Λένε ότι υπάρχει μια αόρατη κλωστή που συνδέει όλους τους ανθρώπους που έχασαν τη γη τους από τη μια στιγμή στην άλλη. Είναι η ίδια κλωστή που υφαίνει την ιστορία της Κύπρου τα τελευταία 52 χρόνια. Άνθρωποι που έφτασαν να ζουν στις ελεύθερες περιοχές, στη Λεμεσό, στη Λευκωσία, στη Λάρνακα, περισσότερα χρόνια από όσα έζησαν στα χωριά και στις πόλεις που τους γέννησαν. Που ρίζωσαν ξανά, αγάπησαν τους νέους τους τόπους αλλά κράτησαν την καρδιά τους ερμητικά κλειδωμένη στο παρελθόν. Η ιστορία της Γιαννούλας Ζήνωνος-Ευαγγέλου δεν είναι απλώς άλλη μια προσωπική αφήγηση αλλά το καθρέφτισμα μιας ολόκληρης γενιάς. Εκείνης της γενιάς που κλήθηκε να μεγαλώσει βρέφη μέσα στα αντίσκηνα, που μέτρησε απουσίες, που έχασε ανθρώπους στον πόλεμο και στην ειρήνη και που σήμερα, 52 χρόνια μετά, κοιτάζει τα κλειδιά των κατεχόμενων σπιτιών της με ένα βλέμμα γεμάτο αξιοπρέπεια και βαρύ παράπονο. Από την αγαπημένη της Τύμπου στο Βαρώσι κι από εκεί, μέσα από τις φλόγες του 1974, στον συνοικισμό του Αγίου Σπυρίδωνα στη Λεμεσό. Μια αληθινή κατάθεση ψυχής για την απώλεια, τη μητρότητα μέσα στον πόλεμο και το βαρύ τίμημα μιας υπόσχεσης επιστροφής που σβήνει αργά. Η κουβέντα μαζί της στον «Π» έρχεται να θυμίσει ότι ανάμεσα στις κοσμογονικές αλλαγές που συνέβησαν αυτόν τον μισό αιώνα στην Κύπρο υπάρχει ακόμη αυτή η γενιά που ζει με ανοικτές πληγές, που βίωσε την αδικία και, κυρίως, που είδε πάνω στον πόνο της να κτίζονται ολόκληρες καριέρες και περιουσίες.
Πού σας βρήκαν τα γεγονότα εκείνου του καλοκαιριού και πώς ξεκίνησε η πορεία σας από την Τύμπου στο Βαρώσι;
Γεννήθηκα, μεγάλωσα και παντρεύτηκα στην Τύμπου. Από εκεί καταγόμασταν και εγώ και ο σύζυγός μου, ο Αντρέας. Όταν έγινε η εισβολή, είχαμε δύο μωρά. Στο Βαρώσι μέναμε τέσσερα χρόνια λόγω της δουλειάς του άντρα μου, που ήταν τορναδόρος. Ο Αντρέας ήταν στρατιώτης όταν γνώρισε κάποιον από το Βαρώσι που είχε μηχανουργείο. Επειδή ήξερε καλά τη δουλειά, τον κάλεσαν και πήγε στον Χρυσόστομο στην Αμμόχωστο. Έτσι καταλήξαμε εκεί η οικογένεια, αφού ο δρόμος ήταν μακρύς από την Τύμπου μέχρι την Αμμόχωστο, έπρεπε να διασχίσεις όλη τη Μεσαορία. Το μηχανουργείο θυμάμαι ήταν έξω από το Λιμάνι του Βαρωσιού κι εμείς μέναμε στην Αγία Ζώνη.
Πώς ήταν οι συνθήκες μέχρι να πάρετε την απόφαση να εγκατασταθείτε μόνιμα εκεί;
Για τρία χρόνια, πριν αποφασίσουμε να μείνουμε στο Βαρώσι, ο Αντρέας κάθε μέρα διέσχιζε τη Μεσαορία. Μακρύς δρόμος, γι' αυτό και αποφασίσαμε να ενοικιάσουμε σπίτι. Πήγαμε στο Βαρώσι το 1970. Μετά βρέθηκε με άλλους δύο και αποφάσισαν να ανοίξουν δικό τους μηχανουργείο. Έτσι η ζωή μας πλέον ήταν μόνιμα εκεί.
