Η εκλογή και η πολιτική εκτόξευση ενός διαμορφωτή κοινής γνώμης στα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης είναι επεισόδιο εκλογικής ιδιαιτερότητας, αλλά και βαθιά κοινωνική και πολιτισμική τομή που αναδεικνύει τη μετάβαση της κυπριακής κοινωνίας από την πολιτική της συλλογικότητας στην πολιτική της εικόνας. Πρόκειται για ένα φαινόμενο που δεν μπορεί να ερμηνευθεί αποκλειστικά με πολιτικούς όρους, αλλά απαιτεί μια σύνθετη κοινωνιολογική και ανθρωπολογική προσέγγιση, καθώς ενσωματώνει τις μεταβολές στον τρόπο που οι πολίτες αντιλαμβάνονται την εξουσία, την αυθεντία και τη συμμετοχή.
Η Κύπρος, ως μικρή κοινωνία με έντονα στοιχεία προσωπικών δικτύων, ιστορικής μνήμης και πολιτικής πόλωσης, λειτουργούσε για δεκαετίες μέσα σε ένα σχετικά σταθερό μοντέλο πολιτικής αναπαραγωγής. Τα κόμματα, οι ιδεολογίες και οι οικογενειακές παραδόσεις διαμόρφωναν τις εκλογικές συμπεριφορές. Η εμφάνιση όμως ενός προσώπου που δεν προέρχεται από κανένα από αυτά τα πεδία, που δεν φέρει πολιτικό κεφάλαιο με τη συμβατική έννοια και που καταφέρνει να μετατρέψει την ψηφιακή επιρροή σε πολιτική ισχύ, σηματοδοτεί μια ρήξη. Και αυτή η ρήξη δεν αφορά μόνο τον ίδιο, αλλά και το συλλογικό φαντασιακό μιας κοινωνίας που φαίνεται να αποδεσμεύεται από τις παραδοσιακές μορφές νομιμοποίησης.
Κοινωνία... κοινωνικών δικτύων
Με κοινωνιολογικούς όρους, το φαινόμενο εντάσσεται στη μετάβαση από την «κοινωνία των θεσμών» στην «κοινωνία των κοινωνικών δικτύων». Ο πολίτης δεν αναζητά πλέον εκπροσώπηση μέσα από οργανωμένες δομές, αλλά μέσα από πρόσωπα που νιώθει οικεία, προσβάσιμα και «αυθεντικά». Η αυθεντικότητα, ακόμη και αν είναι κατασκευασμένη, αποκτά μεγαλύτερη αξία από την εμπειρία. Το βίωμα υπερισχύει της γνώσης. Και η συναισθηματική εγγύτητα αντικαθιστά την πολιτική επάρκεια.
Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απλώς μια αλλαγή προτίμησης, αλλά μια βαθύτερη μετατόπιση στον τρόπο με τον οποίο συγκροτείται η ίδια η πολιτική ταυτότητα. Στο περιβάλλον των κοινωνικών δικτύων, η πολιτική παύει να είναι προϊόν συλλογικής επεξεργασίας και μετατρέπεται σε εμπειρία άμεσης κατανάλωσης, όπου κυριαρχεί η εικόνα, ο λόγος στιγμής και η προσωπική αφήγηση. Οι παραδοσιακοί διαμεσολαβητικοί θεσμοί –-κόμματα, συνδικάτα, οργανώσεις- αποδυναμώνονται, καθώς αδυνατούν να ανταγωνιστούν την ταχύτητα, την ευελιξία και τη συναισθηματική φόρτιση της ψηφιακής επικοινωνίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο πολιτικός λόγος απλοποιείται, συχνά μέχρι σημείου επιφανειακότητας, ώστε να καθίσταται άμεσα αναγνωρίσιμος και διαμοιράσιμος. Η πολυπλοκότητα των προβλημάτων υποχωρεί μπροστά στην ανάγκη για σαφή, σύντομα και φορτισμένα μηνύματα. Έτσι, η πολιτική μετατρέπεται σε πεδίο εντυπώσεων, όπου η πειθώ δεν εδράζεται στην τεκμηρίωση αλλά στην ικανότητα δημιουργίας συναισθηματικής ταύτισης. Το αποτέλεσμα είναι μια νέα μορφή «ψηφιακού λαϊκισμού», όπου η εγγύτητα υποκαθιστά τη γνώση και η αναγνωρισιμότητα εκλαμβάνεται ως επάρκεια, επανακαθορίζοντας τα κριτήρια της δημοκρατικής επιλογής.
