Η επιστήμη δείχνει ότι η επιστροφή στο κάπνισμα είναι συχνή, προβλέψιμη και αντιμετωπίσιμη, ειδικά όταν κατανοήσουμε το βιοψυχοκοινωνικό μοντέλο της εξάρτησης.
Η εξάρτηση από τη νικοτίνη είναι πιο σύνθετη απ’ όσο πιστεύουμε: Η Παγκόσμια Ημέρα κατά του Καπνίσματος στις 31 Μαΐου υπενθυμίζει κάθε χρόνο μια πραγματικότητα που συχνά παραβλέπεται: η διακοπή του καπνίσματος δεν είναι μια απλή απόφαση, αλλά μια δύσκολη και, συχνά, μακροχρόνια διαδικασία. Παρόλο που πολλοί καπνιστές προσπαθούν να διακόψουν το κάπνισμα, οι περισσότεροι θα υποτροπιάσουν τουλάχιστον μία φορά πριν καταφέρουν μακροχρόνια αποχή. Η υποτροπή, ωστόσο, δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας ή έλλειψης θέλησης. Αντίθετα, θεωρείται πλέον αναμενόμενο μέρος της διαδικασίας απεξάρτησης από τη νικοτίνη.
Για χρόνια, το κάπνισμα αντιμετωπιζόταν κυρίως ως «κακή συνήθεια». Σήμερα, γνωρίζουμε ότι πρόκειται για μια σύνθετη μορφή εξάρτησης, στην οποία εμπλέκονται βιολογικοί, ψυχολογικοί και κοινωνικοί παράγοντες. Η νικοτίνη επηρεάζει συστήματα του εγκεφάλου που σχετίζονται με την ανταμοιβή και την ευχαρίστηση, με αποτέλεσμα ο εγκέφαλος να μαθαίνει να συνδέει το κάπνισμα με ανακούφιση, χαλάρωση ή ακόμη και καθημερινές δραστηριότητες, όπως ο καφές, η εργασία ή η κοινωνική επαφή. Έτσι, η διακοπή δε συνεπάγεται μόνο σωματική στέρηση, αλλά και αλλαγή βαθιά εδραιωμένων συνηθειών και συμπεριφορών.
Ποιοί παράγοντες αυξάνουν τον κίνδυνο υποτροπής: Ιδιαίτερα αυξημένο κίνδυνο υποτροπής φαίνεται να αντιμετωπίζουν άτομα με υψηλή εξάρτηση από τη νικοτίνη, έντονη επιθυμία για κάπνισμα, αυξημένο άγχος ή δυσκολίες στη διαχείριση ανεπιθύμητων συναισθημάτων. Το στρες της καθημερινότητας, ο διαταραγμένος ύπνος, οι κοινωνικές συναναστροφές με άλλους καπνιστές αλλά και η έκθεση σε περιβαλλοντικά ερεθίσματα που έχουν συνδεθεί με το κάπνισμα μπορούν να ενεργοποιήσουν ξανά την επιθυμία για τσιγάρο ακόμη και μετά από εβδομάδες ή μήνες αποχής. Παράλληλα, έρευνες δείχνουν ότι η παρορμητικότητα και η δυσκολία αναστολής αυτόματων αντιδράσεων ενδέχεται επίσης να αυξάνουν την πιθανότητα επιστροφής στο κάπνισμα.
Τι βοηθά στη διατήρηση της αποχής: Από την άλλη πλευρά, τα άτομα που καταφέρνουν να διατηρήσουν μακροχρόνια αποχή, συνήθως δε βασίζονται αποκλειστικά στη «δύναμη της θέλησης». Φαίνεται ότι η κοινωνική υποστήριξη, η ύπαρξη στρατηγικών διαχείρισης της επιθυμίας για κάπνισμα, καθώς και η ανάπτυξη εναλλακτικών τρόπων αντιμετώπισης του άγχους και της συναισθηματικής δυσφορίας συμβάλλουν σημαντικά σε αυτό. Η κατανόηση των προσωπικών πυροδοτών του καπνίσματος, όπως συγκεκριμένες καταστάσεις, συναισθήματα ή σκέψεις, μπορεί επίσης να μειώσει σημαντικά τον κίνδυνο υποτροπής.