Την ημέρα του πραξικοπήματος τι θυμάστε να συμβαίνει στο σπίτι σας;
Στο πραξικόπημα, ημέρα Δευτέρα, ήμασταν στο Βαρώσι. Ο Αντρέας δούλευε και, θυμάμαι, ήρθε πίσω στο σπίτι. Εκείνη την ημέρα είχα στο σπίτι μια ράφτρα. Τα μωρά ήταν μικρά: η μεγάλη μου δευτέρα δημοτικού, η μεσαία νηπιαγωγείο και η Αθηνούλα, η μικρή, μόλις οκτώ μηνών. Ο Αντρέας μού είπε: «Πες της κοπέλας να πάμε να την πάρουμε σπίτι της, έγινε πραξικόπημα». Τότε οι ράφτρες έρχονταν στο σπίτι. Εγώ ρώτησα «Τι είναι τούτο το πράγμα;», δεν ξέραμε τι ήταν. Μου λέει: «Θέλουν να ρίξουν την κυβέρνηση και θα έχει φασαρίες. Θα πάμε να πάρουμε την κοπέλα στους δικούς της». Έτσι κι έγινε.
Πώς κύλησε εκείνη η εβδομάδα μέχρι το Σάββατο της πρώτης εισβολής;
Εκείνη την εβδομάδα υπήρχε μια αναταραχή. Πήγαιναν στις δουλειές τους αλλά υπήρχε ανησυχία κι ερχόνταν συνέχεια στο σπίτι να δουν τι γίνεται. Όταν όμως κάλεσαν επιστράτευση, ο Αντρέας πήγε αμέσως, ήταν γέννημα του 1940. Το Σάββατο 20 του Ιούλη, ήμασταν σπίτι όταν τους κάλεσαν. Σηκώθηκαν πρωί-πρωί και πήγαν. Εκείνον με άλλους τους έστειλαν στο Πραστειό. Μαζεύτηκε ο λόχος εκεί και τους μετέφεραν αλλού. Εγώ ήμουν στο σπίτι με τα μωρά κι ήρθαν και μας πήγαν στην Τύμπου. Όταν έγινε η εκεχειρία, επιστρέψαμε για λίγο στο Βαρώσι.
Η 14η Αυγούστου όμως άλλαξε τα πάντα οριστικά. Πώς φύγατε από το Βαρώσι; Θυμάστε εκείνη την ημέρα;
Σαν ταινία! Στις 14 του Αυγούστου έγινε η δεύτερη εισβολή. Θυμάμαι ότι πάνω από το σπίτι μας έμενε ένας αστυνομικός από τους Καπέδες. Ήρθε από τη δουλειά και μας έβαλε με την οικογένειά του -είχε γυναίκα και δύο μωρά- κι εμένα με τα τρία μωρά στο αυτοκίνητο για να φύγουμε. Είπε της γυναίκας του: «Πήγαινε πες της κυρίας Γιαννούλας να πιάσει τα μωρά να σας πάρω στο χωριό κι εγώ θα έρθω πίσω, είμαι επιφυλακή». Μας έβαλε όλους στο αυτοκίνητο κι εκείνος γύρισε πίσω. Από τότε δεν ξαναπήγα. Υποτίθεται, ήταν πιο ασφαλής η Τύμπου αλλά λόγω του αεροδρομίου τελικά την έπιασαν και εκείνη. Μείναμε στην Τύμπου κι φύγαμε κι από εκεί...
Καταφέρατε να πάρετε κάτι μαζί σας φεύγοντας;
Δεν πήρα τίποτε από το σπίτι στο Βαρώσι και μαραζώνω... ούτε χρυσαφικά! Η Αθηνούλα ήταν οκτώ μηνών και στην τσάντα που ετοίμασα έπρεπε να βάλω γάλα και πάνες. Θυμάμαι, πήγα να βάλω τα χρυσαφικά μας στη βαλίτσα, τα είχα σε ένα κουτί, αλλά η βαλίτσα δεν έκλεινε κι τα έβγαλα, γιατί έπρεπε να έχω τα πράγματα του μωρού.
