
Ο ρόλος της ΑΗΚ
Το γεγονός ότι η ΑΗΚ, ως ο δεσπόζων παίκτης στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο, εγείρει ένσταση για υποδομές που είναι απαραίτητες ώστε να λειτουργήσει ο πρώτος ιδιωτικός ανταγωνιστής της στην αγορά, εγείρει εύλογα ερωτήματα, σημειώνει η PEC. Η εταιρεία θεωρεί ότι η στάση αυτή καθυστερεί τη λειτουργία μιας επένδυσης, η οποία θα μπορούσε να ενισχύσει την επάρκεια, να αυξήσει τον ανταγωνισμό και να συμβάλλει αισθητά στη μείωση του κόστους ηλεκτρισμού.
«Η μη συγκατάθεση της ΑΗΚ για τη λειτουργία του αντλιοστασίου, το οποίο κατασκευάστηκε καθ’ υπόδειξη του Υπουργείου Άμυνας έναντι αντισταθμιστικών μέτρων -ύψους 2 εκ. ευρώ- παραμένει το βασικό εμπόδιο στην ανανέωση της άδειας του σταθμού και κατ’ επέκταση στη λειτουργία του. Αυτό εμποδίζει τη λειτουργία μιας επένδυσης που θα μπορούσε να ενισχύσει την επάρκεια, να αυξήσει τον ανταγωνισμό και να μειώσει το κόστος ηλεκτρισμού, χωρίς τον ορατό κίνδυνο του black out», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Οι κινητοποιήσεις και το ευρύτερο ερώτημα για την αγορά
Η χρονική συγκυρία με τις κινητοποιήσεις των συντεχνιών της ΑΗΚ, αναδεικνύει ακόμα περισσότερο την ευρύτερη συζήτηση για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας, αλλά και για το πόσο ευάλωτη είναι σε πιέσεις. Το ερώτημα που τίθεται στην προκειμένη είναι κατά πόσο η Κύπρος μπορεί να συνεχίσει να εξαρτάται από περιορισμένες επιλογές παραγωγής, την ώρα που υπάρχει έτοιμη ιδιωτική επένδυση που μπορεί να προσθέσει ισχύ στο σύστημα.
Η Ανταγωνιστική Αγορά Ηλεκτρισμού δεν μπορεί να λειτουργήσει πραγματικά, με απτά οφέλη για τους καταναλωτές, χωρίς περισσότερους συμμετέχοντες. Αυτό είναι δεδομένο. Ο ανταγωνισμός χρειάζεται παραγωγούς, επενδύσεις και δυνατότητα ίσης πρόσβασης στην αγορά. Όσο η είσοδος νέων παραγωγών καθυστερεί, οι καταναλωτές θα συνεχίσουν να πληρώνουν υψηλό κόστος, ενώ η χώρα θα παραμένει εκτεθειμένη σε κινδύνους επάρκειας.
Ζήτημα δημόσιου συμφέροντος
Το θέμα, επομένως, δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μια ιδιωτική διαφορά μεταξύ δύο οργανισμών. Είναι θέμα ενεργειακής πολιτικής, ανταγωνισμού και δημόσιου συμφέροντος. Η κυβέρνηση οφείλει να ενθαρρύνει επενδύσεις που ενισχύουν την παραγωγή, μειώνουν την εξάρτηση από έναν μόνο πάροχο και δημιουργούν συνθήκες χαμηλότερου κόστους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Η PEC, από την πλευρά της, ξεκαθαρίζει ότι δεν ζητά ειδική μεταχείριση. Ζητά να ολοκληρωθούν οι διαδικασίες με τον σωστό τρόπο, ώστε να μπορέσει να λειτουργήσει νόμιμα μια επένδυση που έχει υλοποιηθεί σε μεγάλο βαθμό και βρίσκεται κοντά στη λειτουργία. Η καθυστέρηση, άλλωστε, τέτοιων έργων στέλνει λανθασμένο μήνυμα στην αγορά και τους επενδυτές, ιδιαίτερα όταν η χώρα δηλώνει ότι επιδιώκει ανταγωνισμό, ενεργειακή ασφάλεια και μείωση του ενεργειακού κόστους.
Το πραγματικό διακύβευμα
Στην προκειμένη, το ζήτημα δεν είναι μόνο η λειτουργία ενός ιδιωτικού σταθμού. Είναι αν η Κύπρος θα αποκτήσει πραγματικό ανταγωνισμό στην παραγωγή ηλεκτρισμού. Είναι αν οι καταναλωτές θα αφεθούν να πληρώνουν ακριβό ρεύμα, χωρίς ουσιαστική εναλλακτική. Είναι αν η χώρα θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο περικοπών κάθε καλοκαίρι, ενώ υπάρχουν επενδύσεις που μπορούν να ενισχύσουν άμεσα το σύστημα.
Το επόμενο διάστημα θα είναι καθοριστικό. Οι αποφάσεις που θα ληφθούν δεν αφορούν μόνο τη PEC. Αφορούν το ενεργειακό μοντέλο με το οποίο η Κύπρος θα προχωρήσει τα επόμενα χρόνια. Περισσότερη παραγωγή, περισσότερος ανταγωνισμός και χαμηλότερο κόστος ενέργειας αποτελούν ζητούμενα για την οικονομία και την κοινωνία. Ο σταθμός της PEC μπορεί, σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας, να συμβάλλει καθοριστικά και στα τρία.