Σημαντικό ρόλο φαίνεται να διαδραματίζουν και οι επιστημονικά τεκμηριωμένες παρεμβάσεις διακοπής καπνίσματος. Ψυχολογικές παρεμβάσεις που περιλαμβάνουν διαχείριση άγχους και ενσυνειδητότητα, αλλά και προσεγγίσεις που ενισχύουν την ψυχολογική ευελιξία και τις δεξιότητες αντιμετώπισης, βοηθούν τα άτομα να αναγνωρίσουν τους μηχανισμούς που διατηρούν την εξάρτηση και να ανταποκρίνονται πιο λειτουργικά στην επιθυμία για κάπνισμα. Συγχρόνως, η χρήση υποκατάστατων νικοτίνης ή εξειδικευμένων φαρμακευτικών παρεμβάσεων για τη διακοπή καπνίσματος φαίνεται να αυξάνουν σημαντικά τις πιθανότητες επιτυχούς αποχής, ιδιαίτερα όταν συνδυάζονται με συμβουλευτική υποστήριξη. Τα τελευταία χρόνια, αυξάνεται επίσης το ενδιαφέρον γύρω από ψηφιακές παρεμβάσεις, όπως εφαρμογές κινητού, τηλεσυμβουλευτική και προγράμματα υποστήριξης μέσω μηνυμάτων, οι οποίες φαίνεται να συνδράμουν ουσιαστικά στη διατήρηση της προσπάθειας διακοπής, ιδιαίτερα σε άτομα με περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας.
Η νέα πρόκληση του ατμίσματος: Οι συσκευές ατμίσματος βρίσκονται ολοένα και περισσότερο στο επίκεντρο της επιστημονικής και κοινωνικής συζήτησης. Ορισμένες έρευνες δείχνουν ότι τα ηλεκτρονικά τσιγάρα μπορεί να διευκολύνουν τη μείωση ή διακοπή του συμβατικού καπνίσματος. Ωστόσο, οι μακροχρόνιες επιπτώσεις τους στην υγεία εξακολουθούν να μελετώνται, καθώς οι συσκευές αυτές περιέχουν νικοτίνη ή/και πρόσθετες χημικές και αρωματικές ουσίες που ενδέχεται να είναι επιβλαβείς για την υγεία, γεγονός για το οποίο ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προειδοποιεί. Παράλληλα, ο ΠΟΥ εκφράζει αυξανόμενη ανησυχία για τη διάδοση των προϊόντων αυτών σε εφήβους και νεαρούς ενήλικες, καθώς η προώθησή τους μέσω κοινωνικών δικτύων, σε συνδυασμό με τα ελκυστικά αρώματα, τον σχεδιασμό τους και την αντίληψη ότι αποτελούν μια ακίνδυνη εναλλακτική του συμβατικού καπνίσματος, φαίνεται να ενισχύουν ιδιαίτερα τη χρήση τους στις μικρότερες ηλικίες. Επιπλέον, αρκετά άτομα καταλήγουν να χρησιμοποιούν ταυτόχρονα συμβατικά και ηλεκτρονικά τσιγάρα, διατηρώντας ουσιαστικά την εξάρτηση από τη νικοτίνη.
Η υποτροπή δεν είναι αποτυχία: Η υποτροπή στο κάπνισμα δεν ενδείκνυται, επομένως, να αντιμετωπίζεται ως προσωπική αποτυχία ή έλλειψη προσπάθειας. Αντίθετα, αποτελεί μέρος μιας πολύπλοκης διαδικασίας συμπεριφορικής αλλαγής, η οποία συχνά απαιτεί επαναλαμβανόμενες προσπάθειες, υποστήριξη και κατάλληλη θεραπευτική παρέμβαση. Η κατανόηση, συνεπώς, των μηχανισμών που οδηγούν στην υποτροπή δύναται να συμβάλει όχι μόνο στη μείωση του στιγματισμού γύρω από την εξάρτηση, αλλά και στην ανάπτυξη πιο αποτελεσματικών και ανθρώπινων παρεμβάσεων για όσους επιθυμούν να διακόψουν το κάπνισμα.
*Διδακτορικής φοιτήτριας Κλινικής Ψυχολογίας, Πανεπιστήμιο Κύπρου/Ειδική επιστήμονας, Εργαστήριο Κλινικής Ψυχολογίας και Ψυχοφυσιολογίας, Κέντρο Εφαρμοσμένης Νευροεπιστήμης, Πανεπιστήμιο Κύπρου







