
Στη νέα φάση του Κυπριακού, καθώς επανέρχονται στον δημόσιο διάλογο διάφορες προσεγγίσεις για την προοπτική μιας λύσης και τις συνέπειες που αυτή θα μπορούσε να έχει για το μέλλον του τόπου, η οικονομική διάσταση αναδεικνύεται εκ νέου ως ένα από τα βασικά επιχειρήματα της συζήτησης. Η θέση ότι μια λύση μπορεί να δημιουργήσει σημαντικές οικονομικές δυνατότητες, να ενισχύσει την ανάπτυξη, να προσελκύσει επενδύσεις και να δημιουργήσει συνθήκες ευημερίας για τις επόμενες γενιές αποτελεί μια παράμετρο που ασφαλώς δεν μπορεί και δεν πρέπει να αγνοηθεί. Η οικονομία είναι σημαντική.
Η οικονομική βιωσιμότητα μιας πολιτικής συμφωνίας αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για τη σταθερότητα και τη λειτουργικότητα οποιουδήποτε νέου πολιτικού περιβάλλοντος. Όμως, η σοβαρή συζήτηση για το μέλλον της Κύπρου δεν μπορεί να περιοριστεί στην οικονομική διάσταση ούτε η οικονομία μπορεί να καταστεί το βασικό μέτρο με το οποίο θα αξιολογηθεί η ίδια η έννοια της λύσης. Και αυτό δεν αποτελεί άρνηση της οικονομικής πραγματικότητας. Αποτελεί αναγνώριση της πολιτικής πραγματικότητας.
Το Κυπριακό δεν δημιουργήθηκε επειδή η Κύπρος έχασε μια οικονομική ευκαιρία. Δεν προέκυψε από μια αποτυχία ανάπτυξης ή από μια οικονομική ανισορροπία που απαιτεί μια νέα οικονομική αρχιτεκτονική. Προέκυψε από ένα βαθύ πολιτικό και διεθνές πρόβλημα, το οποίο συνδέεται με την εισβολή, τη συνεχιζόμενη κατοχή, την παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων, το ζήτημα της ασφάλειας, τη λειτουργία των θεσμών και το μέλλον της κρατικής υπόστασης της Κυπριακής Δημοκρατίας.Γι’ αυτό και η σειρά των προτεραιοτήτων έχει τεράστια σημασία.
Η οικονομία μπορεί να αποτελέσει έναν σημαντικό βραχίονα της επόμενης ημέρας μιας λύσης. Δεν μπορεί όμως να αποτελέσει το θεμέλιο πάνω στο οποίο θα οικοδομηθεί η ίδια η αποδοχή της λύσης. Διότι η οικονομική ανάπτυξη δεν λειτουργεί ανεξάρτητα από το πολιτικό και θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αναπτύσσεται.
Οι επενδύσεις, η επιχειρηματικότητα και η ευημερία χρειάζονται πριν από όλα σταθερότητα, εμπιστοσύνη, λειτουργικούς θεσμούς, ασφάλεια δικαίου και μια κοινωνία που αισθάνεται ότι η πολιτική πραγματικότητα στην οποία ζει είναι δίκαιη και βιώσιμη.
Ακριβώς εδώ βρίσκεται ο βασικός προβληματισμός. Όταν η οικονομική διάσταση προτάσσεται συνεχώς και παρουσιάζεται ως το μεγάλο πλεονέκτημα ή το βασικό κίνητρο μιας λύσης, υπάρχει ο κίνδυνος να μετακινηθεί το κέντρο της συζήτησης. Το Κυπριακό κινδυνεύει να παρουσιαστεί περισσότερο ως μια χαμένη οικονομική ευκαιρία που πρέπει να αξιοποιηθεί και λιγότερο ως ένα σύνθετο πολιτικό ζήτημα που απαιτεί λύσεις στα θεμελιώδη ζητήματα τα οποία το δημιούργησαν.
