Συχνά λέμε ότι «αφού δεν λύνεται το Κυπριακό, τουλάχιστον δεν κερδίζει η Τουρκία». Η πραγματικότητα όμως είναι πιο σύνθετη. Η μη λύση δεν είναι απαραίτητα εις βάρος της. Αντίθετα, σε πολλά επίπεδα λειτουργεί υπέρ της, προσφέροντάς της μόνιμα μέσα πίεσης και επιρροής στην περιοχή. Με άλλα λόγια, το άλυτο Κυπριακό μπορεί για εμάς να είναι βάρος αλλά για την Τουρκία συχνά είναι εργαλείο.
Στην Κύπρο υπάρχει μια ιδιαίτερη κούραση. Όχι διαπραγματευτική αλλά της καθημερινότητας. Ζούμε σε ένα διχοτομημένο νησί πάνω από μισό αιώνα και έχουμε συνηθίσει τόσο πολύ την εκκρεμότητα ώστε ξεχνάμε κάτι απλό και σκληρό: για εμάς το Κυπριακό είναι πληγή· για την Τουρκία είναι μοχλός.
Αυτό το ασύμμετρο βίωμα αλλάζει τα πάντα. Ο ισχυρότερος παίκτης δεν «υποφέρει» από το αδιέξοδο· το αξιοποιεί. Εμείς μεγαλώνουμε μέσα του. Κάθε γενιά ενηλικιώνεται με το «κάποτε θα λυθεί» και το παραδίδει στην επόμενη. Το πρόβλημα γίνεται μέρος της ατμόσφαιρας -δεν το βλέπεις αλλά το αναπνέεις.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι όλα τα μεγάλα συλλογικά σχέδια, από την αξιοποίηση φυσικών πόρων μέχρι τη θέση της Κύπρου στην περιοχή, συνοδεύονται από έναν αστερίσκο: «εφόσον… αν ποτέ… όταν λυθεί…». Η αβεβαιότητα γίνεται σταθερά. Οι εκκρεμότητες συσσωρεύονται.
Σημαίνει επίσης ότι ο χάρτης δεν είναι μόνο τόποι και αποστάσεις αλλά μνήμες και απαγορεύσεις. Υπάρχουν πόλεις που δεν επισκέπτεσαι χωρίς να σφίγγεται κάτι μέσα σου, χωριά που τα ξέρεις από αφηγήσεις, σπίτια που είναι και δικά σου αλλά «δεν είναι». Μεγαλώνεις με βαριές λέξεις: κατεχόμενα, Πράσινη Γραμμή, νεκρή ζώνη. Μαθαίνεις ότι το αυτονόητο -ένα ενιαίο νησί- δεν είναι δεδομένο. Και το πιο οδυνηρό; Σιγά σιγά παύει να σου φαίνεται οδυνηρό. Γίνεται κανονικό.
Την ίδια στιγμή, για την Τουρκία το άλυτο λειτουργεί ως διαρκής διαπραγματευτικός μοχλός. Της επιτρέπει μόνιμη στρατιωτική παρουσία, ρόλο στα ενεργειακά και ναυτικά ζητήματα της Ανατολικής Μεσογείου και ένα σταθερό χαρτί απέναντι στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την Ελλάδα. Μπορεί να αυξομειώνει την ένταση ανάλογα με τις ανάγκες της. Για εμάς είναι μόνιμο παρόν· για εκείνη διακόπτης.
Υπάρχει όμως και μια ακόμη σκληρή διάσταση. Το άλυτο δεν πονά μόνο τους Ελληνοκυπρίους, πονά και τους Τουρκοκυπρίους, με διαφορετικό τρόπο: ανασφάλεια, διεθνή απομόνωση, πίεση στην ταυτότητα, αίσθηση ότι άλλοι αποφασίζουν για αυτούς. Κι όμως, αυτή η αγωνία δεν φαίνεται να βαραίνει ιδιαίτερα την Τουρκία. Αντίθετα, πολιτικές, όπως η συνεχής αύξηση των εποίκων, ενισχύουν την εντύπωση ότι το ζητούμενο δεν είναι η προστασία της τουρκοκυπριακής κοινότητας αλλά ο γεωπολιτικός έλεγχος του βορρά. Όσο μεταβάλλονται οι πληθυσμιακές ισορροπίες τόσο μεγαλώνει ο φόβος ότι οι Τουρκοκύπριοι δεν προστατεύονται αλλά χρησιμοποιούνται.
Και ίσως αυτή να είναι η πιο επικίνδυνη κανονικότητα: όταν ένα πρόβλημα, που για εμάς είναι υπαρξιακό, για τον ισχυρότερο γίνεται εργαλείο στρατηγικής.
Από αυτή την ασυμμετρία γεννιέται μια επικίνδυνη παγίδα: ο εθισμός στο «έτσι έχουν τα πράγματα», για τον οποίο δεν αντιλαμβάνεσαι πως κάποιος σού τον επιβάλλει. Οι συζητήσεις για λύση αντιμετωπίζονται άλλοτε με κυνισμό άλλοτε με ειρωνεία άλλοτε με φόβο και, την ίδια στιγμή, ο χρόνος δουλεύει υπέρ της παγίωσης. Όσο εμείς συνηθίζουμε τόσο η εκκρεμότητα στερεώνεται. Όσο η πληγή θεωρείται μόνιμη τόσο μοιάζει λιγότερο επείγουσα η θεραπεία της.
Για αυτό η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι μόνο η διχοτόμηση στον χάρτη αλλά η διχοτόμηση μέσα μας· η στιγμή που παύουμε να βλέπουμε την εκκρεμότητα ως πρόβλημα και αρχίζουμε να τη δεχόμαστε ως δεδομένη. Αυτή είναι η πιο επικίνδυνη κανονικότητα: εκείνη που δεν επιβάλλεται με βία αλλά εγκαθίσταται αθόρυβα, όσο εμείς πείθουμε τον εαυτό μας ότι «έτσι είναι τα πράγματα».
*Συγγραφέα





