Πάρις Λοίζου*
Όταν η αντιπολίτευση παύει να αντιπολιτεύεται και οι κρατικοί θεσμοί προκαλούν περισσότερο φόβο παρά εμπιστοσύνη στον λαό.
Κάτι παράξενο συμβαίνει στην Κύπρο του 2026.
Έχουμε κυβέρνηση.
Έχουμε Βουλή.
Έχουμε κόμματα.
Έχουμε πολιτικούς αρχηγούς.
Έχουμε καθημερινά δελτία ειδήσεων, ανακοινώσεις και τηλεοπτικές αντιπαραθέσεις.
Αλλά έχουμε πραγματική αντιπολίτευση;
Ποιος συγκρούεται πραγματικά με την εξουσία;
Ποιος απαιτεί μέχρι τέλους απαντήσεις;
Ποιος είναι διατεθειμένος να αναλάβει το πολιτικό κόστος μιας πραγματικής σύγκρουσης με το σύστημα;
Γιατί άλλο πράγμα είναι η ανακοίνωση ενός κόμματος και άλλο η αντιπολίτευση.
Άλλο η τηλεοπτική δήλωση και άλλο ο αμείλικτος θεσμικός έλεγχος.
Και άλλο η διαφωνία για τις κάμερες και άλλο η σύγκρουση με την εξουσία όταν οι κάμερες σβήσουν.
Τα ερωτήματα λοιπόν που πρέπει να απασχολήσουν τους Κύπριους πολίτες εν έτει 2026 είναι πολύ πιο βαθιά:
Γιατί η αντιπολίτευση εμφανίζεται τόσο αδύναμη;

Και ακόμη περισσότερο:
Μήπως έχουμε δημιουργήσει ένα σύστημα μέσα στο οποίο το κόστος της πραγματικής πολιτικής σύγκρουσης με την εξουσία έχει γίνει τόσο μεγάλο, ώστε η σιωπή να είναι η ασφαλέστερη πολιτική επιλογή;
Δεν χρειάζεται να φυλακίσεις την αντιπολίτευση.
Η σύγχρονη Δημοκρατία δεν καταλύεται απαραίτητα με τανκς.
Ούτε χρειάζεται να κλείσεις τα κόμματα.
Ούτε να απαγορεύσεις τις εφημερίδες.
Ούτε να συλλάβεις τους πολιτικούς σου αντιπάλους.
Υπάρχουν πολύ πιο εκλεπτυσμένοι τρόποι να δημιουργηθεί πολιτική σιωπή.
Αρκεί μόνο να εμπεδωθεί η αντίληψη ότι το κράτος διαθέτει τεράστια δύναμη.
Αστυνομία που λειτουργεί ‘A la Carte’
Υπηρεσίες πληροφοριών.
Ελεγκτικούς και διοικητικούς μηχανισμούς.
Πρόσβαση σε πληροφορίες.
Δυνατότητα έρευνας.
Δυνατότητα παρακολούθησης υπό τις προϋποθέσεις του νόμου.
Και ένα ολόκληρο πλέγμα κρατικών εξουσιών ικανό να επηρεάσει τη ζωή οποιουδήποτε πολίτη και επαγγελματία.
Όλες αυτές οι εξουσίες είναι απαραίτητες σε ένα κράτος δικαίου.
Το πρόβλημα αρχίζει όταν δημιουργείται έστω και η εύλογη κοινωνική υποψία ότι μπορούν να χρησιμοποιηθούν επιλεκτικά.
Γιατί από εκείνη τη στιγμή αλλάζει ολόκληρη η σχέση του πολίτη με το κράτος.
Και ακόμη περισσότερο η σχέση του πολιτικού με την εξουσία.
Η πραγματική δύναμη δεν είναι να παρακολουθείς όλους:
Είναι να μην ξέρει κανείς ποιος μπορεί να παρακολουθείται.
Αυτό είναι το chilling effect της κρατικής ισχύος.
