Η μετάβαση της Κύπρου στο νέο σύστημα επίγειας ψηφιακής τηλεόρασης DVB-T2, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα επιτυχημένο παράδειγμα τεχνολογικού εκσυγχρονισμού. Αντί γι' αυτό, οι πρώτες ημέρες εφαρμογής της ανέδειξαν ένα διαφορετικό πρόβλημα, όχι τεχνολογικό, αλλά οργανωτικό. Χιλιάδες πολίτες βρέθηκαν ξαφνικά χωρίς πρόσβαση στα περισσότερα ιδιωτικά τηλεοπτικά κανάλια, με μόνη εξαίρεση τα κανάλια που εκπέμπουν μέσω ΡΙΚ, ενώ άλλοι αναγκάστηκαν να αγοράσουν εξοπλισμό, χωρίς να γνωρίζουν αν ήταν ο κατάλληλος. Οι τηλεφωνικές γραμμές υποστήριξης κατακλύστηκαν από χιλιάδες κλήσεις, τα καταστήματα ηλεκτρονικών εξάντλησαν τους διαθέσιμους αποκωδικοποιητές και οι τεχνικοί αδυνατούσαν να ανταποκριθούν στη ζήτηση.
Το περιστατικό αυτό δεν αποτελεί μια απλή «παιδική ασθένεια» ενός νέου συστήματος. Αντιθέτως, αναδεικνύει διαχρονικές αδυναμίες της δημόσιας διοίκησης στον σχεδιασμό και στην υλοποίηση σημαντικών μεταρρυθμίσεων. Για ακόμη μια φορά αποδείχθηκε ότι στην Κύπρο πολλές αλλαγές σχεδιάζονται με βάση τις τεχνικές προδιαγραφές και τα χρονοδιαγράμματα των οργανισμών, χωρίς να αξιολογείται επαρκώς η εμπειρία του τελικού χρήστη, που είναι ο πολίτης. Η μετάβαση από το πρότυπο DVB-T στο DVB-T2 είναι αναγκαία. Κανείς δεν αμφισβητεί την ανάγκη του εκσυγχρονισμού. Εκείνο που αμφισβητείται είναι ο τρόπος με τον οποίο υλοποιήθηκε.
Ενημέρωση πολιτών
Το πρώτο και σοβαρότερο πρόβλημα αφορά την ενημέρωση των πολιτών. Οι αρμόδιοι υποστηρίζουν ότι είχαν προηγηθεί ανακοινώσεις αρκετών εβδομάδων. Ωστόσο, η πραγματικότητα απέδειξε ότι η ενημέρωση δεν ήταν ούτε επαρκής ούτε αποτελεσματική. Χιλιάδες τηλεθεατές δεν γνώριζαν αν η τηλεόρασή τους ήταν συμβατή, ποιος αποκωδικοποιητής απαιτείται, αν έπρεπε να αλλάξουν κεραία ή απλώς να πραγματοποιήσουν νέο συντονισμό των καναλιών. Η επικοινωνία περιορίστηκε κυρίως στην ανακοίνωση ότι θα γίνει μια μετάβαση. Δεν εξηγήθηκε, όμως, με απλό και κατανοητό τρόπο, τι ακριβώς σημαίνει αυτή η αλλαγή για κάθε διαφορετική κατηγορία καταναλωτών. Έτσι, ιδιαίτερα οι ηλικιωμένοι, που αποτελούν τους συστηματικότερους χρήστες της επίγειας τηλεόρασης, βρέθηκαν αντιμέτωποι με μια τεχνολογία που δεν μπορούσαν να διαχειριστούν μόνοι τους. Το δεύτερο πρόβλημα αφορά την ίδια την αγορά ηλεκτρονικών συσκευών. Ήταν γνωστό εδώ και μήνες ότι μετά την ενεργοποίηση του DVB-T2 θα αυξανόταν κατακόρυφα η ζήτηση για συμβατούς αποκωδικοποιητές. Παρ' όλα αυτά, η αγορά δεν προετοιμάστηκε επαρκώς. Ο καταναλωτής, χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις, ήταν πρακτικά αδύνατο να διακρίνει ποια συσκευή ήταν κατάλληλη. Το αποτέλεσμα ήταν να πληρώσει για προϊόντα που τελικά δεν έλυναν το πρόβλημά του. Το γεγονός αυτό εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα της εποπτείας της αγοράς. Όταν μια κρατικά σχεδιασμένη τεχνολογική μετάβαση προϋποθέτει συγκεκριμένο εξοπλισμό, είναι ευθύνη των αρμόδιων αρχών να εξασφαλίσουν ότι ο εξοπλισμός αυτός είναι διαθέσιμος, πιστοποιημένος και σαφώς αναγνωρίσιμος από τον καταναλωτή. Η μαζική προσφυγή των πολιτών στα τηλεφωνικά κέντρα επιβεβαιώνει το μέγεθος της αναστάτωσης. Χιλιάδες κλήσεις μέσα στις πρώτες ώρες λειτουργίας του νέου δικτύου, αποτελούν σαφή ένδειξη ότι η μετάβαση δεν πραγματοποιήθηκε με τον βαθμό προετοιμασίας που απαιτούσε ένα έργο τέτοιας κλίμακας. Όταν ένα σύστημα προκαλεί τόση αναστάτωση αμέσως μετά την ενεργοποίησή του, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εφαρμογή του υπήρξε επιτυχής, ακόμη κι αν τεχνικά λειτουργεί σωστά.
