Υπάρχει μια λεπτή γραμμή ανάμεσα στη διπλωματική ευελιξία και την πολιτική αντίφαση. Και τις τελευταίες ημέρες, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας φαίνεται να την έχει διαβεί όχι μία, αλλά επανειλημμένα. Από τη μία, ακούμε για «παράθυρο ευκαιρίας», για επανέναρξη συνομιλιών, για κινητικότητα από πλευράς ΟΗΕ. Από την άλλη, σε δηλώσεις του την 25η Μαρτίου, θέτει ως προϋπόθεση ότι οι Τουρκοκύπριοι πρέπει πρώτα να «επιστρέψουν» στην Κυπριακή Δημοκρατία για να έχουν λόγο. Δηλαδή, να αποδεχθούν εκ των προτέρων αυτό που υποτίθεται ότι αποτελεί το αντικείμενο της διαπραγμάτευσης.
Αυτή είναι η πολιτική γραμμή του Νίκου Χριστοδουλίδη; Γιατί αν αυτή είναι σημαίνει ότι κοροϊδεύει μια ολόκληρη διεθνή κοινότητα μαζί και τον ΟΗΕ.
Οι συνομιλίες στο Κυπριακό, όπως διαμορφώθηκαν μέσα από δεκαετίες διαπραγματεύσεων βασίζονται σε μια απλή αλλά κρίσιμη παραδοχή. Δύο κοινότητες αναζητούν από κοινού μια νέα συνταγματική τάξη. Δεν πρόκειται για διαδικασία επιστροφής της μίας πλευράς στην άλλη. Πρόκειται για συνεταιρισμό. Όταν, λοιπόν, ο Πρόεδρος εμφανίζεται να ζητά «επιστροφή» αντί για διαπραγμάτευση, ουσιαστικά ακυρώνει το ίδιο το πλαίσιο που επικαλείται. Δεν γίνεται να μιλάς για διάλογο και ταυτόχρονα να έχεις ήδη αποφασίσει το αποτέλεσμα. Και δεν είναι μόνο αυτό.
Η ίδια ρητορική που παρουσιάζει τους Τουρκοκύπριους ως «θύματα της κατοχής» θα έπρεπε, αν ήταν συνεπής, να οδηγεί σε πολιτικές ένταξης, εμπιστοσύνης, επαναπροσέγγισης. Αντί αυτού, οδηγεί σε όρους και προϋποθέσεις. Σε μια πολιτική που περισσότερο αποκλείει παρά προσεγγίζει. Αυτή η αντίφαση σε τι ακριβώς εξυπηρετεί;
Διότι στο ίδιο αφήγημα προστίθεται και μία άλλη, ακόμη πιο βαριά, θέση: η κατάργηση του συνόλου των θεμελιωδών ρυθμίσεων που συγκρότησαν την Κυπριακή Δημοκρατία. Μετά από 52 χρόνια κατοχής και 62 χρόνια από τα γεγονότα του 1964, τίθεται στο τραπέζι η κατάργηση της Συνθήκης Εγγυήσεων, της Συνθήκης Συμμαχίας, της Συνθήκης Εγκαθίδρυσης και των Βρετανικών Βάσεων και όχι μόνο.
Ανεξαρτήτως του πώς αξιολογεί κανείς αυτά τα αιτήματα, και πολλά από αυτά έχουν ιστορικό και πολιτικό βάρος, το ερώτημα παραμένει. Με ποια λογική θα προσέλθει κάποια στιγμή σε διαπραγμάτευση ζητώντας εκ των προτέρων την πλήρη ανατροπή του πλαισίου μέσα στο οποίο αυτή θα γίνει; Τι ακριβώς καλείται να διαπραγματευτεί η άλλη πλευρά;
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η διεθνής ανάγνωση αυτής της στάσης. Όταν η ίδια η Κυπριακή Δημοκρατία εμφανίζεται να απορρίπτει τις συνθήκες που τη συγκρότησαν, ανοίγει, έστω θεωρητικά, ένα επικίνδυνο παράθυρο. Να αμφισβητηθεί η ίδια της η συνέχεια. Να δοθούν επιχειρήματα σε όσους επιδιώκουν την αποαναγνώρισή της. Και τότε, πράγματι, δεν θα φταίνε μόνο οι άλλοι.
