Η συζήτηση για τη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση έχει πλέον περάσει από το επίπεδο των γενικών εξαγγελιών στο πιο δύσκολο στάδιο, εκείνο που έχει να κάνει με συγκεκριμένους αριθμούς, που αφορούν τους πραγματικούς δικαιούχους αλλά και του λογαριασμού που θα κληθεί να πληρώσει η κοινωνία.
Οι αναφορές για αυξήσεις στις συντάξεις από 2% έως και 60%, αλλά και η δημόσια τοποθέτηση του Προέδρου της Δημοκρατίας για αυξήσεις €250-€300, έχουν δημιουργήσει εύλογες προσδοκίες στους συνταξιούχους. Για ανθρώπους που καλούνται να ζήσουν με συντάξεις οι οποίες σε αρκετές περιπτώσεις δεν εξασφαλίζουν ούτε ένα αξιοπρεπές επίπεδο διαβίωσης, οι αυξήσεις εξισορροπούν τις μεγάλες ανάγκες σε μια πολύ δύσκολη οικονομική συγκυρία, κυρίως για τους πλέον ευάλωτους στον κοινωνικό ιστό.
Ακριβώς γι’ αυτό η κυβέρνηση οφείλει να είναι πλήρως εμπεριστατωμένη ώστε να συμβαδίσει με τις επιθυμίες της νομοθετικής εξουσίες.
Το γεγονός ότι ο υπουργός Εργασίας, Μαρίνος Μουσιούττας, δηλώνει πως δεν θα υπάρξουν μειώσεις συντάξεων και ότι έχει επιτευχθεί μια «χρυσή τομή» με το Υπουργείο Οικονομικών, είναι θετικό αλλά δεν είναι αρκετό. Γιατί θα πρέπει χωρίς δικολαβισμούς και γενικόλογα να αποτυπωθεί σε όλο το εύρος της μεταρρύθμισης, το κόστος αλλά και ποιος εκ των πραγμάτων θα αποτελέσει τον βασικό αιμοδότη αυτής της αλλαγής.
Η αύξηση της βασικής σύνταξης από €529 στα €764 σε βάθος πενταετίας, η αλλαγή της αναλογιστικής μείωσης για όσους συνταξιοδοτούνται πρόωρα, οι νέες κατηγορίες εισφορέων και η αντιμετώπιση των εισοδηματιών είναι αποφάσεις με σημαντικές δημοσιονομικές και κοινωνικές προεκτάσεις. Ωστόσο, δεν μπορεί η κοινωνία να πληροφορείται αποσπασματικά για τις αλλαγές μέσα από διαρροές και διαφορετικά σενάρια, όπως αυτά εμφανίστηκαν τα τελευταία εικοσιτετράωρα.
Το ίδιο ισχύει και για τα Ταμεία Προνοίας. Αν πραγματικά αποτελούν μέρος της λύσης για την επάρκεια των μελλοντικών συντάξεων, τότε χρειάζεται σοβαρός διάλογος. Γιατί εκ των πραγμάτων οι κάθετες θέσεις των εταίρων, «αιτία πολέμου η υποχρεωτική καταβολή του Ταμείου Προνοίας» λένε οι εργοδότες, «αναγκαιότητα η ύπαρξη και λειτουργία των ταμείων» λένε οι συντεχνίες, υποδηλώνουν πως χωρίς τη συμφωνία των εταίρων το ζήτημα αυτό μάλλον θα καταλήξει ως ένα ακόμη πεδίο κοινωνικής σύγκρουσης.
Το μεγάλο, επομένως, ερώτημα είναι ποιους θα ωφελήσει η προ των πυλών μεταρρύθμιση. Αυτό το ερώτημα θέτει με σαφήνεια και ένα εκ των δύο μεγάλων αντιπολιτευόμενων κομμάτων, το ΑΚΕΛ. Εν ολίγοις δεν αρκεί η ανακοίνωση μιας κάποιας αύξησης στις συντάξεις, αλλά θα πρέπει να σκιαγραφηθεί με ακρίβεια ο αριθμός των συνταξιούχων που θα αισθανθούν, όσο είναι δυνατό, τις αυξήσεις ως ένα θετικό βήμα για τη διαβίωσή τους αλλά και πόσοι θα συνεχίσουν να διαβιούν στο όριο της φτώχειας. Αυτό είναι το πλέον κρίσιμο ζητούμενο της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης.






