Γράφει ο Νίκος Μεσαρίτης
Ο λαϊκισμός ως πολιτικό φαινόμενο. Συχνά παρουσιάζεται απλώς ως υπερβολική δημαγωγία ή ως πολιτική εξαπάτηση. Όμως είναι κάτι βαθύτερο. Είναι ένας τρόπος με τον οποίο οι κοινωνίες μέσω των δημαγωγών προσπαθούν να ξεφύγουν από την πολυπλοκότητα και την αλήθεια της πραγματικότητας.
Ο λαϊκιστής υπόσχεται κάτι εξαιρετικά ελκυστικό: ότι τα δύσκολα είναι στην πραγματικότητα απλά. Ότι για κάθε πρόβλημα υπάρχει ένας ένοχος. Ότι η κοινωνία είναι «αγνή», αλλά προδόθηκε από ελίτ, ξένους, μειονότητες, διεφθαρμένους ή «αντιπάλους του λαού». Και πάνω απ' όλα, ότι υπάρχει ένας άνθρωπος ή μία δύναμη που μπορεί να αποκαταστήσει την τάξη σχεδόν μαγικά.
Γι' αυτό ο λαϊκισμός δεν γεννιέται σε περιόδους αυτοπεποίθησης. Γεννιέται σε περιόδους φόβου, ταπείνωσης και αβεβαιότητας. Η Ευρώπη του Μεσοπολέμου είναι ίσως το πιο δραματικό παράδειγμα.
Μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οικονομική κατάρρευση, πληθωρισμός, ανεργία και κοινωνική αποσύνθεση δημιούργησαν τεράστια ψυχολογική ανάγκη για «σωτήρες». Ο φασισμός στην Ιταλία και ο ναζισμός επικράτησαν κυρίως επειδή πρόσφεραν απλές απαντήσεις σε κοινωνίες που είχαν χάσει την εμπιστοσύνη τους στη δημοκρατία και στον ορθό λόγο.
Υποσχέθηκαν εθνική ανάταση, νίκες και επέκταση. Προκάλεσαν παγκόσμιο πόλεμο, πολύ σύντομα σε μια τετραετία κατέληξαν σε ερείπια και εκατομμύρια θανάτους.
Αλλά και μεταγενέστερα ο λαϊκισμός εμφανίστηκε επανειλημμένα στην Ευρώπη: άλλοτε ως ακραίος εθνικισμός, άλλοτε ως εύκολη αντισυστημική ρητορική.
Η Κύπρος δεν αποτελεί εξαίρεση.
Και εδώ ο λαϊκισμός συχνά ντύθηκε με εθνικά σύμβολα και «ηρωικές» υποσχέσεις. Το πρόβλημα δεν ήταν ποτέ η αγάπη προς την πατρίδα. Το πρόβλημα ήταν όταν η αγάπη αντικαταστάθηκε από ψευδαισθήσεις μεγαλείου και από την πεποίθηση ότι τα συνθήματα μπορούν να νικήσουν τη γεωπολιτική πραγματικότητα.
Το πραξικόπημα του 1974 αποτελεί ίσως το πιο τραγικό παράδειγμα λαϊκίστικης πολιτικής σκέψης στην κυπριακή Ιστορία. Η ψευδαίσθηση ότι η Ιστορία λυγίζει μπροστά στη βούληση, ότι οι διεθνείς συσχετισμοί μπορούν να αγνοηθούν και ότι η δημοκρατία είναι δευτερεύουσα μπροστά στην «εθνική αποστολή», οδήγησε σε εθνική καταστροφή. Και όμως, ακόμη και σήμερα, μορφές πολιτικού λόγου που υπόσχονται εύκολες λύσεις εξακολουθούν να βρίσκουν ακροατήριο. Γιατί; Διότι ο λαϊκισμός δεν τρέφεται μόνο από τους πολιτικούς. Τρέφεται και από βαθιές ανθρώπινες ανάγκες.
