Η κλιματική κρίση δεν είναι πια μια δυσοίωνη πρόβλεψη επιστημόνων. Είναι η καθημερινότητα του Κύπριου πολίτη. Τη νιώθουμε όταν το θερμόμετρο ξεπερνά για μέρες τους 40 βαθμούς, όταν οι δεξαμενές αδειάζουν, όταν τα δάση μας καίγονται κάθε καλοκαίρι, όταν οι λογαριασμοί του ηλεκτρικού εκτοξεύονται επειδή το κλιματιστικό έχει μετατραπεί από επιλογή σε ανάγκη. Κι όμως, ενώ η Κύπρος συγκαταλέγεται στις περιοχές της Μεσογείου που θερμαίνονται ταχύτερα από τον παγκόσμιο μέσο όρο, εξακολουθούμε να λειτουργούμε σαν να έχουμε άπλετο χρόνο. Η Πολιτεία παραμένει εγκλωβισμένη στη λογική της διαχείρισης της επόμενης κρίσης αντί της προετοιμασίας για την επόμενη δεκαετία.
Οι πόλεις μας εξακολουθούν να επεκτείνονται με τσιμέντο αντί με πράσινο. Δέντρα κόβονται ευκολότερα από ό,τι φυτεύονται. Οι νέες αναπτύξεις δημιουργούν θερμικές νησίδες που μετατρέπουν τις αστικές περιοχές σε φούρνους κατά τους θερινούς μήνες. Τα πεζοδρόμια είναι αφιλόξενα, οι δημόσιοι χώροι ελάχιστοι και η σκιά έχει εξελιχθεί σε πολυτέλεια. Στο μεταξύ, η λειψυδρία αντιμετωπίζεται κάθε χρόνο σαν να μας αιφνιδιάζει. Παρότι οι επιστήμονες προειδοποιούν εδώ και δεκαετίες ότι η Κύπρος θα διαθέτει ολοένα λιγότερο νερό, συνεχίζουμε να καταναλώνουμε έναν από τους πολυτιμότερους φυσικούς μας πόρους χωρίς ουσιαστική στρατηγική εξοικονόμησης. Η προσαρμογή στην κλιματική κρίση εξακολουθεί να αντιμετωπίζεται περισσότερο ως σύνθημα παρά ως εθνικό σχέδιο.
Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι ο πολίτης είναι ανίσχυρος. Αντίθετα, όσο καθυστερεί το κράτος, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η σημασία των καθημερινών μας επιλογών. Η πρώτη μας άμυνα είναι το νερό. Κάθε διαρροή που επισκευάζεται, κάθε λίτρο που εξοικονομείται, κάθε κήπος που αντικαθιστά το γκαζόν με κυπριακά, ανθεκτικά φυτά αποτελεί μια μικρή επένδυση στο μέλλον. Η συλλογή βρόχινου νερού, η επαναχρησιμοποίηση όπου είναι εφικτό και η συνετή κατανάλωση δεν είναι πια οικολογικές ευαισθησίες. Είναι ζήτημα επιβίωσης.
Η δεύτερη είναι το ίδιο μας το σπίτι. Η θερμομόνωση, οι σκιάσεις, τα φωτοβολταϊκά, οι ηλιακοί θερμοσίφωνες και η φύτευση δέντρων γύρω από τις κατοικίες μειώνουν τη θερμοκρασία, περιορίζουν την κατανάλωση ενέργειας και προστατεύουν το οικογενειακό εισόδημα. Η ενεργειακή αυτάρκεια δεν είναι μόνο περιβαλλοντική επιλογή, είναι και οικονομική ασπίδα απέναντι στις ολοένα συχνότερες ενεργειακές κρίσεις.
Το ίδιο ισχύει και για τις μετακινήσεις μας. Κάθε διαδρομή που μπορεί να γίνει με τα πόδια, με ποδήλατο ή με δημόσια συγκοινωνία μειώνει όχι μόνο τις εκπομπές αλλά και την ασφυξία των πόλεων. Βεβαίως, για να συμβεί αυτό χρειάζονται ασφαλείς υποδομές, τις οποίες η Πολιτεία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει ως δευτερεύουσα προτεραιότητα.
Εξίσου σημαντικό είναι να επαναφέρουμε τη φύση στις γειτονιές μας. Ένα δέντρο δεν είναι διακοσμητικό στοιχείο. Είναι φυσικό κλιματιστικό. Ένας μικρός χώρος πρασίνου δεν είναι πολυτέλεια. Είναι υποδομή δημόσιας υγείας. Κάθε τετραγωνικό μέτρο πρασίνου μειώνει τη θερμοκρασία, βελτιώνει την ποιότητα του αέρα και κάνει τις πόλεις πιο ανθρώπινες. Η κλιματική προσαρμογή, όμως, δεν μπορεί να στηρίζεται μόνο στην ατομική ευθύνη. Δεν είναι δίκαιο να ζητάμε από τον πολίτη να εξοικονομεί νερό όταν οι απώλειες στα δίκτυα παραμένουν τεράστιες. Δεν αρκεί να του ζητάμε να φυτεύει δέντρα όταν επιτρέπουμε την αποψίλωση ώριμων αστικών χώρων για χάρη της άναρχης ανάπτυξης. Δεν μπορούμε να μιλάμε για πράσινη μετάβαση όταν ο πολεοδομικός σχεδιασμός εξακολουθεί να αγνοεί τις πραγματικότητες της κλιματικής κρίσης.
Η Κύπρος δεν χρειάζεται άλλη μία στρατηγική που θα μείνει στα συρτάρια. Χρειάζεται ένα εθνικό σχέδιο προσαρμογής με μετρήσιμους στόχους, γενναίες αποφάσεις και πολιτική βούληση. Και χρειάζεται πολίτες που δεν θα περιμένουν παθητικά να σωθούν από κάποιον άλλον. Η κλιματική κρίση δεν θα μας ρωτήσει αν είμαστε έτοιμοι. Το μόνο ερώτημα είναι αν θα συνεχίσουμε να αντιδρούμε αφού συμβεί το κακό ή αν θα αποφασίσουμε, επιτέλους, να προετοιμαστούμε. Γιατί σε μια χώρα όπως η Κύπρος, η προσαρμογή δεν είναι πλέον περιβαλλοντική πολιτική. Είναι εθνική αναγκαιότητα.
*Μέλος Κινήματος Οικολόγων






