Του Ντίνου Έλληνα
Η αύξηση στην αντλία δεν μένει στην αντλία. Περνά στα τρόφιμα, στις μεταφορές, στην οικοδομή, στα ενοίκια, στο ρεύμα και, τελικά, στην τσέπη του πολίτη.
Κάθε φορά που ανεβαίνει η τιμή των καυσίμων, κοιτάζουμε πόσο περισσότερο θα πληρώσουμε για να γεμίσουμε το αυτοκίνητό μας.
Όμως, το πραγματικό κόστος είναι πολύ μεγαλύτερο.
Η Κύπρος είναι μια μικρή νησιωτική χώρα και εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις εισαγωγές, τις μεταφορές και την ενέργεια. Γι’ αυτό, μια αύξηση στις τιμές των καυσίμων δημιουργεί μια αλυσίδα ανατιμήσεων σε ολόκληρη την οικονομία.
Και οι αριθμοί είναι αποκαλυπτικοί.
Τον Αύγουστο του 2026, σε σύγκριση με τον Αύγουστο του 2025:
- τα πετρελαιοειδή αυξήθηκαν κατά 20,3%,
- οι μεταφορές αυξήθηκαν κατά 11,4%,
- η στέγαση, το ηλεκτρικό ρεύμα, το φυσικό αέριο και άλλα καύσιμα αυξήθηκαν κατά 6,9%,
- τα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά αυξήθηκαν κατά 3,8%.
Ο γενικός πληθωρισμός διαμορφώθηκε στο 3,5%.
Αυτά δεν είναι απλώς ποσοστά.
Είναι το κόστος που βλέπει ο πολίτης στην καθημερινότητά του.
Από το πλοίο στο σούπερ μάρκετ
Ένα προϊόν που εισάγεται στην Κύπρο πρέπει να μεταφερθεί με πλοίο, να περάσει από το λιμάνι, να μεταφερθεί στην αποθήκη και, από εκεί, στο κατάστημα.
Σε κάθε στάδιο υπάρχει κόστος ενέργειας και καυσίμων.
Όταν αυτό το κόστος αυξάνεται, πιέζονται οι εισαγωγείς, οι μεταφορείς και οι επιχειρήσεις, ενώ, τελικά, επιβαρύνεται ο καταναλωτής.
Γι’ αυτό, η αύξηση των καυσίμων δεν αφορά μόνο τον οδηγό.
Φτάνει στο ψωμί, στο γάλα, στο κρέας, στα λαχανικά και σε κάθε προϊόν που αγοράζει η οικογένεια.
Η ίδια πίεση πλήττει και την οικοδομή
Η κατασκευαστική βιομηχανία χρειάζεται υλικά, μεταφορές και ενέργεια. Πολλά από τα υλικά που χρησιμοποιούνται στην Κύπρο είναι εισαγόμενα.
Τον Αύγουστο του 2026, οι τιμές των κατασκευαστικών υλικών ήταν 3,39% υψηλότερες από τον Αύγουστο του 2025. Τα μεταλλικά προϊόντα αυξήθηκαν κατά 4,6%, ενώ οι τιμές του ξύλου, των μονωτικών, των χημικών και των πλαστικών αυξήθηκαν επίσης κατά 4,6%.
Το κόστος αυτό μετακυλίεται στην οικοδομή και στην τιμή της κατοικίας. Σε μια αγορά με περιορισμένη προσφορά, μπορεί, παράλληλα, να αυξήσει την πίεση και στα ενοίκια.
Έτσι, το ενεργειακό κόστος μετατρέπεται και σε στεγαστικό πρόβλημα.
Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη κυπριακή αντίφαση
Εδώ και χρόνια μιλάμε για τον φυσικό πλούτο της Κύπρου.
Το «Αφροδίτη» ανακαλύφθηκε το 2011 και ακολούθησαν appraisal γεωτρήσεις, μελέτες και σχέδια ανάπτυξης. Το 2025 εγκρίθηκε το τροποποιημένο σχέδιο ανάπτυξης και παραγωγής από την κοινοπραξία Chevron, Shell και NewMed.
Κι όμως, το 2026 δεν έχουμε ακόμη παραγωγή φυσικού αερίου από την Αφροδίτη.
Μάλιστα, μόλις στις 23 Σεπτεμβρίου 2026, η Προεδρία ανακοίνωσε ότι στόχος είναι να επιταχυνθούν τα επόμενα βήματα, να ληφθεί η τελική επενδυτική απόφαση και να αρχίσει η παραγωγή το συντομότερο δυνατό.
Το ερώτημα, λοιπόν, είναι απλό:
Πόσο ακόμη θα περιμένουμε από την ανακάλυψη μέχρι την πραγματική αξιοποίηση;
Δεν υποστηρίζει κανείς ότι το φυσικό αέριο θα λύσει όλα τα προβλήματα.
