Αρκεί μια άφιξη του Γενικού Γραμματέα, ο οποίος απλώς θα μας βρει στον δρόμο του πηγαίνοντας στη Μέση Ανατολή για περιοδεία, για να… αισιοδοξούμε για το Κυπριακό; Είτε μάλλον δεν έχουμε χαμπάρι τι μας γίνεται είτε δεν έχουμε αλλάξει μυαλά και θεωρούμε πως οι άλλοι ευθύνονται για τα λάθη που έχουμε κάνει. Εδώ δεν έχουμε συμφωνήσει σε ΜΟΕ και περιμένουμε τον Σωτήρα να μας σώσει. Και έρχεται να μας σώσει ή να μας την πει που δείχνουμε καλές προθέσεις, αλλά στην πράξη δεν γίνεται τίποτα; Μέχρι στιγμής η κυβέρνηση δεν έκανε καμία ουσιαστική προσπάθεια, ώστε να έρθουν ξανά οι πολίτες της Κύπρου κοντά. Αντιθέτως, προτιμούμε να κάνουμε εκδηλώσεις με βαρύγδουπες ομιλίες, χωρίς να κοιτάξουμε στα μάτια το παρελθόν μας. Οι οποίες εκδηλώσεις έχουν γίνει κάτι σαν ετήσια υποχρέωση, παρά ως εκδήλωση μνήμης για όσα πέρασε αυτός ο τόπος. Και ουδέποτε βλέπουμε μια παραδοχή λαθών, να κοιτάξουμε κατάματα την Ιστορία και να πούμε στους νεκρούς μας την αλήθεια, να πούμε στους εαυτούς μας την αλήθεια. Τι αποδεχθήκαμε και τι πραγματικά δεν αποδεχθήκαμε ποτέ σε αυτόν τον τόπο. Πώς ξεκινήσαμε και πού καταλήξαμε. Ή ακόμη και την αλήθεια για την τραγωδία που ζήσαμε. Η οποία τραγωδία ξεκινάει στην ημερομηνία που βολεύει. Να μιλήσουμε ακόμη και για το πώς βόλεψε κάποιους η παρούσα κατάσταση, αυτούς, ξέρετε, που έβγαλαν εκατομμύρια ξεπουλώντας με ευκολία την πατρίδα τους.
Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι αν η άφιξη του Αντόνιο Γκουτέρες θα γεννήσει νέες προσδοκίες, αλλά αν εμείς έχουμε επιτέλους αποφασίσει τι πραγματικά θέλουμε από αυτόν τον τόπο. Γιατί εδώ και δεκαετίες ζητούμε λύση, αλλά χωρίς το κόστος της. Θέλουμε επανένωση, αλλά χωρίς τους συμβιβασμούς που αυτή προϋποθέτει. Θέλουμε να δικαιωθεί η Ιστορία, χωρίς να πάρουμε δύσκολες αποφάσεις για το μέλλον. Ίσως, λοιπόν, το πρώτο ερώτημα να μην αφορά τα Ηνωμένα Έθνη, ούτε την τουρκική πλευρά. Να αφορά εμάς. Πόση Κύπρο αντέχει, τελικά, το είναι μας; Αντέχουμε μια κοινή πατρίδα με όλες τις δυσκολίες της ή έχουμε ήδη συμβιβαστεί με τη διχοτόμηση, χωρίς να τολμούμε να το παραδεχτούμε; Μπορούμε να συνομιλήσουμε με την άλλη πλευρά και να αναγνωρίσουμε τι προνοεί το Σύνταγμά μας ή θέλουμε να ζούμε στην ψευδαίσθηση πως αυτό το κράτος δημιουργήθηκε μόνο από εμάς και πως είναι μια κανονικότητα αυτό που ζούμε μετά το 1974;
Οι επέτειοι θα έπρεπε να είναι αφορμή αυτογνωσίας και όχι μόνο αναπαραγωγής συνθημάτων. Γιατί η μνήμη δεν τιμάται με λόγια, αλλά με αποφάσεις. Και όσο αποφεύγουμε να απαντήσουμε με ειλικρίνεια ποια λύση θέλουμε και ποιο τίμημα είμαστε διατεθειμένοι να αναλάβουμε για να την πετύχουμε, τόσο κάθε άφιξη ξένου αξιωματούχου θα αντιμετωπίζεται ως η τελευταία ελπίδα. Ενώ η πραγματική απάντηση βρισκόταν πάντοτε εδώ, σε εμάς.






