Υπάρχει μια επικίνδυνη ψευδαίσθηση που εδώ και χρόνια έχει ριζώσει στην κυπριακή κοινωνία: ότι, όσο δεν λύνεται το Κυπριακό, περίπου τίποτα δεν αλλάζει. Ότι μπορούμε να περιμένουμε. Ότι μπορούμε να χάσουμε ακόμη έναν χρόνο, ακόμη μία πρωτοβουλία, ακόμη έναν γύρο επαφών και να επιστρέψουμε αργότερα στο ίδιο τραπέζι, με τα ίδια δεδομένα και τις ίδιες επιλογές. Μόνο που η Ιστορία δεν λειτουργεί έτσι. Κάθε χρόνος που περνά χωρίς λύση δεν διατηρεί το σημερινό καθεστώς. Το μεταβάλλει. Και σχεδόν πάντοτε εις βάρος της προοπτικής επανένωσης της πατρίδας μας.
Αυτό είναι που θα έπρεπε σήμερα να μας ανησυχεί περισσότερο από οτιδήποτε άλλο. Σε έναν κόσμο που συγκλονίζεται από πολέμους, γεωπολιτικές ανατροπές και τεράστιες ανθρωπιστικές κρίσεις, το γεγονός ότι τα Ηνωμένα Έθνη εξακολουθούν, περισσότερο από μισό αιώνα μετά, να επενδύουν πολιτικό χρόνο και διπλωματικό κεφάλαιο στο Κυπριακό, δεν είναι κάτι που πρέπει να θεωρούμε δεδομένο. Και όμως, ακόμη και όταν ο ίδιος ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ επιχειρεί να δημιουργήσει ξανά συνθήκες προόδου, εμείς καταφέρνουμε να επιστρέφουμε στο γνώριμο έργο: δηλώσεις, ερμηνείες, αλληλοκατηγορίες και συζητήσεις για το ποιος φταίει περισσότερο. Το πραγματικό ερώτημα, όμως, δεν είναι ποιος κέρδισε την επικοινωνιακή μάχη της επόμενης ημέρας. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν κερδίζει ή χάνει η Κύπρος. Και φοβάμαι ότι εδώ και πολλά χρόνια η Κύπρος χάνει. Ο Αντόνιο Γκουτέρες γνωρίζει το Κυπριακό ίσως καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο εν ενεργεία διεθνή αξιωματούχο. Έζησε το Κραν Μοντανά. Είδε πόσο κοντά μπορούσαμε να φτάσουμε. Γνωρίζει τις συγκλίσεις, τις διαφορές, τις κόκκινες γραμμές και, κυρίως, γνωρίζει πόσες ευκαιρίες έχουν ήδη χαθεί.
Το Κυπριακό δεν πάσχει από έλλειψη συναντήσεων. Δεν πάσχει από έλλειψη εγγράφων, απεσταλμένων ή διασκέψεων. Πάσχει εδώ και χρόνια από κάτι πολύ πιο δύσκολο: από έλλειψη ηγεσίας αποφασισμένης να αναλάβει το πολιτικό κόστος της λύσης. Γιατί η λύση δεν θα έρθει ποτέ χωρίς δύσκολες αποφάσεις. Κανένας Πρόεδρος δεν θα επιστρέψει από μια πραγματική διαπραγμάτευση έχοντας πάρει το 100% όσων επιθυμούμε. Το ίδιο ισχύει και για την άλλη κοινότητα. Αυτό είναι διαπραγμάτευση. Το ερώτημα είναι εάν το αποτέλεσμα προστατεύει την Κυπριακή Δημοκρατία, απαλλάσσει την Κύπρο από την κατοχή και δημιουργεί ένα λειτουργικό, ευρωπαϊκό και ασφαλές κράτος για τις επόμενες γενιές.
