Yπάρχουν παραδοξότητες που μόνο η Κύπρος μπορεί να γεννήσει. Όπως αυτή της περασμένης εβδομάδας, όπου αναζητήσαμε τη χαμένη μας ταυτότητα. Αναζητήσαμε από τη μία την ταυτότητά μας μέσα από την αναγραφή του ονόματος των γονιών μας σε ένα πλαστικό έγγραφο του κράτους, την ίδια στιγμή που ο Γκουτέρες έψαξε να δει αν ξέρουμε ποιοι είμαστε και αν έχουμε τη διάθεση να αναγνωρίσουμε την ταυτότητα του ίδιου μας του κράτους, έτσι ώστε να λύσουμε το Κυπριακό.
Από τα δύο παράλληλα γεγονότα μπορεί να αντιληφθεί κανείς πως έχουμε ακόμη πολύ δρόμο για να αναγνωρίσουμε τις πραγματικότητες του σήμερα. Στο θέμα των ταυτοτήτων, ψάξαμε αν η απουσία των ονομάτων των γονιών, αλλοιώνει την παράδοση, αν το κράτος οφείλει να αποτυπώνει τους οικογενειακούς μας δεσμούς ή να περιορίζεται στην ταυτοποίηση του πολίτη. Ένα θέμα που απέκτησε διαστάσεις πολύ μεγαλύτερες από μια γραμμή σε ένα έγγραφο, αφού όπως συμβαίνει συχνά στην Κύπρο, πίσω από μια φαινομενικά τεχνική συζήτηση κρύβονται βαθύτερες ανασφάλειες για το ποιοι είμαστε και τι θέλουμε να διαφυλάξουμε. Και κυρίως, αποτυπώνει την άρνησή μας να αντιμετωπίσουμε το σήμερα: Πως η έννοια της οικογένειας είναι εντελώς διαφορετική και πως η κοινωνία έχει προχωρήσει αναγνωρίζοντας το δικαίωμα να χωρίσει κάποιος, να είναι μονογονιός, να έχει παιδί εκτός των συμβατικών κοινωνικών υποχρεώσεων.
Όσο εμείς ψάχναμε όνομα πατρός στην ταυτότητα, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ, αναζητούσε κατά πόσον ξέρουμε αν η ταυτότητα του κράτους μας συμπεριλαμβάνει και άλλους και δεν είμαστε μόνοι μας. Ποιο κράτος προσπαθούμε να επανενώσουμε; Ποιοι το συγκροτούν; Ποιοι χωρούν μέσα σε αυτό; Και εδώ, επιλεκτικά, χωρίς να αναγνωρίσουμε το σήμερα. Η ταυτότητα τελικά της Κυπριακής Δημοκρατίας φτάνει μέχρι εκεί που το επιτρέπουν τα δικά μας… θέλω. Είναι κράτος, ξεχωριστή οντότητα όταν θέλουμε να υπερασπιστούμε τη διεθνή της υπόσταση, αλλά ξεχνάμε ότι η ίδια αυτή Δημοκρατία ιδρύθηκε ως κοινό κράτος Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Συμπεριφερόμαστε συχνά σαν η μία κοινότητα να είναι ο φυσικός ιδιοκτήτης του κράτους και η άλλη μια υποσημείωση που εμφανίζεται μόνο όταν ανοίγει η συζήτηση για τη λύση. Δεν είναι έτσι. Δεν ήταν ποτέ έτσι.
Το παράδοξο είναι ότι και οι δύο συζητήσεις ξεκινούν από την ίδια ανάγκη: Να ορίσουμε την ταυτότητά μας. Στη μία περίπτωση μέσα από τα ονόματα των γονιών μας και στην άλλη μέσα από την ίδια την υπόσταση του κράτους και ποια ταυτότητα θέλουμε να έχει. Και στις δύο περιπτώσεις αποδείχθηκε ότι η ταυτότητα δεν υπήρξε ποτέ μια λέξη σε ένα χαρτί. Είναι ο τρόπος που αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας που σίγουρα δεν χάνεται όταν αφαιρείται μια πληροφορία από ένα δελτίο, αλλά χάνεται όταν δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε ποιοι είμαστε ως κοινωνία και προτιμούμε αυτά που μας βολεύουν. Και μάλλον, όπως φαίνεται, ίσως για αυτό η λέξη ταυτότητα βρέθηκε δύο φορές στην επικαιρότητα μέσα σε λίγες ημέρες. Δεν ήταν μια απλή σύμπτωση, αλλά μια αναγνώριση πως εδώ και δεκαετίες εξακολουθούμε να την αναζητούμε.