Οι κοινωνίες έχουν ανάγκη από μύθους. Από αφηγήσεις που δίνουν νόημα, ασφάλεια και ελπίδα. Σε περιόδους κρίσης, οι άνθρωποι δυσκολεύονται να αντέξουν την αβεβαιότητα. Προτιμούν πολλές φορές μια βεβαιότητα ψεύτικη παρά μια δύσκολη αλήθεια. Εδώ ακριβώς βρίσκεται και η διαφορά ανάμεσα στον λαϊκισμό και στη δημοκρατική λαϊκή πολιτική.
Η δημοκρατική πολιτική απευθύνεται στον λαό με σεβασμό. Προσπαθεί να τον πείσει, όχι να τον κολακέψει. Αναγνωρίζει τα προβλήματα χωρίς να τα απλουστεύει. Ζητά συμμετοχή και ευθύνη.
Ο λαϊκισμός κάνει το αντίθετο. Δεν αντιμετωπίζει τους πολίτες ως ώριμους ανθρώπους αλλά ως εύκολο κοινό προς χειραγώγηση. Δεν λέει αυτό που χρειάζεται να ακουστεί, αλλά αυτό που είναι ευχάριστο να ακουστεί.
Γι' αυτό και ο λαϊκισμός έχει πάντοτε ανάγκη από εχθρούς. Χωρίς εχθρούς καταρρέει. Χρειάζεται συνεχώς προδότες, σκοτεινά κέντρα, «αντιλαϊκές» δυνάμεις ή εξωτερικές απειλές ώστε να διατηρεί συναισθηματική ένταση.
Όμως ο λαϊκισμός περιέχει και το σπέρμα της φθοράς του. Πεθαίνει όταν συγκρούεται με την πραγματικότητα. Όταν οι υποσχέσεις αποτυγχάνουν. Όταν η κοινωνία αρχίζει να αντιλαμβάνεται ότι οι κραυγές δεν παράγουν αποτέλεσμα.
Αλλά αυτό δεν αρκεί πάντα. Υπάρχουν κοινωνίες που, ακόμη και μετά από αποτυχίες, επιστρέφουν ξανά στον λαϊκισμό με νέα πρόσωπα και νέα συνθήματα. Γιατί ο λαϊκισμός είναι πιο συναισθηματικός παρά λογικός μηχανισμός.
Γι' αυτό ο πραγματικός του θάνατος έρχεται μόνο με πολιτική και πολιτισμική ωρίμανση. Όταν οι πολίτες πάψουν να αναζητούν σωτήρες. Όταν αποδεχθούν ότι η δημοκρατία δεν είναι θέαμα αλλά δύσκολη συλλογική εργασία. Όταν κατανοήσουν ότι τα μεγάλα προβλήματα απαιτούν χρόνο, γνώση, θεσμούς και συμβιβασμούς.
Οι ώριμες κοινωνίες δεν είναι εκείνες που δεν θυμώνουν. Είναι εκείνες που δεν παραδίδουν τον θυμό τους σε δημαγωγούς.
Και ίσως αυτό να είναι το πιο δύσκολο μάθημα της εποχής μας: ότι οι κοινωνίες δεν κινδυνεύουν μόνο από εκείνους που λένε ψέματα. Κινδυνεύουν όταν αρχίζουν να έχουν ανάγκη αυτά τα ψέματα για να αντέξουν την πραγματικότητα. Ο λαϊκισμός, τελικά, δεν πεθαίνει μόνο όταν αποκαλύπτεται η απάτη του. Πεθαίνει όταν οι πολίτες αποκτούν το θάρρος να αναλάβουν τις ευθύνες τους.
Ο λαϊκισμός δεν θα πεθάνει επειδή θα τον νικήσει κάποιος αντίπαλος. Θα πεθάνει μόνο όταν οι πολίτες πάψουν να τον χρειάζονται. Όταν προτιμήσουν την αλήθεια από το ευχάριστο ψέμα, τη μόρφωση από την προκατάληψη και την άρνηση ν' ακολουθούν «σωτήρες». Ο λαϊκισμός είναι ένα τέρας που τρέφεται από τους φόβους, τις απογοητεύσεις και τις αυταπάτες μιας κοινωνίας. Και όπως κάθε τέρας, δεν αρκεί να το περιγράφεις ή να το καταγγέλλεις. Πρέπει να του στερήσεις την τροφή του. Μόνο τότε μπορεί πραγματικά να πεθάνει.