Το Κραν Μοντανά θα έπρεπε να μας είχε διδάξει κάτι
Μπορούμε να διαφωνούμε ακόμη για το 2017. Μπορούμε να γράψουμε εκατοντάδες σελίδες για το ποιος έκανε τι, ποιος είπε τι και ποιος φέρει μεγαλύτερη ευθύνη. Ένα πράγμα, όμως, δεν μπορεί να αμφισβητηθεί: η ευκαιρία χάθηκε και τα δεδομένα που ακολούθησαν έγιναν χειρότερα. Αυτό ακριβώς είναι το πρόβλημα με τη θεωρία ότι «μπορούμε να περιμένουμε». Περιμέναμε. Και τι συνέβη; Η διχοτόμηση έγινε βαθύτερη. Τα τετελεσμένα αυξήθηκαν. Η Τουρκία ενίσχυσε ακόμη περισσότερο την παρουσία και την επιρροή της στα κατεχόμενα. Οι νέες γενιές μεγαλώνουν ολοένα περισσότερο χωριστά. Και η διεθνής κοινότητα έχει μπροστά της δεκάδες άλλες κρίσεις που απαιτούν άμεση προσοχή. Πόσες ακόμη φορές πιστεύουμε ότι η Ιστορία θα μας προσφέρει την ίδια ευκαιρία;
Χρειαζόμαστε πολιτικό ρεαλισμό
Σε δύσκολες εποχές η Κύπρος είχε ηγέτες που μπορούσαν να βλέπουν πέρα από την επόμενη εκλογική αναμέτρηση. Ο Γλαύκος Κληρίδης και ο Γιώργος Βασιλείου, με διαφορετικές πολιτικές αφετηρίες και διαφορετικές προσωπικότητες, είχαν κάτι που σήμερα λείπει δραματικά από τον δημόσιο διάλογο: την τόλμη να λένε στον λαό ότι η πραγματικότητα δεν αλλάζει επειδή δεν μας αρέσει. Κατανοούσαν ότι η πολιτική δεν είναι διαγωνισμός πατριωτικών συνθημάτων, είναι η τέχνη του εφικτού.
Και πάνω απ' όλα κατανοούσαν ότι η μη λύση δεν είναι μια ουδέτερη επιλογή. Έχει συνέπειες. Σήμερα νοσταλγούμε ακριβώς αυτή την πολιτική ευθύτητα.
Όχι επειδή πρέπει να εξιδανικεύσουμε το παρελθόν, αλλά επειδή χρειαζόμαστε ξανά ηγεσίες που θα έχουν το θάρρος να εξηγήσουν στον κόσμο όχι μόνο τους κινδύνους μιας συμφωνίας, αλλά και το πολύ μεγαλύτερο κόστος μιας μόνιμα διχοτομημένης Κύπρου.
Η «αποστολή ζωής»
Ο Πρόεδρος, Νίκος Χριστοδουλίδης, έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει την επίλυση του Κυπριακού ως αποστολή της ζωής του. Θέλω να πιστεύω ότι το εννοεί. Αλλά τέτοιες ιστορικές δηλώσεις δημιουργούν και ιστορικές υποχρεώσεις. Η λύση του Κυπριακού δεν μπορεί να είναι ταυτόχρονα «αποστολή ζωής» και μια διαδικασία που προσαρμόζεται στις ανάγκες της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης. Ούτε μπορεί ένας Πρόεδρος να θέλει πραγματικά λύση και ταυτόχρονα να φοβάται διαρκώς την αντίδραση εκείνων των πολιτικών δυνάμεων που, στην πράξη, έχουν μάθει να αισθάνονται ασφαλείς μέσα στο σημερινό αδιέξοδο. Εδώ βρίσκεται και η μεγάλη ευθύνη του Προέδρου. Να αποφασίσει τι θέλει να αφήσει πίσω του. Μια δεύτερη θητεία; Ή μια διαφορετική Κύπρο; Γιατί οι δύο στόχοι μπορεί κάποια στιγμή να συγκρουστούν. Και τότε θα φανεί τι πραγματικά σημαίνει πολιτική ηγεσία.