Ο πολιτικός αρχίζει να προσέχει με ποιον μιλά.
Ο δημοσιογράφος ποια πηγή καλεί.
Ο δικηγόρος τι συζητά.
Ο δημόσιος λειτουργός τι καταγγέλλει.
Ο επιχειρηματίας ποιον χρηματοδοτεί.
Και σταδιακά η κοινωνία μαθαίνει έναν καινούργιο κανόνα:
Μην μιλάς θα μπλέξεις.
Δεν απαιτείται καν να αποδειχθεί ότι όλοι αυτοί παρακολουθούνται.
Ο φόβος λειτουργεί πολύ πριν από την απόδειξη και τότε γεννιέται η βολική αντιπολίτευση.
Η κυβέρνηση δέχεται κριτική με το γάντι αλλά μέχρι ενός σημείου.
Εκδίδεται ανακοίνωση.
Γίνεται μια δήλωση.
Ένας πολιτικός ανεβάζει μια οργισμένη ανάρτηση.
Γίνεται λίγος θόρυβος στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Και δύο ημέρες αργότερα όλα συνεχίζονται κανονικά.
Αυτό όμως δεν είναι κατ’ ανάγκην ουσιαστική αντιπολίτευση.
Είναι αντιπολίτευση χωρίς πραγματικό κόστος για την εξουσία.
Η πραγματική αντιπολίτευση απαιτεί έγγραφα.
Αποκαλύπτει.
Ερευνά.
Επιμένει.
Καταγγέλλει.
Προσφεύγει στους θεσμούς.
Απαιτεί κοινοβουλευτικό έλεγχο.
Και κυρίως δεν σταματά μέχρι να πάρει απαντήσεις.
Πού βρίσκεται αυτή η αντιπολίτευση στην Κύπρο του 2026;
Το προηγούμενο του Οδυσσέα Μιχαηλίδη
Και εδώ υπάρχει ένα γεγονός που κανείς δεν μπορεί να διαγράψει από τη σύγχρονη πολιτική ιστορία της Κύπρου.
Ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης υπήρξε ένας από τους πλέον συγκρουσιακούς ελεγκτικούς αξιωματούχους απέναντι στην κρατική εξουσία.
Ο Γενικός Εισαγγελέας προσέφυγε στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ζητώντας την παύση του λόγω ανάρμοστης συμπεριφοράς.
Το Δικαστήριο αποφάσισε ομόφωνα την παύση του.
Η απόφαση του Δικαστηρίου πρέπει να γίνεται απολύτως σεβαστή.
Αυτό όμως δεν εξαφανίζει την πολιτική σημασία του γεγονότος.
Ο ίδιος ο Μιχαηλίδης, μετά την απόφαση, υποστήριξε ότι υπήρχε πολυετής προσπάθεια απομάκρυνσής του και ότι σε αυτήν είχε ενταχθεί και ο νυν Πρόεδρος.
Η κυβέρνηση το απέρριψε.
Επομένως δεν παρουσιάζεται εδώ ο ισχυρισμός του ως αποδεδειγμένο γεγονός.
Αλλά το μήνυμα που μπορεί να εξέλαβε η κοινωνία είναι άξιο συζήτησης:
Ο άνθρωπος που συγκρούστηκε όσο λίγοι με το σύστημα τελικά τον ‘απέβαλε’ το ίδιο το Σύστημα.
Και σε μια μικρή Δημοκρατία οι συμβολισμοί έχουν σημασία.
Ποιος ελέγχει τον εκάστοτε ελεγκτή — και ποιος προστατεύει αυτόν που ελέγχει;
Εδώ βρίσκεται ίσως η μεγαλύτερη θεσμική αντίφαση.
Ζητούμε από ανεξάρτητους αξιωματούχους να είναι ανεξάρτητοι.
Ζητούμε από δημοσιογράφους να αποκαλύπτουν.
