Τη θέση ότι ο μεγάλος κερδισμένος της Συνόδου Κορυφής του ΝΑΤΟ είναι ο Ντόναλντ Τραμπ και όχι ο Ταγίπ Ερντογάν εξέφρασε ο διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών, Χρήστος Ιακώβου, σχολιάζοντας τις εξελίξεις των τελευταίων δύο ημερών στη Σύνοδο Κορυφής του ΝΑΤΟ, στην εκπομπή «Πρωινή Επιθεώρηση» στο ραδιόφωνο του Πολίτη 107,6 και 97,6.
Όπως ανέφερε, το βασικό διακύβευμα για τη Συμμαχία δεν είναι οι συναντήσεις κορυφής ή οι επιμέρους διμερείς επαφές, αλλά η επιμονή του Αμερικανού Προέδρου να μειώσει τη στρατιωτική και οικονομική συνεισφορά των Ηνωμένων Πολιτειών στην ευρωπαϊκή ασφάλεια.
Σύμφωνα με τον κ. Ιακώβου, εάν η προσέγγιση αυτή μετουσιωθεί σε συγκεκριμένες πολιτικές, τότε «ενδέχεται να μεταβληθεί ουσιαστικά ο ρόλος και η αποστολή του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη, όπως τα γνωρίζαμε μέχρι σήμερα», ενώ θα αυξηθεί η πίεση προς τα ευρωπαϊκά κράτη να αναλάβουν μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την άμυνα και την ασφάλειά τους.
Αναφερόμενος στις περιφερειακές εξελίξεις, σημείωσε ότι η Σύνοδος πραγματοποιήθηκε εν μέσω της κρίσης με το Ιράν, την οποία η Τουρκία επιχείρησε να αξιοποιήσει πολιτικά, προκαλώντας, όπως είπε, ενόχληση στο Ισραήλ και προσωπικά στον Μπενιαμίν Νετανιάχου.
Επικοινωνιακή επαναπροσέγγιση Άγκυρας – Ουάσιγκτον
Ο Χρήστος Ιακώβου έκανε λόγο για μια επαναπροσέγγιση μεταξύ Τουρκίας και Ηνωμένων Πολιτειών, η οποία, ωστόσο, «προς το παρόν είναι περισσότερο επικοινωνιακή παρά ουσιαστική».
Όπως εξήγησε, το σημαντικότερο ζήτημα στις συνομιλίες αφορά τις κυρώσεις που επιβλήθηκαν στην Τουρκία βάσει του νόμου CAATSA μετά την αγορά των ρωσικών πυραύλων S-400, οι οποίες οδήγησαν και στον αποκλεισμό της χώρας από το πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35.
Ο ίδιος διευκρίνισε ότι από τις επαφές δεν προέκυψε κάποια άμεση άρση των κυρώσεων, αλλά μόνο συζήτηση για πιθανές αλλαγές στο μέλλον. Υπογράμμισε μάλιστα ότι μια τέτοια απόφαση δεν μπορεί να ληφθεί χωρίς τη συμμετοχή του αμερικανικού Κογκρέσου.
Κατά τον κ. Ιακώβου, οι συζητήσεις επικεντρώνονται στο μέλλον των S-400, είτε μέσω αποθήκευσής τους είτε μέσω μεταφοράς τους σε τρίτη χώρα, ώστε να μπορούσε να ανοίξει ο δρόμος για την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35. Ωστόσο, τόνισε ότι πρόκειται για προθέσεις και όχι για ειλημμένες αποφάσεις.
Γιατί αντιδρά το Ισραήλ
Ο διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών εξήγησε ότι τα F-35 αποτελούν αεροσκάφη πέμπτης γενιάς με εξαιρετικά σημαντικές δυνατότητες σε επίπεδο συλλογής, επεξεργασίας και διαμοιρασμού πληροφοριών, λειτουργώντας ως «πολλαπλασιαστής ισχύος» στο σύγχρονο πεδίο επιχειρήσεων.
Όπως ανέφερε, το Ισραήλ δεν επιθυμεί κάποιο άλλο κράτος της περιοχής να αποκτήσει αντίστοιχες δυνατότητες και γι’ αυτό η αντίδραση του Νετανιάχου είναι, από ισραηλινή σκοπιά, απολύτως αναμενόμενη.
Παράλληλα, εκτίμησε ότι οι σχετικές διαρροές και δηλώσεις λειτουργούν και ως αποτρεπτικός παράγοντας απέναντι σε μια πιθανή επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των F-35, ενώ ενδέχεται να εξυπηρετούν και τη δημιουργία θετικού κλίματος κατά τη διάρκεια της Συνόδου.
