Γράφει η Βίβιαν Αβρααμίδου
Χθες το βράδυ, καθώς κοιτούσα το Facebook, είχα την αίσθηση ότι για λίγες ώρες η Κύπρος ξέχασε πως είναι μοιρασμένη.
Δεν θυμάμαι να έχω ξαναδεί κάτι παρόμοιο. Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, άνθρωποι με διαφορετικές πολιτικές απόψεις, διαφορετικές διαδρομές και διαφορετικές μνήμες, έγραφαν σχεδόν τα ίδια λόγια. «Έφυγε μια μεγάλη Κύπρια». «Αναντικατάστατη». «Δεν μπορώ να το πιστέψω». Δεν ήταν μια τυπική έκφραση θλίψης. Ήταν η αίσθηση ότι χάθηκε ένας άνθρωπος που ανήκε σε όλους.
Η γυναίκα για την οποία μιλούσαν ήταν η Τουρκοκύπρια δημοσιογράφος Σεβγκιούλ Ουλουντάγ. Ίσως πολλοί στην Ελλάδα να μην γνωρίζουν το όνομά της. Στην Κύπρο όμως υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από μια δημοσιογράφος. Υπήρξε μια γυναίκα που αφιέρωσε σχεδόν ολόκληρη τη ζωή της σε μία από τις πιο δύσκολες αποστολές που θα μπορούσε να αναλάβει ένας άνθρωπος.
Να αναζητήσει την αλήθεια για τους αγνοουμένους και τους δολοφονημένους της Κύπρου. Για τα θύματα των διακοινοτικών συγκρούσεων του 1963-64, αλλά και της τουρκικής εισβολής του 1974. Όχι μέσα από επίσημους φακέλους και κρατικά αρχεία, αλλά μέσα από τους ίδιους τους ανθρώπους. Από εκείνους που είχαν υπάρξει μάρτυρες, που γνώριζαν και σιωπούσαν επί δεκαετίες. Πρόλαβε να τους συναντήσει όσο ακόμη ζούσαν. Και κατάφερε κάτι που ίσως φάνταζε αδύνατο: να τους κάνει να μιλήσουν.
Στην Κύπρο, όπου η μνήμη είναι συχνά πιο βαριά από την ίδια την ιστορία, αυτό ήταν ίσως το μεγαλύτερο επίτευγμά της. Δεν συγκέντρωσε μόνο πληροφορίες. Κέρδισε την εμπιστοσύνη των ανθρώπων. Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι τής εμπιστεύονταν αλήθειες που δεν είχαν αποκαλύψει ούτε στους πιο κοντινούς τους ανθρώπους. Γιατί ήξεραν ότι δεν αναζητούσε ενόχους για να δικαιώσει τη μία ή την άλλη πλευρά. Αναζητούσε τους νεκρούς για να δικαιώσει τους ζωντανούς.
Δεν έψαχνε να αποδείξει ποιος είχε περισσότερο δίκιο. Έψαχνε να αποδείξει ότι καμία μάνα δεν πονά λιγότερο επειδή μιλά μια άλλη γλώσσα.
Σε μια Κύπρο όπου σχεδόν τα πάντα χωρίζονται σε «δικούς μας» και «δικούς τους», η Σεβγκιούλ αφιέρωσε τη ζωή της στους ανθρώπους που δεν ανήκαν πια σε καμία πλευρά: στους αγνοουμένους, στους νεκρούς, στις οικογένειες που περίμεναν μια απάντηση. Για χρόνια μάθαμε να μετράμε μόνο τους δικούς μας νεκρούς. Εκείνη μας έμαθε ότι ο πόνος δεν έχει κοινότητα.
Χάρη στη δική της επιμονή, δεκάδες οικογένειες, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι, μπόρεσαν ύστερα από δεκαετίες να θάψουν τους ανθρώπους τους. Για όσους δεν έχουν ζήσει αυτή την αναμονή, ίσως αυτό να μοιάζει μια απλή πληροφορία. Δεν είναι. Είναι η διαφορά ανάμεσα σε μια πληγή που μένει για πάντα ανοιχτή και σε έναν άνθρωπο που μπορεί επιτέλους να αφήσει λίγα λουλούδια πάνω σε έναν τάφο.
Κάποτε το όνομά της προτάθηκε για το Νόμπελ Ειρήνης. Αν το είχε πάρει, θα ήταν μια δίκαιη αναγνώριση. Αν δεν το πήρε, δεν αλλάζει τίποτε. Υπάρχουν άνθρωποι που ξεπερνούν ακόμη και τα βραβεία. Η μεγαλύτερη αναγνώριση δεν είναι ένα βραβείο. Είναι να μπορείς να κοιτάζεις πίσω και να ξέρεις ότι έκανες τον κόσμο λίγο πιο ανθρώπινο απ' ό,τι τον βρήκες.
Το δύσκολο όμως δεν είναι να αποχαιρετήσουμε σήμερα τη Σεβγκιούλ Ουλουντάγ.
Το δύσκολο είναι να μη μείνει άδειος ο δρόμος που εκείνη άνοιξε.
Όσο περνούν τα χρόνια, οι τελευταίοι αυτόπτες μάρτυρες φεύγουν μαζί με τις αλήθειες που κουβαλούν. Η δουλειά της Σεβγκιούλ δεν ήταν μια δημοσιογραφική αποστολή που ολοκληρώθηκε. Είναι μια σκυτάλη που κάποιος πρέπει να συνεχίσει να κρατά. Γιατί όσο υπάρχουν οικογένειες που δεν ξέρουν πού βρίσκονται οι άνθρωποί τους, όσο υπάρχουν ιστορίες που δεν ειπώθηκαν ποτέ, όσο η αλήθεια εξακολουθεί να φοβάται τη σιωπή, το έργο της παραμένει ζωντανό.
Η Σεβγκιούλ πέρασε τη ζωή της ξεθάβοντας ανθρώπους. Όχι για να ξυπνήσει το μίσος, αλλά για να μπορέσουν οι ζωντανοί να συνεχίσουν να ζουν. Μας δίδαξε ότι η συμφιλίωση δεν χτίζεται πάνω στη λήθη. Χτίζεται πάνω στην αλήθεια.
Γιατί άνθρωποι σαν τη Σεβγκιούλ δεν διασώζουν μόνο τη μνήμη των νεκρών. Αποκαθιστούν και την εμπιστοσύνη των ζωντανών πως η Κύπρος μπορεί κάποτε να ξαναβρεί τον καλύτερό της εαυτό.
Χθες το βράδυ, για λίγες ώρες, η Κύπρος πέτυχε αυτό που δεν κατάφερε η πολιτική· Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι δεν συζητούσαν για το ποιος είχε δίκιο. Έκλαιγαν την ίδια γυναίκα. Ίσως γιατί, βαθιά μέσα μας, όλοι ξέρουμε ότι άνθρωποι σαν τη Σεβγκιούλ Ουλουντάγ δεν ανήκουν σε μια κοινότητα. Ανήκουν στην Κύπρο ολόκληρη.
Η πολιτική μπορεί να υπογράψει μια συμφωνία. Δεν μπορεί, από μόνη της, να γεννήσει εμπιστοσύνη. Αυτή τη δουλειά την κάνουν οι άνθρωποι. Και η Σεβγκιούλ το απέδειξε με τη ζωή της.
Μακάρι να μη χρειάζεται να χάνουμε τους καλύτερούς μας για να θυμόμαστε πόσα μας ενώνουν.