Ζητούμε από δικηγόρους να υπερασπίζονται τον πολίτη απέναντι στο κράτος.
Ζητούμε από πολιτικούς να ασκούν αντιπολίτευση.
Αλλά υπάρχει ένα ερώτημα που σπάνια κάνουμε:
Τι προστασία έχει εκείνος που αποφασίζει να συγκρουστεί πραγματικά με την εξουσία;
Γιατί θεσμική ανεξαρτησία χωρίς πραγματική προστασία μπορεί να καταλήξει κενό γράμμα.
Και οι πολιτικοί;
Εδώ βρίσκεται ο ελέφαντας στο δωμάτιο.
Υπάρχουν ή υπήρξαν πολιτικοί στην Κύπρο που τέθηκαν υπό παρακολούθηση;
Εάν ναι, για ποιο λόγο;
Με ποια διαδικασία;
Με ποια δικαστική εξουσιοδότηση;
Για πόσο χρονικό διάστημα;
Ποιος είχε πρόσβαση στο υλικό;
Και υπήρξαν επαρκείς εγγυήσεις ώστε πληροφορίες που συλλέχθηκαν για λόγους εθνικής ασφάλειας ή διερεύνησης εγκλήματος να μην μπορούν ποτέ να χρησιμοποιηθούν για πολιτικούς σκοπούς;
Αυτές οι ερωτήσεις δεν κατηγορούν κανέναν.
Ακριβώς επειδή δεν πρέπει να κατηγορείται κανείς χωρίς αποδείξεις, πρέπει να υπάρχουν θεσμοί που επιτρέπουν να δίνονται πειστικές απαντήσεις.
Γιατί αν ένας πολιτικός γνωρίζει ή φοβάται ότι το κράτος μπορεί να γνωρίζει τις συνομιλίες, τις επαφές, τις πηγές και ενδεχομένως τις αδυναμίες του, τότε δημιουργείται μια τεράστια ανισορροπία ισχύος.
Και τότε πρέπει να αναρωτηθούμε:
πόσο ελεύθερος είναι πραγματικά να συγκρουστεί;
Το μικρό νησί και το μεγάλο δίκτυο
Υπάρχει και κάτι ακόμη που δεν πρέπει να αγνοούμε.
Η Κύπρος είναι μικρή.
Πολύ μικρή.
Πολιτικοί, επιχειρηματίες, δικηγόροι, δημοσιογράφοι, κρατικοί αξιωματούχοι και άνθρωποι των κομμάτων λειτουργούν μέσα σε ένα εξαιρετικά περιορισμένο κοινωνικό περιβάλλον.
Όλοι λίγο-πολύ γνωρίζονται.
Και όταν σε αυτό το μικρό περιβάλλον προστεθούν η κρατική εξουσία, οι διορισμοί, οι οικονομικές σχέσεις και η πρόσβαση στην πληροφορία, δημιουργείται ένα εξαιρετικά ισχυρό δίκτυο αλληλεξάρτησης μεταξύ τους.
Δεν χρειάζεται να υπάρχει κάποια μυστική συνωμοσία.
Το ίδιο το σύστημα μπορεί να μάθει να αυτοπροστατεύεται.
Πρόεδρε Χριστοδουλίδη, εδώ χρειάζονται απαντήσεις
Η ευθύνη του Νίκου Χριστοδουλίδη δεν είναι να αποδείξει ότι κάθε δημόσια υποψία είναι λανθασμένη.
Είναι να δημιουργήσει ένα θεσμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο τέτοιες υποψίες δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν.
Με πραγματική διαφάνεια και ισονομία.
Με πραγματικό ανεξάρτητο έλεγχο.
Με προστασία του δικηγορικού απορρήτου.
Με προστασία των δημοσιογραφικών πηγών και του ερευνητικού ρεπορτάζ.