Πού βρεθήκατε τις επόμενες μέρες και πώς μάθατε νεότερα για τον σύζυγό σας;
Στην Τύμπου στις 14 Αυγούστου το απόγευμα χτυπούσαν οι καμπάνες γιατί ξημέρωνε της Παναγίας. Μαζέψαμε ό,τι κουβαλούσαμε και βρεθήκαμε στην Αθηένου μαζί με την κουνιάδα μου. Κάναμε μέρες να βρεθούμε. Ο άντρας μου ήταν στον στρατό καθ' όλη τη διάρκεια και τα νέα του τα μάθαινα -από τύχη- από το ραδιόφωνο, αν βάζανε μηνύματα. Ήταν στον Άγιο Παύλο όπου έγιναν οι μάχες. Μετά, όταν ηρέμησαν τα πράγματα, πήγαμε για λίγο στην Παλλουριώτισσα. Εκεί είδα μετά από μέρες ξανά τον άντρα μου. Τον ανακάλυψε ένας συγγενής και του είπε πού ήμασταν. Ήρθε, μας είδε κι έφυγε. Ήταν στον πόλεμο από την αρχή ώς την αποστράτευση. Ο αδελφός μου έκανε τρία χρόνια.
Πώς καταφέρατε να σταθείτε στα πόδια σας μέχρι να ξανασμίξει η οικογένεια;
Εμείς μετά την Αθηένου πήγαμε στο Πονάντζα και στο Ξυλοφάγου. Η πεθερά μου γνώριζε μια οικογένεια εκεί γιατί πήγαινε στα χωράφια τους κι έβγαζε τις πατάτες. Η σπιτονοικοκυρά μάς φιλοξένησε χωρίς να πληρώσουμε. Μας στάθηκαν αυτοί οι άνθρωποι ως ότου έρθει ο Αντρέας. Υπήρχαν άνθρωποι που μας συμπονούσαν και μας βοήθησαν χωρίς να μας ζητήσουν ούτε γρόσι.
Πώς πήρατε την απόφαση να μετακομίσετε στη Λεμεσό;
Έφτασε σχεδόν Σεπτέμβριος και τα μωρά έπρεπε να πάνε σχολείο, άρα έπρεπε να αποφασίσουμε τι θα κάνουμε. Τότε καταλήξαμε στην Καλαβασό. Ο μόνος τόπος που υπήρχε δουλειά ήταν στο Βασιλικό, γι' αυτό ήταν το πιο κοντινό μέρος, αφού ούτε αυτοκίνητο δεν είχαμε. Ο Αντρέας έπιασε στο Βασιλικό δουλειά με 9 λίρες την εβδομάδα κι έπειτα βρήκε δουλειά στα ναυπηγεία κι ήρθαμε Λεμεσό.
Πότε εγκατασταθήκατε στον συνοικισμό και πώς ήταν η υποδοχή από την τοπική κοινωνία;
Στον συνοικισμό και τη Λεμεσό ήρθαμε λίγο πριν το 1990. Ο άντρας μου έχασε τη ζωή του το 1986 σε αυτοκινητικό κι έμεινα με τα παιδιά. Τότε μέναμε ήδη στα Πολεμίδια κι έκανα αίτηση για τον συνοικισμό. Μας καλοδέχτηκαν οι Λεμεσιανοί. Ο συνοικισμός του Αγίου Σπυρίδωνα είναι ο τελευταίος που χτίστηκε, ήρθαμε και δεν είχε καν δρόμους να φανταστείς. Θυμάμαι, καθόμασταν έξω κι συζητούσαμε για όσα έγιναν... Ο καθένας έλεγε τον πόνο του. Έχουμε γείτονες από την Κερύνεια, την Κυθρέα, τη Σύγγραση, την Πεντάγυια.
Πενήντα δύο χρόνια μετά, τι απέγιναν τα κλειδιά του σπιτιού σας στο Βαρώσι;
Τα κλειδιά του σπιτιού στο Βαρώσι είναι μέσα σε ένα συρτάρι. Πήγαμε και στην Τύμπου ώς έξω στην πύλη, πήγαμε και στο Βαρώσι αλλά το σπίτι μας δεν μπορούμε να το επισκεφθούμε. Δεν ξέρω αν θα πάμε πίσω αλλά ξέρω ότι η ελπίδα πεθαίνει τελευταία... αν και, νομίζω, πέθανε κι η ελπίδα για επιστροφή πλέον.






