Υπάρχει μια στιγμή στη ζωή κάθε μικρού κράτους κατά την οποία ο μεγαλύτερος κίνδυνος δεν είναι να υποτιμήσει τον αντίπαλό του. Είναι να υπερεκτιμήσει τη δική του επιρροή. Από εκείνη τη στιγμή και μετά, η στρατηγική αρχίζει να υποχωρεί μπροστά στην επικοινωνία και η πραγματικότητα παραχωρεί τη θέση της στο αφήγημα. Αυτή είναι, κατά τη γνώμη μου, η μεγαλύτερη παγίδα που διατρέχει σήμερα η κυπριακή εξωτερική πολιτική. Η σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα δεν ήταν μια σύνοδος για το Κυπριακό. Ήταν μια σύνοδος για τη νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας της Ευρώπης. Για την Ουκρανία. Για τη Μέση Ανατολή. Για την αμυντική βιομηχανία. Για τη στρατηγική σημασία της Τουρκίας σε μία περίοδο κατά την οποία η Δύση αναζητεί νέα ισορροπία απέναντι στη Ρωσία και στις ανακατατάξεις της ευρύτερης περιοχής. Δεν είναι τυχαίο ότι η κοινή δήλωση του Αντόνιο Κόστα και της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν μίλησε πρώτα για τη στρατηγική συνεργασία Ευρωπαϊκής Ένωσης και Τουρκίας και μόνο στη συνέχεια αναφέρθηκε στην ανάγκη προώθησης του Κυπριακού μέσα από τη διαδικασία των Ηνωμένων Εθνών. Αυτό δεν σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση εγκατέλειψε τις θέσεις της για την Κύπρο. Σημαίνει όμως κάτι πολύ πιο ουσιαστικό: ότι το Κυπριακό αποτελεί πλέον μία σημαντική παράμετρο μιας πολύ ευρύτερης γεωπολιτικής εξίσωσης. Η διαπίστωση αυτή δεν μειώνει την Κυπριακή Δημοκρατία. Αντίθετα, υπενθυμίζει ότι η σοβαρή διπλωματία οφείλει να ξεκινά από τη σωστή ανάγνωση της πραγματικότητας και όχι από την αναπαραγωγή ενός καθησυχαστικού πολιτικού αφηγήματος.
Κι όμως, η εικόνα που επιχειρήθηκε να δοθεί στη Λευκωσία ήταν διαφορετική. Καλλιεργήθηκε η εντύπωση ότι η Κυπριακή Δημοκρατία εξακολουθεί να κρατά σχεδόν αποκλειστικά το «κλειδί» των ευρωτουρκικών σχέσεων και ότι κάθε βήμα της Άγκυρας προς την Ευρώπη εξαρτάται πρωτίστως από τη δική της βούληση. Πρόκειται για μια αφήγηση πολιτικά χρήσιμη. Είναι όμως και επικίνδυνη. Διότι οι κυβερνήσεις οφείλουν να διαμορφώνουν πολιτική πάνω στην πραγματικότητα και όχι να προσαρμόζουν την πραγματικότητα στις ανάγκες της επικοινωνίας. Αυτό ακριβώς έρχεται να υπενθυμίσει η τελευταία Έκθεση Καλών Υπηρεσιών του Αντόνιο Γκουτέρες. Ο Γενικός Γραμματέας δεν περιγράφει μια διαδικασία που βαδίζει προς τη λύση. Δεν διαπιστώνει νέα δυναμική. Δεν μιλά για ουσιαστική πρόοδο. Αντίθετα, επαναλαμβάνει -για ακόμη μία φορά- ότι οι δύο πλευρές οφείλουν να επιδείξουν την αναγκαία πολιτική βούληση και δέσμευση. Υπενθυμίζει ότι σημαντικά Μέτρα Οικοδόμησης Εμπιστοσύνης παραμένουν ανεφάρμοστα, ότι τα νέα σημεία διέλευσης εξακολουθούν να εκκρεμούν και ότι η εφαρμογή όσων ήδη συμφωνήθηκαν θα αποτελούσε το πρώτο ουσιαστικό δείγμα αξιοπιστίας.
Το μήνυμα είναι σαφές. Οι μεγάλες πολιτικές συμφωνίες δεν αρχίζουν από τις μεγάλες δηλώσεις. Αρχίζουν από την εφαρμογή των μικρών δεσμεύσεων. Εξίσου αποκαλυπτική είναι και η αναφορά του στις εξελίξεις μέσα στη νεκρή ζώνη. Ο Γενικός Γραμματέας εκφράζει ανησυχία για ενέργειες και των δύο πλευρών, οι οποίες, όπως σημειώνει, υπονομεύουν το στρατιωτικό στάτους κβο και δυσχεραίνουν το κλίμα εμπιστοσύνης. Ανεξάρτητα από το αν συμφωνεί κανείς ή όχι με αυτή τη διατύπωση, ένα είναι βέβαιο: δεν μπορεί να αποσιωπάται. Ούτε να καλύπτεται από την επικοινωνιακή προβολή επιμέρους διπλωματικών επαφών.
Την ίδια σχεδόν ημέρα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, στην ετήσια έκθεσή της για τον κανονισμό της Πράσινης Γραμμής, κατέγραφε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά εμπόδια στο δικοινοτικό εμπόριο, στις τραπεζικές συναλλαγές και στην οικονομική συνεργασία των δύο κοινοτήτων. Με άλλα λόγια, οι ίδιοι οι ευρωπαϊκοί θεσμοί υποδείκνυαν ότι υπάρχουν περιθώρια πολιτικών πρωτοβουλιών που παραμένουν αναξιοποίητα.
Οι δύο εκθέσεις δεν αμφισβητούν τις θέσεις της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αμφισβητούν κάτι διαφορετικό. Την επάρκεια των πράξεων. Και αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο πολιτικό μήνυμα των τελευταίων ημερών.
Η διπλωματία δεν είναι δημόσιες σχέσεις. Δεν είναι η τέχνη να παρουσιάζεις μια ευνοϊκή εικόνα των εξελίξεων. Είναι η δύσκολη άσκηση της συνεχούς προσαρμογής σε έναν κόσμο που αλλάζει ταχύτερα από τις βεβαιότητές μας.
Η Κύπρος διαθέτει σημαντικά διπλωματικά πλεονεκτήματα: το διεθνές δίκαιο, την ιδιότητα του κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας και μια ισχυρή διεθνή νομιμοποίηση. Αυτά όμως δεν αρκούν από μόνα τους. Χρειάζονται στρατηγική ψυχραιμία, αξιοπιστία και τη διαρκή ικανότητα να διαβάζεις σωστά τους μεταβαλλόμενους συσχετισμούς ισχύος. Οι κυβερνήσεις έχουν κάθε δικαίωμα να διαμορφώνουν το πολιτικό τους αφήγημα. Δεν έχουν όμως το προνόμιο να διαμορφώνουν την πραγματικότητα. Γιατί η πραγματικότητα είναι πάντοτε ισχυρότερη από την επικοινωνία. Οι μικρές χώρες δεν επιβιώνουν επειδή υπερεκτιμούν τη δύναμή τους. Επιβιώνουν επειδή διαβάζουν σωστά τον κόσμο γύρω τους. Από τη στιγμή που αρχίζουν να πιστεύουν περισσότερο την εικόνα που κατασκευάζουν για τον εαυτό τους παρά τους πραγματικούς συσχετισμούς ισχύος, η διπλωματία παύει να είναι στρατηγική. Γίνεται επικοινωνία. Και τότε γεννιέται η αυταπάτη της επικοινωνιακής διπλωματίας.






