Για δεκαετίες στην Κύπρο μάθαμε να ζούμε με μια κρατική μηχανή που λειτουργεί αργά, πολύπλοκα και συχνά επιλεκτικά. Ένα κράτος όπου ο πολίτης χρειάζεται γνωριμίες, τηλέφωνα, μέσον και ατελείωτη υπομονή για να εξυπηρετηθεί. Και μέσα σε αυτή τη χαοτική γραφειοκρατία άνθησε η διαφθορά. Όχι πάντα με βαλίτσες γεμάτες χρήματα και θεαματικά σκάνδαλα, αλλά μέσα από τις μικρές καθημερινές εξαρτήσεις που δημιούργησε το ίδιο το σύστημα.
Η πλήρης ψηφιοποίηση της κρατικής μηχανής θα μπορούσε να αποτελέσει το μεγαλύτερο πλήγμα που δέχθηκε ποτέ αυτή η κουλτούρα της διαπλοκής. Και ίσως γι’ αυτό προχωρά τόσο αργά.
Ο Πρόεδρος Νίκος Χριστοδουλίδης είχε θέσει την ψηφιοποίηση του κράτους ως μία από τις βασικές προεκλογικές του εξαγγελίες. Η δημιουργία ενός σύγχρονου, ευέλικτου και αποτελεσματικού κράτους παρουσιάστηκε ως στρατηγικός στόχος. Τρία χρόνια μετά, όμως, η εικόνα που επικρατεί είναι διαφορετική, καθυστερήσεις, αποσπασματικές κινήσεις, υπηρεσίες που συνεχίζουν να λειτουργούν με φακέλους και σφραγίδες, πολίτες που ακόμη περιμένουν σε ουρές για διαδικασίες που σε άλλες χώρες ολοκληρώνονται από το κινητό τηλέφωνο.
Και όμως, η εμπειρία δείχνει ξεκάθαρα πόσο καθοριστική είναι η μηχανογράφηση στην καταπολέμηση της διαφθοράς.
Θυμάται κανείς πώς λειτουργούσε κάποτε το σύστημα των τροχαίων παραβάσεων; Πριν τη μηχανογράφηση, οι κλήσεις μπορούσαν να «χαθούν», να «σβηστούν», να εξαφανιστούν μέσα από γνωριμίες, πιέσεις και τηλεφωνήματα. Το γνωστό κυπριακό «εννά το κανονίσουμε». Από τη στιγμή όμως που το σύστημα ψηφιοποιήθηκε, οι παρεμβάσεις περιορίστηκαν δραστικά. Το κράτος άρχισε να εισπράττει, οι διαδικασίες έγιναν πιο διαφανείς και οι πολίτες αναγκάστηκαν να λειτουργούν πιο νομοταγώς. Η τεχνολογία κατάργησε μια μικρή αλλά χαρακτηριστική μορφή πελατειακής εξουσίας.
Φανταστείτε το ίδιο να εφαρμοζόταν παντού. Άδειες οικοδομών χωρίς προσωπικές εξυπηρετήσεις. Προσλήψεις χωρίς κομματικά τηλέφωνα. Επιδοτήσεις με πλήρη διαφάνεια. Η ψηφιοποίηση δεν είναι απλώς τεχνολογική αναβάθμιση. Είναι μεταφορά εξουσίας από τα γραφεία και τα κυκλώματα πίσω στον πολίτη.
Το πιο εντυπωσιακό παράδειγμα στην Ευρώπη είναι η Εσθονία. Μια χώρα με πληθυσμό περίπου 1,3 εκατομμύρια κατοίκους, σχεδόν όσο και η Κύπρος, που κατάφερε μέσα σε δύο δεκαετίες να μετατραπεί σε ψηφιακό κράτος πρότυπο. Εκεί, μια εταιρεία μπορεί να ιδρυθεί σε λίγα λεπτά, οι φορολογικές δηλώσεις γίνονται ηλεκτρονικά σε ελάχιστο χρόνο και σχεδόν όλες οι κρατικές υπηρεσίες λειτουργούν ψηφιακά. Το σημαντικότερο όμως αποτέλεσμα δεν είναι μόνο η ευκολία. Είναι η θεαματική μείωση της διαφθοράς.
Γιατί όταν όλα καταγράφονται ηλεκτρονικά, όταν οι διαδικασίες γίνονται αυτόματα και διαφανώς, περιορίζεται δραστικά ο χώρος για εξυπηρετήσεις, καθυστερήσεις και υπόγειες παρεμβάσεις.
Οι Εσθονοί δεν πέτυχαν το θαύμα επειδή είναι καλύτερος λαός. Το πέτυχαν επειδή είχαν στρατηγική. Εισήγαγαν ηλεκτρονική ταυτότητα, κατοχύρωσαν την ηλεκτρονική υπογραφή, δημιούργησαν κοινές ψηφιακές υποδομές για όλες τις κρατικές υπηρεσίες και κυρίως αποφάσισαν ότι το κράτος πρέπει να υπηρετεί τον πολίτη και όχι τον εαυτό του.
Στην Κύπρο, αντίθετα, η γραφειοκρατία συχνά λειτουργεί σαν μηχανισμός αυτοσυντήρησης. Κάθε καθυστέρηση δημιουργεί εξάρτηση. Κάθε πολύπλοκη διαδικασία αφήνει χώρο για παρέμβαση. Και κάθε μη ψηφιοποιημένη υπηρεσία συντηρεί μικρές ή μεγάλες εστίες εξουσίας.
Το πραγματικό εμπόδιο λοιπόν δεν είναι η τεχνολογία. Είναι η νοοτροπία. Γιατί ένα πλήρως ψηφιακό κράτος δεν απειλεί μόνο τη γραφειοκρατία. Απειλεί ολόκληρο το οικοσύστημα της διαπλοκής που χτίστηκε γύρω της. Και ίσως αυτό να εξηγεί γιατί η πολυδιαφημισμένη ψηφιακή μεταρρύθμιση προχωρά τόσο αργά.
*Μέλους Κινήματος Οικολόγων