Μια τέτοια προσέγγιση, ακόμη και όταν εκφράζεται από ανθρώπους με σοβαρή επιστημονική γνώση και ειλικρινή διάθεση συμβολής στον δημόσιο διάλογο, χρειάζεται προσοχή. Όχι γιατί η οικονομική ανάλυση είναι λανθασμένη ή χωρίς αξία, αλλά γιατί η υπερβολική έμφαση σε αυτήν μπορεί, άθελά της, να δημιουργήσει μια άνιση εικόνα για το τι πραγματικά διακυβεύεται.Και αυτή η ανισότητα αφορά πρωτίστως τους ίδιους τους πολίτες.
Οι πολίτες της Κύπρου δεν είναι άνθρωποι που χρειάζονται ένα οικονομικό δέλεαρ για να κατανοήσουν τη σημασία μιας λύσης. Δεν αντιμετωπίζουν το Κυπριακό ως ένα ζήτημα χαμένων επιχειρηματικών ευκαιριών. Αντιλαμβάνονται τη σημασία της ανάπτυξης και της ευημερίας, αλλά γνωρίζουν επίσης ότι η οικονομία δεν μπορεί να αντικαταστήσει τη δικαιοσύνη, τη θεσμική σταθερότητα, την ασφάλεια και την εμπιστοσύνη.
Η κοινωνία δεν καλείται να αποφασίσει μόνο για το πόσο πλουσιότερη μπορεί να γίνει. Καλείται να αποφασίσει για το είδος του κράτους μέσα στο οποίο θα ζήσουν οι επόμενες γενιές. Για τη λειτουργία των θεσμών. Για την ασφάλεια. Για την πολιτική σταθερότητα. Για τη δυνατότητα μιας συμφωνίας να αντέξει στον χρόνο. Διότι μπορεί μια οικονομία να παρουσιάσει σημαντικές δυνατότητες ανάπτυξης, αλλά εάν τα θεμέλια πάνω στα οποία στηρίζεται η κοινωνία παραμένουν ασταθή, τότε και η οικονομία σταδιακά θα επηρεαστεί. Καμία χώρα δεν μπορεί να οικοδομήσει μακροχρόνια ευημερία πάνω σε πολιτική αβεβαιότητα, θεσμική ασάφεια ή έλλειψη κοινωνικής εμπιστοσύνης.
Η οικονομία δεν είναι ανεξάρτητη από την πολιτεία. Είναι αποτέλεσμα της ποιότητας της πολιτείας.Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να απορρίψουμε την οικονομική συζήτηση. Αντίθετα, πρέπει να την κάνουμε πιο ολοκληρωμένη. Να εξετάσουμε όχι μόνο τα πιθανά οφέλη μιας λύσης, αλλά και τις προϋποθέσεις που απαιτούνται ώστε αυτά τα οφέλη να είναι πραγματικά, δίκαια και διαχρονικά.Η σωστή προσέγγιση δεν είναι μια αντιπαράθεση μεταξύ πολιτικής και οικονομίας. Είναι η αναγνώριση ότι η οικονομία αποτελεί μέρος μιας μεγαλύτερης εικόνας.
Μια επιτυχημένη λύση δεν θα είναι αυτή που απλώς θα δημιουργήσει μεγαλύτερους οικονομικούς δείκτες. Θα είναι αυτή που θα δημιουργήσει ένα σταθερό πολιτικό και θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο η οικονομία θα μπορεί να αναπτυχθεί προς όφελος όλων.
Η Κύπρος δεν χρειάζεται μια λύση που θα παρουσιάζεται κυρίως ως οικονομική ευκαιρία. Χρειάζεται μια λύση που θα πείθει ότι διαθέτει τη θεσμική αντοχή, την πολιτική σταθερότητα και τη δικαιοσύνη που απαιτούνται για να μετατρέψει και την οικονομική προοπτική σε πραγματική ευημερία.Γιατί η οικονομία μπορεί να είναι ένας μεγάλος στόχος της επόμενης ημέρας.
Δεν μπορεί όμως να είναι το υποκατάστατο της απάντησης στα μεγάλα πολιτικά και θεσμικά ερωτήματα που καθορίζουν το μέλλον της Κύπρου.