Η ευθύνη της τ/κ πλευράς
Ασφαλώς οι ευθύνες δεν βρίσκονται μόνο στη δική μας πλευρά. Ο Τουφάν Έρχιουρμαν δημιούργησε προσδοκίες σε όσους εξακολουθούν να πιστεύουν στην επανένωση. Και αυτές οι προσδοκίες πρέπει να μετατραπούν σε πράξεις. Οι προοδευτικές και μετριοπαθείς δυνάμεις της τουρκοκυπριακής κοινότητας γνωρίζουν, επίσης, ότι ο χρόνος λειτουργεί εναντίον τους. Όσο η λύση απομακρύνεται, τόσο ενισχύεται η εξάρτηση των κατεχομένων από την Τουρκία. Και όσο αυτή η εξάρτηση βαθαίνει, τόσο δυσκολότερο θα γίνεται στο μέλλον ακόμη και να μιλάμε για μια πραγματικά ομοσπονδιακή, επανενωμένη Κύπρο. Γι' αυτό και ο Έρχιουρμαν οφείλει να δείξει στην πράξη ότι αποτελεί δύναμη λύσης και όχι απλώς μια διαφορετική φωνή διαχείρισης του αδιεξόδου. Αν δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε ούτε στα μικρά, πώς θα φτάσουμε στα μεγάλα;
Ίσως το πιο απογοητευτικό στοιχείο είναι η αδυναμία να υλοποιηθούν ακόμη και σχετικά απλά μέτρα που θα μπορούσαν να φέρουν τις δύο κοινότητες πιο κοντά.
Νέα σημεία διέλευσης. Μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης. Πρακτικές κινήσεις που θα διευκολύνουν την καθημερινότητα των ανθρώπων.
Και όμως, ακόμη και αυτά εγκλωβίζονται σε τακτικισμούς. Αν δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε στα αυτονόητα, πώς ακριβώς θα πείσουμε οποιονδήποτε ότι είμαστε έτοιμοι να λύσουμε τα δύσκολα;
Το 2028
Κάποια στιγμή ο ΟΗΕ μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο που μπορεί να κάνει μέχρι να υπάρξουν οι πολιτικές προϋποθέσεις για πραγματική συμφωνία. Και τότε η ευθύνη θα επιστρέψει εκεί όπου πραγματικά ανήκε, σε εμάς, στους πολίτες.
Οι επόμενες προεδρικές εκλογές δεν πρέπει να εξελιχθούν σε ακόμη έναν διαγωνισμό υποσχέσεων, προσωπικοτήτων και επικοινωνιακών τεχνασμάτων.
Και κυρίως: είσαι έτοιμος να αναλάβεις το πολιτικό κόστος μιας ιστορικής συμφωνίας;
Αυτό που χρειαζόμαστε είναι ηγέτες που θα έχουν το θάρρος να προστατεύσουν το μέλλον αυτού του τόπου, γιατί εύκολους «πατριώτες» είχαμε πολλούς.
Η μεγαλύτερη παραχώρηση
Εδώ και δεκαετίες ακούμε τη λέξη «παραχώρηση» σαν να είναι το μεγαλύτερο κακό που μπορεί να συμβεί στην Κύπρο. Υπάρχει, όμως, μια παραχώρηση που κάνουμε κάθε ημέρα χωρίς καν να τη συζητούμε. Παραχωρούμε έδαφος στον χρόνο. Παραχωρούμε χώρο στα τετελεσμένα. Παραχωρούμε στις επόμενες γενιές μια πατρίδα περισσότερο διαιρεμένη από αυτήν που παραλάβαμε. Και κάποια ημέρα, εάν συνεχίσουμε έτσι, ίσως ανακαλύψουμε ότι εκείνο που κάποτε απορρίπταμε ως «επώδυνο συμβιβασμό» ήταν πολύ καλύτερο από αυτό που τελικά μάς άφησε η αδράνεια. Δεν έχουμε την πολυτέλεια άλλης μιας χαμένης δεκαετίας. Η γενιά μας έχει ήδη δει αρκετές ευκαιρίες να περνούν. Δεν έχουμε το δικαίωμα να παραδώσουμε στα παιδιά μας μιαν οριστικά μοιρασμένη πατρίδα και μετά να τους εξηγήσουμε ότι όλοι αγαπούσαμε την Κύπρο, αλλά κανείς δεν τόλμησε να πάρει τις αποφάσεις όταν ακόμη υπήρχε χρόνος. Γιατί στο τέλος η Ιστορία θα μας κρίνει από την Κύπρο που αφήσαμε πίσω μας.
*Πολιτικού επιστήμονα






