Σε ένα άρθρο που έγραψε τις προάλλες, ο Νιγιαζί Κιζίλγιουρεκ διηγήθηκε ένα γεγονός, το οποίο δεν πρέπει να διαλάθει της προσοχής. Είπε το εξής: «Είχα πρόσβαση μέσω ενός τρίτου προσώπου σε έναν φασίστα-μέλος της ΕΟΚΑ Β', ο οποίος συμμετείχε στο έγκλημα των χωριών Αλόα, Μαράθα και Σανταλάρη και του είπα να τον ρωτήσει 'τι νιώθει'. Η απάντησή του ήταν τρομακτική: 'Δεν μετανιώνω. Αν χρειαστεί θα το ξανάκανα. Δεν ένιωθα απολύτως τίποτα όταν τους δολοφονούσα. Για μένα ήταν κάτι σαν να πυροβολούσα πέτρες'».
Δεν κατάλαβα γιατί ο Νιγιαζί Κιζίλγιουρεκ δεν πήγε ο ίδιος να ρωτήσει και έβαλε κάποιον άλλο να ρωτήσει. Υπήρχε κάποιο πρόβλημα; Ήταν επικίνδυνο; Κάποτε είχαν πει και σε εμένα για κάποιον παρόμοιο. Έναν άνδρα από τους δολοφόνους στη Μαράθα. Ζούσε σε ένα χωριό, λέει. Πήγαινε καθημερινά στον καφενέ και καυχιόταν για το πόσους Τούρκους σκότωσε. «Πάρε με σε αυτόν», είχα πει στον αγαπητό μου φίλο Ανδρέα. «Τι θα κάνεις», με ρώτησε. «Θέλω να του μιλήσω». «Παράτα τα, θα σε σκοτώσει και εσένα», μου είπε. Δεν με πήρε. Αν ήξερα την τοποθεσία, το χωριό του, θα πήγαινα και μόνος μου. Και θα τον ρωτούσα: «Καυχιέσαι επειδή σκότωσες τόσους Τούρκους; Κοίτα, είμαι και εγώ Τουρκοκύπριος. Αν δεν σου ήταν αρκετοί εκείνοι, σκότωσε και εμένα»!
Σε ένα άρθρο που έγραψα σε αυτή τη στήλη τις προάλλες, αναφέρθηκα σε κάποιον με το όνομα Εφραίμ. Σε έναν ιερέα. Είναι, λέει, αρχιερέας σε ένα μοναστήρι σε ορεινή τοποθεσία στην Ελλάδα. Κατάγεται από την Περιστερώνα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έλαβα, είναι ένας από εκείνους που συμμετείχαν στο έγκλημα στη Μαράθα. Όμως, μετά τη δημοσίευση του άρθρου στον «Πολίτη», ένας Ελληνοκύπριος φίλος από την Περιστερώνα μού έστειλε μήνυμα. Ο Εφραίμ δεν είναι όπως τον περιέγραψα. Δεν ήταν παρών σε εγκλήματα, λέει. Τον γνωρίζει καλά. Είναι ένας άνθρωπος πολύ προσηλωμένος στη θρησκεία του, λέει. Ναι, υπήρξε ένας εγκληματίας στη Μαράθα που δίδασκε θρησκευτικά στα σχολεία, αλλά δεν ήταν ο Εφραίμ αυτός, λέει. Τον ευχαριστώ για τις πληροφορίες που μου έδωσε. Θα λάβω υπόψη την προειδοποίησή του και θα το ερευνήσω. Είμαι, πράγματι, περίεργος για τη ζωή κάποιων με ψυχή κτήνους που ακόμα ζουν ανάμεσά μας. Πώς μπορούν να ζουν χωρίς να νιώθουν καθόλου μεταμέλεια και τύψεις; Είδατε τι λέει ο άνθρωπος; «Δεν μετανιώνω. Αν χρειαστεί θα το ξανάκανα. Δεν ένιωθα απολύτως τίποτα όταν τους δολοφονούσα. Για μένα ήταν κάτι σαν να πυροβολούσα πέτρες». Έχουν οικογένειες αυτοί; Έχουν παιδιά; Αγαπούν τα παιδιά τους; Αγαπούν την άνοιξη; Τα λουλούδια, τα δέντρα, τα βουνά, τις θάλασσες; Υπάρχει κάποιος στη ζωή τους στον οποίο έχουν πει «σε αγαπώ»; Πώς μπορεί να αγαπά τα παιδιά κάποιος ο οποίος δολοφονεί παιδιά και τα πυροβολεί σαν να πυροβολεί πέτρες; Σαστίζω όποτε βλέπω έναν ναζί στρατηγό να χαϊδεύει τα μαλλιά ενός παιδιού και να του τσιμπά τα μάγουλα. Το έκανε και ο Χίτλερ αυτό. Ο Γκέμπελς είχε έξι παιδιά. Ο άνθρωπος που διέπραξε τρομερή γενοκτονία, λάτρευε τα δικά του παιδιά. Όμως, μόλις μπήκε στο Βερολίνο ο Κόκκινος Στρατός, τα σκότωσε όλα για να μην πέσουν ζωντανά στα χέρια των Ρώσων. Η μητέρα τους τούς έβαλε στο στόμα από ένα δηλητηριώδες χάπι σε εκείνο το γνωστό καταφύγιο. Κοιμήθηκαν. Και δεν ξύπνησαν ποτέ ξανά.
Στην Κύπρο δεν μπορέσαμε να ζητήσουμε λογοδοσία από τους δολοφόνους. Ύστερα οι οπαδοί της ειρήνης ανάμεσά μας πλακώθηκαν από ένα όνειρο. Να ξεχάσουμε το παρελθόν. Να κοιτάξουμε στο μέλλον. Είναι δυνατόν αυτό; Είναι δυνατόν να ξεχάσουμε; Είναι κάτι αντίθετο με τη φύση του ανθρώπου. Στη ζωή μας υπάρχουν μόνο δύο χρόνοι. Το παρελθόν και το παρόν. Είναι ο χρόνος που έχουμε ζήσει και ο χρόνος στον οποίο ζούμε. Το μέλλον είναι ο χρόνος που δεν έχουμε ζήσει ακόμα. Και είναι άγνωστο κατά πόσον θα τον ζήσουμε.
Ζουν ανάμεσά μας κάποιοι που λένε «Τους πυροβόλησα σαν να πυροβολούσα πέτρες και τους σκότωσα». Πέθανε με φυσιολογικό θάνατο το κτήνος που είπε «το να σκοτώνω ήταν η τέχνη μου». Κανείς δεν του ζήτησε να λογοδοτήσει. Μήπως αξίζει ειρήνη σε κάποιους που δεν ζήτησαν λογοδοσία από τους δολοφόνους;