Από ανθρωπολογική σκοπιά, η επιτυχία τέτοιων μορφών συνδέεται με μια βαθύτερη ανάγκη ταύτισης. Σε μια εποχή ρευστών ταυτοτήτων, ο ψηφοφόρος αναζητά πρότυπα που δεν τον απειλούν με την απόσταση της εξειδίκευσης. Ο «μη πολιτικός» γίνεται ελκυστικός ακριβώς επειδή δεν ενσωματώνει την εξουσία όπως τη γνωρίζαμε. Η απουσία πολιτικής γλώσσας εκλαμβάνεται ως ειλικρίνεια. Η αμηχανία ως αυθεντικότητα. Η απλοποίηση ως καθαρότητα. Έτσι, διαμορφώνεται μια νέα μορφή ηγεσίας που δεν βασίζεται στην ικανότητα διαχείρισης, αλλά στην ικανότητα ταύτισης.
Ωστόσο, αυτή η μετατόπιση δεν είναι ουδέτερη. Έχει βαθιές πολιτικές συνέπειες. Η δημοκρατία, ως σύστημα, προϋποθέτει όχι μόνο συμμετοχή, αλλά και επάρκεια. Προϋποθέτει γνώση, θεσμική κατανόηση και ικανότητα σύνθεσης. Όταν αυτά αντικαθίστανται από την επικοινωνιακή επιτυχία, η πολιτική κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα συνεχές δημοψήφισμα συναισθημάτων, όπου η ορθολογική κρίση υποχωρεί.
Κίνδυνοι για την ΚΔ
Στην περίπτωση της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι κίνδυνοι είναι ακόμη πιο έντονοι. Πρόκειται για ένα κράτος με ανοικτά ζητήματα εθνικής ασφάλειας, με εξάρτηση από διεθνείς συμμαχίες και με ανάγκη λεπτών διπλωματικών ισορροπιών. Η άσκηση πολιτικής σε αυτό το πλαίσιο δεν επιτρέπει πειραματισμούς χωρίς κόστος. Η απουσία στρατηγικού βάθους μπορεί να μεταφραστεί σε απώλεια διαπραγματευτικής ισχύος, σε ασυνέπεια θέσεων και τελικά σε αποδυνάμωση της διεθνούς αξιοπιστίας.
Η πιθανότητα ανάδειξης ενός τέτοιου πολιτικού ρεύματος σε καθοριστικό παράγοντα της εσωτερικής πολιτικής ζωής ενόψει των βουλευτικών εκλογών του 2026 εγείρει κρίσιμα ερωτήματα. Μπορεί μια πολιτική δύναμη που γεννήθηκε ως ψηφιακή κοινότητα να μετασχηματιστεί σε λειτουργικό θεσμικό οργανισμό; Μπορεί να παράγει πολιτική πέρα από το επίπεδο της επικοινωνίας; Και κυρίως, μπορεί να αντέξει την πίεση της ευθύνης; Η εμπειρία άλλων χωρών δείχνει ότι η μετάβαση από την επιρροή στη διακυβέρνηση είναι εξαιρετικά δύσκολη. Η πολιτική δεν είναι μόνο λόγος, αλλά διαδικασία, συμβιβασμός, γνώση, τεχνοκρατία και πολλές φορές σιωπηλή εργασία. Η αποτυχία κατανόησης αυτών των διαστάσεων οδηγεί συχνά σε απογοήτευση των ίδιων των ψηφοφόρων που στήριξαν το «νέο».
