Σαν αύριο, στις 30 Αυγούστου 1974, έσβησε βίαια μια φωνή που δεν προλάβαινε να γεράσει - η φωνή του Δώρου Λοΐζου. Ο ποιητής, ο αγωνιστής, ο παιδαγωγός μιας γενιάς που έψαχνε φως μέσα στο σκοτάδι, δολοφονήθηκε από την ΕΟΚΑ Β΄ σε ενέδρα που στόχευε τον Βάσο Λυσσαρίδη. Η μορφή του παραμένει μια από τις πιο καθαρές εικόνες της κυπριακής σοσιαλδημοκρατίας: ένας άνθρωπος που αντιστάθηκε στον φασισμό όχι με συνθήματα, αλλά με πράξεις, με ποιήματα, με το παράδειγμά του.
Νιώθω τυχερός που υπήρξα φίλος του, συνάδελφός του στην Αγγλική Σχολή και συναγωνιστής του στην ΕΔΕΚ. Ποτέ δεν θα ξεχάσω την ημέρα που, ύστερα από δική του προτροπή, μπήκα στην τάξη του να παρακολουθήσω ένα μάθημα Ιστορίας. Έμεινα έκθαμβος: η Ιστορία στα χέρια του δεν ήταν μάθημα. Ήταν αφήγηση, ήταν ανάσα, ήταν μια πρόσκληση προς τους μαθητές να γίνουν πολίτες. Πάνω απ' όλα, όμως, μέσα σε ένα κλίμα παράνοιας και χουντοφασισμού, είχε την τόλμη να καλλιεργήσει τη δημοκρατική συνείδηση, κριτική σκέψη και αντίσταση σε κάθε μορφή σοβινισμού. Έμελλε όμως η τόλμη του αυτή να του στοιχίσει επαγγελματικά. Το κλίμα στην Κύπρο την περίοδο 1967–1974 ήταν ένα μείγμα φόβου, πόλωσης και πολιτικής τύφλωσης. Με ελάχιστες εξαιρέσεις, η κυπριακή Δεξιά, σε αντίθεση με την ελλαδική Δεξιά, υιοθέτησε άκριτα τη χουντική αφήγηση, παρουσιάζοντας τη δικτατορία στην Ελλάδα ως «εθνική κυβέρνηση» και βαφτίζοντας την κατάργηση της δημοκρατίας… πατριωτική πράξη. Η υποκρισία ήταν τέτοια, ώστε ο λόγος των πραξικοπηματιών εμφανιζόταν ως θεσμική κανονικότητα, ενώ η αντίσταση στη χούντα, κυρίως από την ΕΔΕΚ (με πρωταγωνιστές τον Βάσο Λυσσαρίδη και Τάκη Χατζηδημητρίου) στιγματιζόταν ως «αντεθνική» και επικίνδυνη. Μέσα σε αυτό το τοξικό περιβάλλον, ο Δώρος Λοΐζου δεν θα μπορούσε παρά να στοχοποιηθεί. Οπαδοί της αυτοαποκαλούμενης «Εθνικής Κυβέρνησης» (της χούντας) έσπευσαν να καταγγείλουν τον Δώρο στον τότε διευθυντή της Αγγλικής Σχολής, David Humphries, κατηγορώντας τον ότι δήθεν έκανε «αντεθνική» ή «κομμουνιστική προπαγάνδα» μέσα στην τάξη. Στην πραγματικότητα, αυτό που τους ενοχλούσε ήταν απλό: ο Δώρος μιλούσε για δημοκρατία σε μιαν εποχή που κάποιοι τη θεωρούσαν απειλή.
Όπως είναι σε όλους γνωστό, το πρωί εκείνης της φοβερής μέρας του Αυγούστου 1974, δύο ένοπλοι βγήκαν από σταθμευμένο αυτοκίνητο χωρίς πινακίδες και άνοιξαν πυρ με καλάσνικοφ εναντίον του οχήματος όπου επέβαιναν ο Λυσσαρίδης, η σύζυγος του Δώρου Λοΐζου και ο ίδιος ο Δώρος. Ο Βάσος Λυσσαρίδης τραυματίστηκε ελαφρά ενώ ο Δώρος σκοτώθηκε ακαριαία. Οι δράστες αυτής της στυγνής δολοφονίας δεν έχουν ποτέ επίσημα κατονομαστεί ή καταδικαστεί. Αυτό είναι ένα από τα πιο σκοτεινά και ανοιχτά κεφάλαια της κυπριακής πολιτικής Ιστορίας. Η Αστυνομία, βαθιά διαβρωμένη τότε από το δίκτυο της ΕΟΚΑ Β΄, δεν κατηγόρησε κανένα γι' αυτή τη δολοφονία λόγω «έλλειψης τεκμηρίων»! Εν ολίγοις, η δολοφονία του Δώρου Λοΐζου δεν εξιχνιάστηκε επειδή δεν υπήρξε ποτέ πραγματική βούληση να εξιχνιαστεί. Το πόρισμα του ανακριτή, Αντώνη Ιωαννίδη (30/06/1975), καταγράφει ότι η Αστυνομία «δεν έκανε ό,τι ήταν απαραίτητο για να εντοπιστούν οι δράστες. Μαρτυρίες-κλειδιά αγνοήθηκαν ή δεν αξιοποιήθηκαν». Αλλά ούτε και μετά την απομάκρυνση των καταλοίπων της ΕΟΚΑ Β΄ από την Αστυνομία δεν έγινε ουσιαστική έρευνα. Τα στοιχεία εξαφανίστηκαν, και η υπόθεση «έκλεισε» χωρίς να λυθεί. Γι’ αυτό, 52 χρόνια μετά, οι δολοφόνοι κυκλοφορούν ελεύθεροι ανάμεσά μας.