Σε αυτό το ήδη βαρύ σκηνικό προστίθεται και η πλήρης απουσία ουσιαστικού περιεχομένου από τις Δικοινοτικές Τεχνικές Επιτροπές. Θεσμοί που υποτίθεται ότι υπάρχουν για να «στρώνουν το έδαφος», να λύνουν πρακτικά ζητήματα, να δημιουργούν συγκλίσεις πριν καν φτάσουμε σε επίπεδο διαπραγμάτευσης, παραμένουν ουσιαστικά αδρανείς. Και αυτό είναι ίσως το πιο ανησυχητικό. Διότι χωρίς τεχνική προετοιμασία, χωρίς συγκεκριμένες συγκλίσεις και πρόοδο, τι ακριβώς περιμένουμε; Ότι θα προκύψει ξαφνικά μια συμφωνία και μετά θα αναρωτιόμαστε πώς εφαρμόζεται;
Η ιστορία του Κυπριακού έχει δείξει ακριβώς το αντίθετο. Και στο τέλος της ημέρας, το ερώτημα δεν είναι τι λέγεται δημόσια, αλλά τι πραγματικά επιδιώκεται. Γιατί όταν επικαλείσαι διαπραγμάτευση, αλλά θέτεις εκ των προτέρων τους όρους που την ακυρώνουν. Όταν μιλάς για διάλογο, αλλά αποκλείεις την ουσία του. Όταν επικαλείσαι λύση, αλλά οικοδομείς προϋποθέσεις που την καθιστούν ανέφικτη, τότε δεν έχουμε να κάνουμε με στρατηγική. Έχουμε να κάνουμε με προσποίηση.
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης δεν μπορεί να συνεχίσει να επενδύει πολιτικά στην ιδέα των συνομιλιών, την ίδια στιγμή που στην πράξη υπονομεύει το ίδιο τους το νόημα. Διότι κάποια στιγμή, η αντίφαση παύει να είναι τακτική και γίνεται επιλογή. Και τότε, η «βούληση για διαπραγμάτευση» δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα επικοινωνιακό άλλοθι. Από αυτά που μας έχει συνηθίσει εδώ και τρία χρόνια. Μια βολική αφήγηση για να συντηρείται η εικόνα κινητικότητας, χωρίς το κόστος της πραγματικής διαπραγμάτευσης. Όπως άλλωστε τον έχει διδάξει, ο πολιτικός του πατέρας, Νίκος Αναστασιάδης.
Και αυτό σε ένα ζήτημα όπως το Κυπριακό δεν είναι απλώς πολιτικό πρόβλημα. Είναι συνειδητή κοροϊδία. Μια κοροϊδία που, στο τέλος, δεν θα την πληρώσει κανένας πολιτικός σχεδιασμός αλλά ο ίδιος ο κυπριακός λαός. Γιατί τα περιθώρια δεν είναι απλώς περιορισμένα. Στενεύουν επικίνδυνα. Πλησιάζει η ώρα που ο κυπριακός λαός θα έρθει αντιμέτωπος με μια υποχρεωτική επίλυση του Κυπριακού. Η οποία πολύ φοβάμαι δεν θα αφήνει περιθώρια για κανένα ελιγμό αλλά ούτε και ουσιαστική διαπραγμάτευση. Με ένα Κυπριακό άλυτο για περισσότερο από μισό αιώνα, δεν υπάρχουν πλέον ούτε απεριόριστος χρόνος ούτε περιθώριο για τα επικοινωνιακά τερτίπια του Νίκου Χριστοδουλίδη. Καιρός να σοβαρευτεί και να αφήσει τις αντιφάσεις. Ο χρόνος δεν δουλεύει υπέρ μας με όλα όσα συμβαίνουν στην περιοχή.