Παράλληλα, αναδύεται ένας πιο ύπουλος κίνδυνος, δηλαδή η κανονικοποίηση της επιφανειακής πολιτικής. Όταν η κοινωνία συνηθίζει να αξιολογεί τους πολιτικούς με όρους δημοφιλίας και όχι επάρκειας, τότε το επίπεδο της δημόσιας ζωής υποβαθμίζεται συνολικά. Δεν είναι μόνο ο συγκεκριμένος φορέας που επηρεάζεται, αλλά το ίδιο το σύστημα που προσαρμόζεται προς τα κάτω. Τα κόμματα, στην προσπάθειά τους να ανταγωνιστούν, υιοθετούν παρόμοιες πρακτικές, ενισχύοντας έναν φαύλο κύκλο απλοποίησης. Επιπλέον, η προσωποκεντρική πολιτική ενέχει τον κίνδυνο της θεσμικής αποδυνάμωσης. Οι θεσμοί λειτουργούν με κανόνες, διαδικασίες και συλλογικότητα. Η μετατόπιση της εξουσίας προς το πρόσωπο υπονομεύει αυτή τη λογική, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η πολιτική εξαρτάται από τη διάθεση, την εικόνα και την προσωπική στρατηγική ενός ατόμου. Σε ακραίες περιπτώσεις, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μορφές ήπιας αυταρχικότητας, όχι μέσα από καταστολή, αλλά μέσα από την αποδόμηση της θεσμικής κουλτούρας.
Ένας ακόμη παράγοντας που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι η ευαλωτότητα σε εξωτερικές επιρροές. Σε ένα διεθνοποιημένο περιβάλλον, όπου η πληροφορία και η επιρροή διακινούνται με ταχύτητα, πολιτικοί σχηματισμοί χωρίς ισχυρή ιδεολογική, πολιτική και θεσμική βάση είναι πιο εκτεθειμένοι. Η έλλειψη σαφούς προσανατολισμού μπορεί να οδηγήσει σε αντιφατικές θέσεις, σε ασυνέπεια και σε εξάρτηση από εξωτερικά αφηγήματα.
Δημιουργική ενσωμάτωση
Το φαινόμενο αυτό δεν πρέπει να ιδωθεί μονοδιάστατα ως απειλή. Αποτελεί ταυτόχρονα μια ισχυρή ένδειξη ότι ένα σημαντικό μέρος της κοινωνίας αισθάνεται αποκλεισμένο από το υφιστάμενο πολιτικό σύστημα. Η επιτυχία του δεν είναι μόνο αποτέλεσμα προσωπικής στρατηγικής, αλλά και αντανάκλαση συλλογικής δυσαρέσκειας. Αν αυτό το μήνυμα αγνοηθεί, τότε το πρόβλημα δεν θα λυθεί, αλλά θα βαθύνει. Η πρόκληση για την Κυπριακή Δημοκρατία είναι να ενσωματώσει αυτό το φαινόμενο δημιουργικά, θέτοντας ταυτόχρονα σαφή όρια. Η δημοκρατία έχει τη δύναμη να απορροφά τους κραδασμούς, αρκεί να διατηρεί την ουσία της. Και η ουσία της δεν είναι άλλη από την ισορροπία μεταξύ συμμετοχής, επάρκειας και ευθύνης.
Το 2026 δεν θα είναι απλώς μια εκλογική αναμέτρηση. Θα είναι ένα τεστ ωριμότητας για την κυπριακή κοινωνία. Θα κριθεί αν η πολιτική θα συνεχίσει να μετατρέπεται σε θέαμα ή αν θα επανακτήσει τον χαρακτήρα της ως συλλογική διαδικασία λήψης αποφάσεων με συνέπειες. Θα κριθεί αν οι πολίτες θα επιλέξουν την ευκολία της ταύτισης ή τη δυσκολία της κρίσης.
Συμπερασματικά, το ζήτημα δεν είναι αν ένας άνθρωπος χωρίς παραδοσιακά πολιτικά και κομματικά προσόντα μπορεί να ανέλθει στην εξουσία. Αυτό έχει ήδη συμβεί. Το ζήτημα είναι αν μια κοινωνία είναι διατεθειμένη να αναθέσει τη διαχείριση των πιο σύνθετων και κρίσιμων υποθέσεών της σε ένα μοντέλο πολιτικής που βασίζεται περισσότερο στην εικόνα παρά στη γνώση. Και αυτή η επιλογή δεν αφορά μόνο το παρόν. Αφορά το μέλλον της δημοκρατίας στην Κύπρο.
*Πρώην πρύτανη, καθηγητή-ανθρωπολόγου στο Πανεπιστήμιο Philips