Για τις δολοφονίες του Ισαάκ και του Σολωμού, η Κυπριακή Δημοκρατία, σωστά επικηρύσσει τους δράστες και διεκδικεί διεθνώς την τιμωρία τους, επικαλούμενη το διεθνές δίκαιο και την προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αντίθετα, για τη δολοφονία του Δώρου Λοΐζου, δεν υπήρξε ούτε επίσημη επικήρυξη, ούτε πολιτική βούληση να ανοίξει ο φάκελος. Κανείς δεν οδηγήθηκε στη δικαιοσύνη, παρότι οι δράστες ήταν Ελληνοκύπριοι και όχι άτομα εκτός δικαιοδοσίας. Αυτό οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η Δημοκρατία είναι αυστηρή όταν ο δράστης είναι «ο άλλος» (Τούρκος, έποικος, μέλος κατοχικών δυνάμεων), αλλά σιωπά όταν ο δράστης είναι «δικός μας».
Το ρεζουμέ των τριών δολοφονιών είναι ότι υπάρχει μια αλήθεια που η κυπριακή Πολιτεία αποφεύγει να κοιτάξει κατάματα: η Δημοκρατία μας υπήρξε, και σε πολλές πτυχές παραμένει, επιλεκτικά ευαίσθητη απέναντι στη δικαιοσύνη. Η σύγκριση είναι αναπόφευκτη και ενοχλητική: η Κυπριακή Δημοκρατία επικηρύσσει τους δολοφόνους του Ισαάκ και του Σολωμού, τους καταγγέλλει διεθνώς, τους εντάσσει σε λίστες καταζητουμένων, και ορθώς το κάνει. Όμως για τη δολοφονία του Δώρου Λοΐζου και την απόπειρα κατά του Βάσου Λυσσαρίδη, το κράτος επέλεξε τη σιωπή. Και η σιωπή, σε τέτοιες περιπτώσεις, δεν είναι ουδετερότητα. Είναι στάση. Η δολοφονία του Δώρου Λοΐζου δεν έγινε σε ξένο έδαφος, ούτε από στρατιώτες κατοχικής δύναμης. Έγινε από Ε/Κ εξτρεμιστές, μέσα στη Λευκωσία, λίγες εβδομάδες μετά την εισβολή. Οι δράστες δεν ήταν άπιαστοι. Για την Αστυνομία ήταν γνωστοί κύκλοι, γνωστές διαδρομές, γνωστές διασυνδέσεις. Κι όμως, κανείς δεν συνελήφθη. Κανείς δεν ανακρίθηκε σοβαρά. Κανείς δεν οδηγήθηκε ενώπιον δικαστηρίου. Η υπόθεση έκλεισε χωρίς να ανοίξει ποτέ. Αν αυτό δεν συνιστά υποκρισία, τότε τι συνιστά; Πώς γίνεται η Δημοκρατία να εμφανίζεται αμείλικτη όταν ο δολοφόνος είναι «ο άλλος», αλλά να παγώνει όταν ο δολοφόνος είναι «δικός μας»; Πώς γίνεται να διεκδικεί διεθνή δικαιοσύνη για εγκλήματα του 1996, αλλά να μην έχει το θάρρος να αγγίξει τα εγκλήματα του 1974; Πώς γίνεται η Κυπριακή Δημοκρατία να ζητά επίμονα επιχειρησιακή συνδρομή από τη Γιούροπολ για τη σύλληψη των δολοφόνων του Ισαάκ και του Σολωμού, ενώ την ίδια στιγμή αδιαφορεί πλήρως για την τιμωρία εξίσου στυγνών δολοφόνων μέσα στο ίδιό της το σπίτι;
*Οικονομολόγος, κοινωνικός επιστήμονας






