Τεσσεράμισι σχεδόν χρόνια μετά την έναρξη της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, η συζήτηση δεν αφορά μόνο την εξέλιξη του πολέμου αλλά και το τίμημα που καταβάλλει τόσο η Ουκρανία όσο και βεβαίως η Ρωσία. Η Μόσχα ξεκίνησε την εκστρατεία με την προσδοκία μιας γρήγορης νίκης και της επιβολής της βούλησής της στην Ουκρανία. Αντί για αυτό, βρέθηκε αντιμέτωπη με έναν παρατεταμένο πόλεμο φθοράς που έχει επιβαρύνει στρατιωτικά, οικονομικά και πολιτικά τη χώρα.
Οι πρόσφατες επιθέσεις ουκρανικών μη επανδρωμένων συστημάτων σε στόχους βαθιά μέσα στο ρωσικό έδαφος αποτελούν ίσως τη σημαντικότερη ένδειξη ότι ο χαρακτήρας του πολέμου μεταβάλλεται. Για δεκαετίες, το τεράστιο γεωγραφικό βάθος της Ρωσίας θεωρείτο ένα από τα σημαντικότερα στρατηγικά της πλεονεκτήματα. Σήμερα όμως η τεχνολογία των drones, η τεχνητή νοημοσύνη και τα νέα συστήματα κρούσης αμφισβητούν αυτή τη βεβαιότητα. Η απόσταση δεν προσφέρει πλέον την ασφάλεια που παρείχε στο παρελθόν. Επί τους ουσίας δηλαδή ο πόλεμος έφθασε πλέον στην πόρτα των Ρώσων και αυτό πλέον δεν μπορούν να το αποφύγουν.
Αν και πλέον οι ανεξάρτητοι παρατηρητές θεωρούν ότι η πλάστιγγα του πολέμου έχει αλλάξει ρότα, εντούτοις δεν σημαίνει απαραίτητα ότι η Ουκρανία βρίσκεται τελεσίδικα σε μια αποφασιστική νίκη. Σημαίνει όμως ότι η Ρωσία υποχρεώνεται να αφιερώνει ολοένα και περισσότερους πόρους για την προστασία υποδομών, αεροδρομίων, ενεργειακών εγκαταστάσεων και στρατηγικών στόχων στο εσωτερικό της χώρας. Με άλλα λόγια, ο πόλεμος δεν περιορίζεται πλέον στα μέτωπα της ανατολικής και νότιας Ουκρανίας αλλά επηρεάζει άμεσα το αίσθημα ασφάλειας στο ίδιο το ρωσικό έδαφος.
Η Ουκρανία, παρά τις τεράστιες απώλειες που έχει υποστεί με την ιμπεριαλιστική επίθεση που εξαπέλυσε η Ρωσία, άντεξε τη στρατιωτική πίεση. Η Μόσχα δεν υπέταξε την Ουκρανία, δεν κατέστρεψε την ταυτότητα των Ουκρανών, ενώ δεν απέτρεψε τη στρατιωτική ενίσχυση της χώρας. Αντιθέτως, η Ουκρανία έχει μετατραπεί σε εργαστήριο στρατιωτικής και τεχνολογικής καινοτομίας. Η προσαρμοστικότητα, η αποκέντρωση της παραγωγής και η ταχύτητα ανάπτυξης νέων συστημάτων δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα στο πεδίο των επιχειρήσεων. Πρόκειται για μια εξέλιξη που ανατρέπει πολλές από τις παραδοσιακές αντιλήψεις περί ισχύος.
Το μεγαλύτερο ερώτημα αφορά πλέον το μέλλον της ίδιας της Ρωσίας. Ανεξάρτητα από την τελική έκβαση του πολέμου, η ηγεσία της χώρας θα κληθεί να απαντήσει αν οι ανθρώπινες θυσίες, η οικονομική επιβάρυνση και η διεθνής απομόνωση δικαιολογούνται από τα ανύπαρκτα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν.
Αναποφεύκτως θα τεθεί το ερώτημα αν ένα πολιτικό σύστημα συνέδεσε το μέλλον μιας μεγάλης χώρας με τη διατήρηση της εξουσίας ενός ανθρώπου, ενώ επικαιροποιείται και η άποψη της ρωσικής αντιπολίτευσης ότι η μεγαλύτερη πρόκληση για τη Ρωσία δεν βρίσκεται εκτός των συνόρων αλλά μέσα στο ίδιο το Κρεμλίνο.