Ωστόσο, μια χώρα που αντιμετωπίζει τόσο έντονα το ενεργειακό κόστος δεν μπορεί να αφήνει ανεκμετάλλευτες τις δυνατότητές της για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
Τι πρέπει να κάνουμε;
Δεν αρκεί να αντιμετωπίζουμε κάθε ενεργειακή κρίση με ένα προσωρινό επίδομα ή μια προσωρινή μείωση φόρου.
Χρειάζεται ένα πολυετές σχέδιο με μετρήσιμους στόχους.
Πρώτον: Να επιταχυνθεί η αξιοποίηση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου, με σαφή χρονοδιαγράμματα και δημόσια ενημέρωση για την πορεία των έργων. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει ήδη εγκρίνει το σχέδιο ανάπτυξης της Αφροδίτης· τώρα το ζητούμενο είναι η μετάβαση από τον σχεδιασμό στην υλοποίηση.
Δεύτερον: Να επενδύσουμε μαζικά στην αποθήκευση ενέργειας και στα δίκτυα, ώστε περισσότερη φθηνή ανανεώσιμη ενέργεια να φτάνει πραγματικά στον καταναλωτή. Η ίδια η κυβέρνηση έχει θέσει την αποθήκευση και την αναβάθμιση του δικτύου ως βασικούς ενεργειακούς στόχους.
Τρίτον: Να δοθούν ισχυρότερα κίνητρα σε νοικοκυριά και μικρές επιχειρήσεις για φωτοβολταϊκά, μπαταρίες, ενεργειακή αναβάθμιση κτιρίων και εξοικονόμηση ενέργειας. Όχι μόνο επιδότηση της αγοράς, αλλά και απλές διαδικασίες και γρήγορη σύνδεση με το δίκτυο.
Τέταρτον: Να δημιουργηθεί ένας μόνιμος, στοχευμένος μηχανισμός στήριξης των ευάλωτων νοικοκυριών σε περιόδους μεγάλης ενεργειακής κρίσης, αντί για οριζόντιες επιδοτήσεις που κοστίζουν περισσότερο στο κράτος και δεν κατευθύνονται απαραίτητα σε αυτούς που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη.
Πέμπτον: Να στηριχθεί η κυπριακή παραγωγή. Η βιομηχανία, η γεωργία, η μεταποίηση και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις χρειάζονται κίνητρα για ενεργειακή αποδοτικότητα και σύγχρονο εξοπλισμό, ώστε η αύξηση του ενεργειακού κόστους να μην μετατρέπεται αυτόματα σε αύξηση της τιμής του προϊόντος.
Έκτον: Να συνδεθεί η ενεργειακή πολιτική με τη στεγαστική πολιτική. Οι ενεργειακά αποδοτικές νέες κατοικίες, οι ανακαινίσεις παλαιών κτιρίων και τα κίνητρα για αύξηση της προσφοράς προσιτής κατοικίας μπορούν να μειώσουν μακροπρόθεσμα τόσο το ενεργειακό κόστος όσο και την πίεση στη στέγαση.
Δεν χρειάζονται άλλες υποσχέσεις. Χρειάζεται σχέδιο.
Η Κύπρος δεν μπορεί να καθορίσει την παγκόσμια τιμή του πετρελαίου.
Μπορεί, όμως, να αποφασίσει πόσο εξαρτημένη θα παραμείνει από αυτό.
Η λύση δεν είναι μία.
Είναι ένας συνδυασμός:
φυσικό αέριο + ΑΠΕ + αποθήκευση + ισχυρότερο δίκτυο + εξοικονόμηση + στήριξη της παραγωγής + στοχευμένη προστασία των νοικοκυριών.
Γιατί το πρόβλημα είναι αλυσιδωτό:
Καύσιμα → μεταφορές → παραγωγή → τρόφιμα → οικοδομή → κατοικία → κόστος ζωής.
Και κάθε κρίκος αυτής της αλυσίδας καταλήγει στον ίδιο άνθρωπο:
τον πολίτη.
Η Κύπρος δεν μπορεί να ελέγξει τη διεθνή τιμή του πετρελαίου.
Μπορεί, όμως, να ελέγξει το πόσο ευάλωτη θα είναι.
Και εδώ χρειάζεται μια αλλαγή νοοτροπίας:
λιγότερες ανακοινώσεις, περισσότερα χρονοδιαγράμματα· λιγότερες εξαγγελίες, περισσότερα έργα· λιγότερη αναμονή, περισσότερα αποτελέσματα.
Γιατί ο πολίτης δεν πληρώνει τις καθυστερήσεις με ανακοινώσεις.
Τις πληρώνει στην αντλία, στο σούπερ μάρκετ, στο ενοίκιο, στον λογαριασμό του ρεύματος και στην καθημερινή του ζωή.
Κάτω από τη θάλασσα έχουμε φυσικό πλούτο.
Το μεγάλο στοίχημα είναι να τον μετατρέψουμε, επιτέλους, σε πραγματική αξία για την οικονομία και τον άνθρωπο.






