Μια διαχρονική αδυναμία της προσέγγισης της εξωτερικής πολιτικής που έχει διαμορφώσει ο Νίκος Χριστοδουλίδης, πρώτα ως υπουργός Εξωτερικών και σήμερα ως Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, είναι η πεποίθηση ότι η Κύπρος μπορεί να ενεργεί σαν να μην περιορίζεται στρατηγικά από τη διαίρεση του νησιού.
Αυτό είναι λάθος, γιατί η διαίρεση του νησιού εντείνει την αλληλεξάρτηση της εξωτερικής πολιτικής της Κύπρου με άλλα κράτη. Στα οικονομικά, η αλληλεξάρτηση επηρεάζει τη λήψη στρατηγικών αποφάσεων, αφού οι ενέργειες ενός δρώντα επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα των επιλογών ενός άλλου. Το ίδιο ισχύει ακόμη πιο έντονα στην εξωτερική πολιτική.
Η Κύπρος είναι ένα διαιρεμένο νησί, με τουρκικά στρατεύματα να κατέχουν το βόρειο τμήμα του. Αυτό επιτρέπει στην Τουρκία, η οποία σήμερα δεν δεσμεύεται από οποιαδήποτε ενεργή διαπραγματευτική διαδικασία για επίλυση του Κυπριακού, να αντιδρά εντός της Κύπρου απέναντι σε αποφάσεις εξωτερικής πολιτικής της Κυπριακής Δημοκρατίας, όταν θεωρεί ότι αυτές απειλούν τα συμφέροντά της.
Παρότι είναι κατανοητό ότι ο Πρόεδρος Χριστοδουλίδης επιθυμεί να τονίσει τη δυνατότητα της Κυπριακής Δημοκρατίας να διαθέτει στρατηγική αυτονομία, η παρουσία του τουρκικού στρατού στα κατεχόμενα σημαίνει ότι οι πιθανές τουρκικές αντιδράσεις επί του εδάφους πρέπει να λαμβάνονται υπόψη κατά τη λήψη αποφάσεων εξωτερικής πολιτικής.
Αν αυτές οι πιθανές αντιδράσεις δεν λαμβάνονται υπόψη, τότε ο βασικός στόχος της εξωτερικής πολιτικής της Κυπριακής Δημοκρατίας, μια διαπραγματευμένη λύση στη
διαίρεση του νησιού, μπορεί να υπονομευθεί επικίνδυνα. Δύο πρόσφατα παραδείγματα το καταδεικνύουν.
Τον Μάρτιο του 2026, η Κύπρος ζήτησε από την Ελλάδα να στείλει τέσσερα μαχητικά αεροσκάφη F-16 στο νησί, προς ενίσχυση της αεράμυνάς της απέναντι σε drones, μετά από επίθεση ιρανικού drone κατά των Βρετανικών Βάσεων. Η κίνηση αυτή βελτίωσε τις αμυντικές δυνατότητες της Κύπρου. Ωστόσο, παρουσιάστηκε τόσο στο εσωτερικό όσο και στο εξωτερικό και ως ορατή ενίσχυση της στρατιωτικής σχέσης Ελλάδας-Κύπρου. Η Τουρκία αντέδρασε στέλνοντας έξι μαχητικά αεροσκάφη F-16 στα κατεχόμενα, αυξάνοντας τη στρατιωτική ένταση.
Τον Απρίλιο του 2026, η Κυπριακή Δημοκρατία δήλωσε ότι επιθυμεί να επαναδιαπραγματευθεί το καθεστώς των Βρετανικών Βάσεων. Πάρα το γεγονός ότι είναι μια δημοφιλή θέση, υπάρχουν σοβαρές στρατηγικές παράμετροι, καθώς η βάση Δεκέλειας εφάπτεται με περιοχή που ελέγχεται από τον τουρκικό στρατό. Επομένως, οποιαδήποτε συζήτηση περί επαναδιαπραγμάτευσης χωρίς να λαμβάνεται υπόψη αυτό το δεδομένο, μπορεί να οδηγήσει την Τουρκία σε αντίδραση. Στις 16 Απριλίου, ο τουρκικός στρατός επιχείρησε να ασκήσει έλεγχο σε περιοχή κοντά στην Πύλα, ακριβώς δυτικά της Δεκέλειας, προκαλώντας τη σοβαρότερη κλιμάκωση στην περιοχή από το 2023.
Και στις δύο περιπτώσεις, η ίδια αδυναμία στην εξωτερική πολιτική της Κυπριακής Δημοκρατίας είναι εμφανής: αγνοήθηκε η αλληλεξάρτηση που προκαλεί η συνεχιζόμενη διαίρεση του νησιού. Η κυβέρνηση του προέδρου Χριστοδουλίδη ενήργησε αγνοώντας προβλέψιμες αντιδράσεις από την Τουρκία.
Είναι αυτή η αλληλεξάρτηση λόγος για να μην χαράσσει η Κυπριακή Δημοκρατία τη δική της ανεξάρτητη πορεία; Κάθε άλλο. Αντιθέτως, η αλληλεξάρτηση θα έπρεπε να επιφέρει την επίγνωση ότι μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία μπορεί να επιτευχθεί μόνο μέσα από τη λύση του Κυπριακού και όχι μέσα από τη συνέχιση της διαίρεσης του νησιού.
Η Κυπριακή Δημοκρατία θα έχει περισσότερο χώρο να κινηθεί στην εξωτερική πολιτική, αν καταστήσει την επίλυση του Κυπριακού σαν την ύψιστη στρατηγική προτεραιότητα σε θέματα εξωτερικής πολιτικής. Μια σοβαρή προσπάθεια επανεκκίνησης των διαπραγματεύσεων δεν αποδυναμώνει την εξωτερική πολιτική αλλά την ενισχύει. Όσο αυτή η προτεραιότητα απουσιάζει από τις αποφάσεις της εξωτερικής πολιτικής, η Κύπρος θα συνεχίσει να πληρώνει το κόστος της αλληλεξάρτησης, δίνοντας στην Τουρκία τη δυνατότητα να αντιδρά επί του εδάφους.