Ανησυχία για την Ελλάδα
Ερωτηθείς κατά πόσο η Ελλάδα έχει λόγους να ανησυχεί, ο κ. Ιακώβου απάντησε καταφατικά, σημειώνοντας ότι η Τουρκία έχει ζητήσει έως και 40 F-35.
Υπενθύμισε επίσης ότι η τουρκική συμμετοχή στο πρόγραμμα δεν περιοριζόταν μόνο στην προμήθεια αεροσκαφών, αλλά επεκτεινόταν και στη βιομηχανική παραγωγή εξαρτημάτων, γεγονός που προσέφερε τεχνογνωσία, πρόσβαση σε προηγμένη τεχνολογία και ενίσχυση της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας.
Κατά την εκτίμησή του, η απόκτηση των αεροσκαφών θα παρείχε στην Άγκυρα ένα σημαντικό στρατηγικό πλεονέκτημα έναντι άλλων κρατών της περιοχής.
Δύσκολη η εξομάλυνση Τουρκίας – Ισραήλ
Αναφερόμενος στο ενδεχόμενο αμερικανικής διαμεσολάβησης για βελτίωση των σχέσεων Τουρκίας και Ισραήλ, ο κ. Ιακώβου είπε ότι κάτι τέτοιο είναι θεωρητικά εφικτό, αλλά στην πράξη ιδιαίτερα δύσκολο.
Όπως εξήγησε, η Τουρκία έχει επενδύσει στρατηγικά σε δυνάμεις και οργανώσεις που το Ισραήλ θεωρεί απειλή, ενώ η ρητορική της απέναντι στο εβραϊκό κράτος υπήρξε τα τελευταία χρόνια ιδιαίτερα επιθετική.
«Η επιστροφή στο μοντέλο στρατηγικής συνεργασίας Τουρκίας – Ισραήλ της δεκαετίας του 1990 μοιάζει σήμερα περισσότερο με ρητορική επιδίωξη παρά με ρεαλιστική προοπτική», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Χαμηλά στην ατζέντα το Κυπριακό
Σε ό,τι αφορά το Κυπριακό, ο Χρήστος Ιακώβου εκτίμησε ότι μπορεί να απασχόλησε ορισμένες συζητήσεις στο περιθώριο της Συνόδου, χωρίς ωστόσο να βρίσκεται ψηλά στην ατζέντα του ΝΑΤΟ.
Όπως είπε, για να υπάρξει ουσιαστική κινητικότητα απαιτείται να ενταχθεί σε έναν ευρύτερο γεωστρατηγικό ανασχεδιασμό, στο πλαίσιο του οποίου η επίλυση του Κυπριακού θα θεωρηθεί αναγκαία για την εξυπηρέτηση νέων στρατηγικών αναγκών.
Παρότι αναγνώρισε ότι υπάρχει ενδιαφέρον και βούληση από αμερικανικής πλευράς, δεν θεωρεί ότι η συγκεκριμένη Σύνοδος μπορεί να οδηγήσει σε άμεσες εξελίξεις ή στην έναρξη νέας διαδικασίας διαλόγου.
«Ο μεγάλος κερδισμένος είναι ο Τραμπ»
Συνοψίζοντας την αποτίμησή του για τη Σύνοδο, ο κ. Ιακώβου υποστήριξε ότι «ο μεγάλος κερδισμένος είναι ο Ντόναλντ Τραμπ», καθώς, όπως είπε, επιβάλλει ολοένα και περισσότερο τις απόψεις του για τον ρόλο και την αποστολή του ΝΑΤΟ.
Αντίθετα, εκτίμησε ότι ο Ταγίπ Ερντογάν επιχείρησε κυρίως να αξιοποιήσει επικοινωνιακά τη Σύνοδο, προβάλλοντας την εικόνα μιας ισχυρής περιφερειακής δύναμης που συνομιλεί ισότιμα με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
«Εάν δεν υπάρξουν συγκεκριμένες αποφάσεις που να ικανοποιούν το βασικό του αίτημα για τα F-35, θεωρώ ότι σε λίγες εβδομάδες ελάχιστοι θα θυμούνται τη Σύνοδο υπό αυτό το πρίσμα», ανέφερε, προσθέτοντας ότι αυτό που τελικά θα μείνει είναι η συνεχής πίεση του Αμερικανού Προέδρου για αναθεώρηση του ρόλου και της αποστολής του ΝΑΤΟ στην Ευρώπη.