Περιορισμός πρόσβασης
Το σημαντικότερο, όμως, ζήτημα αφορά τη σχέση του πολίτη με τις δημόσιες υπηρεσίες. Η τηλεόραση δεν αποτελεί πλέον το μοναδικό μέσο ενημέρωσης, εξακολουθεί όμως να είναι το κυριότερο μέσο για δεκάδες χιλιάδες ηλικιωμένους και κατοίκους απομακρυσμένων περιοχών. Η προσωρινή απώλεια πρόσβασης στα ενημερωτικά κανάλια δεν είναι απλώς μία τεχνική δυσλειτουργία· συνιστά περιορισμό της πρόσβασης στην ενημέρωση και, σε έναν βαθμό, στον δημόσιο διάλογο. Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο τέτοιες μεταβάσεις απαιτούν πολύ μεγαλύτερη ευαισθησία απέναντι στις ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Δεν αρκεί να θεωρείται δεδομένο ότι όλοι μπορούν να αγοράσουν νέο εξοπλισμό ή να καλέσουν ιδιώτη τεχνικό. Για αρκετούς ηλικιωμένους ή χαμηλοσυνταξιούχους ακόμη και μία δαπάνη μερικών δεκάδων ευρώ αποτελεί σημαντική οικονομική επιβάρυνση.
Εμπειρία και διδάγματα
Η εμπειρία άλλων ευρωπαϊκών χωρών προσφέρει χρήσιμα παραδείγματα. Σε πολλές περιπτώσεις εφαρμόστηκαν προγράμματα επιδότησης αποκωδικοποιητών, δωρεάν τεχνικής υποστήριξης για ηλικιωμένους, πιστοποίηση εξοπλισμού πριν από τη διάθεσή του στην αγορά και πολύμηνες ενημερωτικές εκστρατείες με εξατομικευμένες οδηγίες προς τους καταναλωτές. Η επιτυχία μιας ψηφιακής μετάβασης δεν μετριέται μόνο από τη λειτουργία των πομπών, αλλά από το ποσοστό των πολιτών που συνεχίζουν να λαμβάνουν απρόσκοπτα τις υπηρεσίες που χρησιμοποιούσαν μέχρι την προηγούμενη ημέρα.
Η διαχείριση της συγκεκριμένης μετάβασης προσφέρει πολύτιμα διδάγματα.
- Πρώτον, απαιτείται άμεσα η δημοσιοποίηση επίσημου καταλόγου όλων των πλήρως συμβατών αποκωδικοποιητών, ώστε να σταματήσει η σύγχυση στην αγορά.
- Δεύτερον, η Υπηρεσία Προστασίας Καταναλωτή πρέπει να πραγματοποιήσει εντατικούς ελέγχους για να αποτραπεί η πώληση συσκευών που δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του νέου δικτύου.
- Τρίτον, η Hellas Sat, οι τηλεοπτικοί σταθμοί και το αρμόδιο Υφυπουργείο οφείλουν να οργανώσουν νέα, συντονισμένη εκστρατεία ενημέρωσης με σαφείς οδηγίες, βίντεο, τηλεοπτικές επιδείξεις και περιφερειακά κέντρα υποστήριξης.
- Παράλληλα, θα ήταν σκόπιμο να εξεταστεί πρόγραμμα επιχορήγησης ή διάθεσης δωρεάν αποκωδικοποιητών σε ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού, καθώς και η δημιουργία κινητών συνεργείων τεχνικής υποστήριξης στις ορεινές και απομακρυσμένες κοινότητες. Το κόστος μιας τέτοιας παρέμβασης θα είναι σαφώς μικρότερο από το κοινωνικό κόστος της παρατεταμένης ταλαιπωρίας χιλιάδων πολιτών.
Η υπόθεση της ψηφιακής τηλεόρασης αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα της κυπριακής δημόσιας διοίκησης. Πολύ συχνά οι μεταρρυθμίσεις αξιολογούνται ως επιτυχημένες επειδή ολοκληρώθηκαν εντός χρονοδιαγράμματος ή επειδή λειτούργησαν οι τεχνικές υποδομές. Η πραγματική επιτυχία, όμως, κρίνεται διαφορετικά. Κρίνεται από το κατά πόσο ο πολίτης αισθάνεται ότι η αλλαγή διευκολύνει και όχι ότι δυσκολεύει την καθημερινότητά του.
Συμπερασματικά, ο ψηφιακός μετασχηματισμός της χώρας είναι αναγκαίος και πρέπει να συνεχιστεί. Όμως ο εκσυγχρονισμός δεν μπορεί να περιορίζεται στην εγκατάσταση νέας τεχνολογίας. Προϋποθέτει αποτελεσματικό σχεδιασμό, ουσιαστική ενημέρωση, επαρκή εποπτεία της αγοράς, προστασία του καταναλωτή και, κυρίως, σεβασμό προς τον πολίτη. Διαφορετικά, ακόμη και οι πιο σύγχρονες τεχνολογικές υποδομές κινδυνεύουν να αφήσουν πίσω τους το ίδιο παλιό αίσθημα, ότι δηλαδή το κράτος σχεδιάζει αλλαγές χωρίς να έχει πραγματικά υπολογίσει εκείνους που καλούνται να ζήσουν με αυτές.
*Πρώην πρύτανης, καθηγητής-ανθρωπολόγος στο Πανεπιστήμιο Philips