Με αυστηρό έλεγχο κάθε κρατικής παρακολούθησης και παρέμβασης έτσι ώστε να μπορεί να λειτουργεί η φυσιολογικά αυτή η κουτσουρεμένη Δημοκρατία.
Και με τέτοιες θεσμικές ασφαλιστικές δικλίδες ώστε κανένας Πρόεδρος —σημερινός ή μελλοντικός— να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει τον κρατικό μηχανισμό για προσωπικό ή πολιτικό όφελος.
Αυτό είναι κράτος δικαίου.
Όχι το «εμπιστευτείτε μας».
Η σιωπή των κομμάτων είναι το πραγματικό καμπανάκι.
Το πιο ανησυχητικό λοιπόν στην Κύπρο του 2026 δεν είναι ότι δεν υπάρχουν κόμματα αντιπολίτευσης.
Υπάρχουν.
Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν δημοσιογράφοι.
Υπάρχουν.
Ούτε ότι δεν υπάρχουν δικηγόροι που συγκρούονται με το κράτος.
Υπάρχουν.
Το ανησυχητικό ερώτημα είναι το εξής:
Γιατί ο θόρυβος είναι τόσο μεγάλος αλλά οι πραγματικές συγκρούσεις τόσο λίγες;
Γιατί ακούμε τόσες καταγγελίες και βλέπουμε τόσο λίγες υποθέσεις να φτάνουν μέχρι τέλους και κυρίως επιλεκτικά;
Γιατί τόσα σκάνδαλα κυριαρχούν για λίγες ημέρες στην επικαιρότητα και μετά εξαφανίζονται;
Γιατί η πολιτική αντιπολίτευση μοιάζει πολλές φορές περισσότερο με σχολιαστή της κυβέρνησης παρά με πραγματικό αντίπαλο της εξουσίας;
Και κυρίως:
Τι φοβάται τελικά το πολιτικό σύστημα της Κύπρου;
Ίσως τίποτε.
Αν πράγματι είναι έτσι, τόσο το καλύτερο.
Τότε όμως το κράτος πρέπει να έχει τη δύναμη να ανοίξει τα παράθυρα και να αφήσει το φως να μπει παντού.
Γιατί στη Δημοκρατία η καχυποψία δεν αντιμετωπίζεται απαιτώντας σιωπή.
Αντιμετωπίζεται με διαφάνεια.
Και μια κυβέρνηση που δεν έχει τίποτε να φοβηθεί από τον έλεγχο πρέπει να είναι η πρώτη που θα απαιτήσει περισσότερο έλεγχο κυρίως για τον ίδιο τον εαυτό της και να χειριστεί με περισσότερη σπουδή ζητήματα που πιθανόν να κλειθεί να αντιμετωπίσει όταν δεν θα είναι πλέον Κυβέρνηση αφού έτσι δημιουργεί προηγούμενο.(Βλέπε. Κρατική και Πολιτική δίωξη Μακάριου Δρουσιώτη εν έτει 2026) .
Διαφορετικά, η Κύπρος κινδυνεύει να καταλήξει με κάτι χειρότερο από μια αδύναμη αντιπολίτευση:
Μια ανύπαρκτη αντιπολίτευση που υπάρχει στα ψηφοδέλτια, στα τηλεοπτικά παράθυρα και στα έδρανα της Βουλής — αλλά απουσιάζει ακριβώς από εκεί που την χρειάζεται περισσότερο η Δημοκρατία: Απέναντι στην εξουσία για να διορθώνει τα κακώς κείμενα προς όφελος του απλού πολίτη και επαγγελματία.
Αν όλα είναι τέλεια στο εξωτερικό αλλά και στο εσωτερικό του τόπου μας προτείνω να ανανεωθεί η κρατική εντολή για άλλα 5 χρόνια στο Πρόσωπο του Νίκου Χριστοδουλίδη χωρίς ανάγκη εκλογών και κυρίως χωρίς ανθυποψήφιο.
*Δικηγόρος






