(Μέρος 2)
Οι επιπτώσεις του κόστους που παρουσίασα στο πρώτο μέρος αυτού του άρθρου, γίνονται πιο κατανοητές όταν μεταφραστούν σε αυτό που πραγματικά ενδιαφέρει τους καταναλωτές: την τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας.
Για πολλά χρόνια, η δημόσια συζήτηση στην Κύπρο βασιζόταν στην παραδοχή ότι η αντικατάσταση του πετρελαίου από φυσικό αέριο θα οδηγούσε αυτόματα σε σημαντικά χαμηλότερες τιμές ηλεκτρισμού. Η παραδοχή αυτή ήταν εύλογη, όταν το έργο εισαγωγής LNG στο Βασιλικό αναμενόταν να κοστίσει περίπου 300 εκατομμύρια ευρώ.
Γίνεται, όμως, πολύ λιγότερο βέβαιη, όταν η επένδυση που απαιτείται για να φτάσει το φυσικό αέριο στην Κύπρο έχει αυξηθεί κατά πολλές φορές.
Από την τιμή του φ.α. στο κόστος ηλεκτροπαραγωγής
Το φυσικό αέριο εξακολουθεί να αποτελεί αποδοτικότερο καύσιμο από το μαζούτ. Οι μονάδες συνδυασμένου κύκλου μετατρέπουν περίπου το 55-60% της ενέργειας του καυσίμου σε ηλεκτρισμό, έναντι μόλις 35-40% στις συμβατικές ατμοηλεκτρικές μονάδες που λειτουργούν με πετρελαϊκά καύσιμα. Παράλληλα, η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από φυσικό αέριο εκπέμπει σημαντικά λιγότερο διοξείδιο του άνθρακα, μειώνοντας το κόστος αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών (EU ETS). Τα πλεονεκτήματα αυτά εξακολουθούν να ισχύουν. Το πρόβλημα είναι ότι αντισταθμίζονται όλο και περισσότερο από το πολύ υψηλότερο κόστος μεταφοράς και διάθεσης του ίδιου του φυσικού αερίου.
Οι τιμές αντιπροσωπεύουν το κόστος παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας, δηλαδή το κόστος που αντιστοιχεί στην παραγωγή και προμήθεια ηλεκτρισμού, πριν από τη ρήτρα καυσίμων, τις χρεώσεις μεταφοράς και διανομής και τις υπόλοιπες ρυθμιζόμενες επιβαρύνσεις.
Οι αριθμοί αυτοί είναι αναγκαστικά προσεγγιστικοί, καθώς εξαρτώνται από τις μελλοντικές τιμές των δικαιωμάτων εκπομπών, τη διαφορά τιμών μεταξύ των διαφόρων πετρελαϊκών προϊόντων και τον τρόπο λειτουργίας των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής.
Παρ' όλα αυτά, αναδεικνύουν ένα ιδιαίτερα σημαντικό συμπέρασμα.
Αντί να παράγει σημαντικά φθηνότερο ηλεκτρισμό, το εισαγόμενο LNG, με βάση τα νέα οικονομικά δεδομένα του έργου, ενδέχεται να οδηγεί σε κόστος ηλεκτροπαραγωγής σχεδόν ίδιο με εκείνο του υφιστάμενου πετρελαϊκού συστήματος.
Μάλιστα, εάν οι συνθήκες της αγοράς γίνουν λιγότερο ευνοϊκές – υψηλότερες τιμές LNG, ακόμη χαμηλότερη αξιοποίηση του τερματικού ή νέα αύξηση του κόστους του έργου – η παραγωγή ηλεκτρισμού από φυσικό αέριο θα μπορούσε να αποδειχθεί ακόμη και ελαφρώς ακριβότερη.
Οι επιπτώσεις για τους καταναλωτές
Το κόστος παραγωγής αποτελεί μόνο ένα μέρος της τελικής τιμής ηλεκτρικού ρεύματος που πληρώνουν τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις.
Στη συνέχεια προστίθενται οι χρεώσεις μεταφοράς και διανομής, οι υπηρεσίες συστήματος, το κόστος προμήθειας, οι επιβαρύνσεις για τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και ο ΦΠΑ.
Κατά συνέπεια, μια μικρή μεταβολή στο κόστος παραγωγής μεταφράζεται σε ακόμη μικρότερη μεταβολή στον τελικό λογαριασμό ηλεκτρικού ρεύματος.
Με βάση τις παραδοχές αυτής της ανάλυσης, οι καταναλωτές δεν θα πρέπει να αναμένουν ουσιαστική μείωση των λογαριασμών ηλεκτρισμού, σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα.
Πρόκειται για ένα αποτέλεσμα πολύ διαφορετικό από τις σημαντικές μειώσεις που αναμένονταν όταν το έργο ανακοινώθηκε για πρώτη φορά.
Η σημασία της τιμής του LNG
Ένα ακόμη ενδιαφέρον συμπέρασμα αυτής της ανάλυσης, είναι ότι οι μελλοντικές τιμές ηλεκτρισμού γίνονται πολύ λιγότερο ευαίσθητες στις διακυμάνσεις της διεθνούς τιμής του LNG από όσο συνήθως πιστεύεται.
Εάν η τιμή του LNG αυξηθεί κατά $1/MMBtu, το τελικό κόστος του φυσικού αερίου αυξάνεται περίπου κατά το ίδιο ποσό.
Όταν, όμως, το κόστος των υποδομών υπερβαίνει ήδη τα $7/MMBtu, οι μεταβολές της διεθνούς τιμής του LNG αποκτούν σχετικά μικρότερη σημασία από το σταθερό κόστος του ίδιου του τερματικού.
Με άλλα λόγια, όταν το έργο φτάσει στο σημερινό του επίπεδο κόστους, η οικονομική του βιωσιμότητα εξαρτάται περισσότερο από την ανάκτηση του επενδυτικού κεφαλαίου, παρά από τις διακυμάνσεις της διεθνούς αγοράς φυσικού αερίου.
Αυτό αποτελεί μια μάλλον ασυνήθιστη κατάσταση για έργο εισαγωγής LNG.
Πέρα από τα ήδη πραγματοποιηθέντα έξοδα
Τίποτε από τα παραπάνω δεν σημαίνει ότι το φυσικό αέριο έχει χάσει τη στρατηγική του αξία.
Εξακολουθεί να προσφέρει χαμηλότερες εκπομπές, υψηλότερη ενεργειακή απόδοση, μεγαλύτερη διαφοροποίηση των καυσίμων και ισχυρότερη ασφάλεια εφοδιασμού.
Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό.
Είναι κατά πόσο το συγκεκριμένο έργο εξακολουθεί να αποτελεί τον οικονομικότερο τρόπο για να επιτευχθούν αυτά τα οφέλη.
Οι οικονομολόγοι διαχωρίζουν τις ήδη πραγματοποιηθείσες δαπάνες (sunk costs), οι οποίες δεν μπορούν να ανακτηθούν, από τις μελλοντικές δαπάνες, οι οποίες εξακολουθούν να βρίσκονται υπό τον έλεγχο των υπευθύνων λήψης αποφάσεων.
Τα χρήματα που έχουν ήδη δαπανηθεί δεν θα πρέπει από μόνα τους να καθορίσουν αν το έργο θα συνεχιστεί.
Αυτό που έχει σημασία είναι αν η διάθεση επιπλέον εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ θα δημιουργήσει επαρκές οικονομικό όφελος, ώστε να δικαιολογεί τη συνέχιση της επένδυσης.
Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, απαιτείται σύγκριση της ολοκλήρωσης του υφιστάμενου έργου με τις εναλλακτικές επιλογές προμήθειας φυσικού αερίου για την Κύπρο. Αυτό ακριβώς θα εξετάσω στο τελευταίο άρθρο αυτής της σειράς.
Συμπεράσματα
Η επανεκτίμηση του έργου εισαγωγής LNG στο Βασιλικό, οδηγεί σε ένα αναπόφευκτο συμπέρασμα: Η διεθνής τιμή του LNG δεν αποτελεί πλέον τον σημαντικότερο παράγοντα που καθορίζει το κόστος του φυσικού αερίου στην Κύπρο. Ο κυρίαρχος παράγοντας είναι πλέον το κόστος των ίδιων των υποδομών.
Ένα έργο που σχεδιάστηκε για να μειώσει το κόστος του ηλεκτρισμού μπορεί ακόμη να εξυπηρετήσει σημαντικούς περιβαλλοντικούς και στρατηγικούς στόχους. Η δυνατότητά του, όμως, να προσφέρει ουσιαστικά φθηνότερη ηλεκτρική ενέργεια έχει αποδυναμωθεί σημαντικά εξαιτίας της αύξησης του κόστους, των καθυστερήσεων και του μικρού μεγέθους της κυπριακής αγοράς φυσικού αερίου.
Αυτό δεν σημαίνει κατ' ανάγκην ότι το έργο μετατροπής της ηλεκτροπαραγωγής σε φυσικό αέριο πρέπει να εγκαταλειφθεί.
Σημαίνει, όμως, ότι η Κύπρος οφείλει πλέον να συγκρίνει την ολοκλήρωση του υφιστάμενου έργου με όλες τις εναλλακτικές επιλογές προμήθειας φυσικού αερίου, χρησιμοποιώντας ακριβώς τα ίδια οικονομικά κριτήρια.
Μόνο έτσι οι υπεύθυνοι χάραξης πολιτικής θα μπορέσουν να αποφασίσουν ποια λύση προσφέρει στη χώρα το χαμηλότερο κόστος, τη μεγαλύτερη ασφάλεια εφοδιασμού και τη μεγαλύτερη ευελιξία. Αυτός ακριβώς είναι ο στόχος του τελευταίου άρθρου της σειράς
*Ανώτερος συνεργάτης στο Παγκόσμιο Κέντρο Ενέργειας του Ατλαντικού Συμβουλίου @CharlesEllinas






